powered by inbusiness-news-logo cbn omada-logo celebrity-logo LOGO-PNG-108

Σείονται τα προπύργια της Δικαιοσύνης από το Κράτος Μαφία-Το πόρισμα δεν αφορά μόνο τους κατονομαζόμενους, αλλά ολόκληρο το κράτος δικαίου

Το προηγούμενο διάστημα, μέσα στη σκόνη που σήκωσε η υπόθεση «Σάντη», με τους ισχυρισμούς του Μακάριου Δρουσιώτη να αγγίζουν την εκτελεστική, τη νομοθετική, τη δικαστική και την πολιτική εξουσία, λέχθηκαν πολλά. Για ακόμη μία φορά, οι θεσμοί τέθηκαν υπό αμφισβήτηση και δέχθηκαν νέα πλήγματα για μια σειρά από λόγους, ενώ ο συγγραφέας βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα και αντιμέτωπος με ένα ολόκληρο σύστημα, το οποίο τον καλούσε να σεβαστεί τους θεσμούς και τις προβλεπόμενες διαδικασίες.

«Αλίμονο αν φτάσουμε να αμφισβητούμε τους θεσμούς και το κράτος», ήταν μία από τις δηλώσεις του Προέδρου της Δημοκρατίας, Νίκου Χριστοδουλίδη, στις φωνές για διορισμό ανεξάρτητων ποινικών ανακριτών και την αμφισβήτηση για την εμπλοκή της Νομικής Υπηρεσίας και της Αστυνομίας στις έρευνες. 

Σήμερα, δύο μήνες μετά, ο ίδιος καλείται να λάβει αποφάσεις υπό τη βαριά σκιά του πορίσματος για το βιβλίο «Κράτος Μαφία», ενός πορίσματος που αποτελεί καταπέλτη για τον τέως Πρόεδρο της Δημοκρατίας Νίκο Αναστασιάδη, με τον οποίο υπήρξε στενός συνεργάτης και μέλος του Υπουργικού του Συμβουλίου.

Πρόκειται για πόρισμα που εκδόθηκε από έναν ανεξάρτητο θεσμό, την Αρχή κατά της Διαφθοράς, η οποία συστάθηκε επί διακυβέρνησης Αναστασιάδη. Μάλιστα, ήταν ο ίδιος ο τέως Πρόεδρος που κάλεσε την Αρχή να διερευνήσει τάχιστα τις καταγγελίες και τους ισχυρισμούς που κατέγραφε ο Μακάριος Δρουσιώτης στο βιβλίο του, στο οποίο απάντησε με το βιβλίο του ο «Συκοφάντης». Προς τούτου, διορίστηκαν τέσσερις ερευνητές, με επικεφαλής ερευνήτρια από την Αυστραλία και τρεις δικηγόρους, ενώ η διαδικασία διεξήχθη με τρόπο που διασφάλιζε την ακεραιότητα και την αντικειμενικότητα της έρευνας που διήρκησε δύο χρόνια.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΠΟΡΙΣΜΑ 

Οι έρευνες πραγματοποιήθηκαν υπό άκρα μυστικότητα, χωρίς καθημερινές διαρροές στα ΜΜΕ και χωρίς ενέργειες που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν υπόνοιες ή να θέσουν υπό αμφισβήτηση την αξιοπιστία της διαδικασίας -σε αντίθεση με άλλες πρόσφατες υποθέσεις, όπως αυτή της «Σάντη» που η Αστυνομία έστησε... πάρτι διαρροών-, με την Αρχή κατά της Διαφθοράς να θωρακίζει πλήρως το έργο των ερευνητών, μέχρι την ολοκλήρωσή του.    

Κατά γενική ομολογία, το πόρισμα για το «Κράτος Μαφία» αποτελεί πόρισμα καταπέλτη, καθώς για πρώτη φορά στα χρονικά της Κυπριακής Δημοκρατίας αποδίδονται πιθανές ποινικές ευθύνες σε τέως Πρόεδρο της Δημοκρατίας για υποθέσεις που συνδέονται με διαφθορά, ξέπλυμα χρήματος, κατάχρηση εξουσίας και νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, ενώ η σοβαρότητα των διαπιστώσεων δεν περιορίζεται μόνο στο εύρος των καταγγελιών, αλλά και στο επίπεδο των πρώην κρατικών αξιωματούχων που φέρονται να εμπλέκονται.

Υπενθυμίζεται ότι το πόρισμα καταδεικνύει πιθανή διάπραξη ποινικών αδικημάτων από δεκατρία φυσικά και δύο νομικά πρόσωπα. Στη λίστα περιλαμβάνονται, πέραν του Νίκου Αναστασιάδη, ο τέως Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας, Ρίκκος Ερωτοκρίτου, ο πρώην υπουργός Νίκος Κουγιάλης, ο πρώην βουλευτής Γιώργος Βαρνάβας, η τότε προϊστάμενη της ΜΟΚΑΣ Εύα Παπακυριακού, ο πρώην Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Ιωάννης Σωτηριάδης, καθώς και ο δικαστής Χάρης Σολομωνίδης.

Και κάπου εδώ βρίσκεται και η μεγάλη εικόνα. Τα πρόσωπα που κατονομάζονται δεν είναι απλοί δημόσιοι λειτουργοί, είναι πρόσωπα που υπηρέτησαν σε νευραλγικές θέσεις της κρατικής μηχανής. Είναι πρόσωπα που εκπροσωπούσαν, ο καθένας από τη θέση του, την εκτελεστική, τη δικαστική και τη νομοθετική εξουσία, αλλά και από τμήματα και θεσμούς που αποτελούν γρανάζια ενός συστήματος. Συνεπώς, όταν ένα πόρισμα συνδέει κορυφαίους αξιωματούχους με ενδεχόμενες παράνομες πράξεις, δεν πλήττονται μόνο τα ίδια τα πρόσωπα, πλήττονται οι θεσμοί, τα θεμέλια του κράτους δικαίου και η εμπιστοσύνη των πολιτών που ήδη εδώ και χρόνια βρίσκεται υπό δοκιμασία.  

Ακόμη πιο σοβαρά είναι τα ευρήματα ότι η εκτελεστική εξουσία, με τη συνδρομή ανεξάρτητων υπηρεσιών και αξιωματούχων, ενδεχομένως να λειτούργησε όχι προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος, αλλά προς εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων, ενώ τεράστιο πλήγμα στο κύρος των θεσμών αποτελούν οι αναφορές για συντονισμένες ενέργειες και παρεμβάσεις στο Γενικό Εισαγγελέα για διακοπή ποινικών ερευνών, που αναμφίβολα συνιστούν εξαιρετικά σοβαρή εκτροπή από τα όρια της νομιμότητας, τα οποία σε καμία περίπτωση δεν έπρεπε και δεν πρέπει να ξεπερνούν αυτοί που πρώτοι οφείλουν να τηρούν. 

Ακόμη πιο ανησυχητικά είναι τα όσα καταγράφονται αναφορικά με τη δικαστική εξουσία, τον θεσμό που αποτελεί το προπύργιο της Δικαιοσύνης και το τελευταίο καταφύγιο του πολίτη. Οι αναφορές για παρεμβάσεις στο έργο της Νομικής Υπηρεσίας, για προσπάθειες διακοπής ποινικών ανακρίσεων, αλλά και οι ψευδείς δηλώσεις Δικαστή και οι πιθανές στημένες δικαστικές αποφάσεις που φέρονται να επηρεάστηκαν από ανταλλάγματα στο παρασκήνιο, δεν προκαλούν μόνο προβληματισμό. Πλήττουν ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία και την αμεροληψία της Δικαιοσύνης και εντείνουν την αμφισβήτηση, σε μια περίοδο που ήδη ο θεσμός δέχθηκε πλήγματα με ισχυρισμούς για στημένες δίκες και «συναλλαγές» μεταξύ Δικαστών και κρατικών αξιωματούχων.  

Ωστόσο, στο κάδρο μπαίνει και μια διαφορετική πτυχή, αυτή της ευθύνης των θεσμών. Και αυτό διότι, τα όσα καταγράφονται στο «Κράτος Μαφία» δεν έσκασαν σαν κεραυνός εν αιθρία. Ήταν εκεί δύο χρόνια πριν την έναρξη της έρευνας, αλλά ουδείς αντέδρασε. Όπως και για την υπόθεση Focus, τα διαβατήρια και άλλες τόσες καταγγελίες. Μάλιστα, επί χρόνια, καταγράφονται δημόσιες καταγγελίες, δημοσιεύματα, ισχυρισμοί και άλλα τόσα -με κοινούς παρονομαστές- τα οποία με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, οδηγήθηκαν στα συρτάρια. Είτε χωρίς διερεύνηση, είτε με επίκληση το δημόσιο συμφέρον, με το σύστημα, τους θεσμούς, την πολιτεία και τους εμπλεκόμενους να απορρίπτουν και να πηγαίνουν στην επόμενη ημέρα.

Είναι για αυτό το λόγο, που σήμερα, τα όσα καταγράφει το πόρισμα της Αρχής κατά της Διαφθοράς, δεν αφορά μόνο όσους κατονομάζονται, αλλά και όσους επέλεξαν να παραμείνουν σε αδράνεια. Πρόκειται για πόρισμα που αφορά το ίδιο το κράτος, τη λειτουργία των θεσμών και την εμπιστοσύνη πολιτών έναντι ενός συστήματος που έπρεπε να λειτουργεί με πραγματικό γνώμονα το δημόσιο συμφέρον, υπό την πραγματική του έννοια. 

Το πραγματικό διακύβευμα της επόμενης ημέρας του πορίσματος, δεν είναι μόνο αν θα ασκηθούν διώξεις, αλλά η διαφύλαξη του κράτους δικαίου που διαβρώνεται όλο και περισσότερο.  

Ο Νίκος Χριστοδουλίδης δήλωσε πρόσφατα «αλίμονο αν φτάσουμε να αμφισβητούμε τους θεσμούς». Η αμφισβήτηση από μια μεγάλη μερίδα πολιτών, δυστυχώς, αποτελεί γεγονός που δεν μπορεί να παραγνωρίζεται. Για αυτό και το ζητούμενο είναι τι πραγματικά πράττει η πολιτεία για ανάκτηση της εμπιστοσύνης των πολιτών και πώς θα προστατευτούν οι θεσμοί από τους λίγους οι οποίοι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, προκάλεσαν τεράστιες ρωγμές.  

Η προστασία των θεσμών, σε καμία περίπτωση, δεν επιτυγχάνεται με εκκλήσεις για σεβασμό ούτε με επικοινωνιακές προσεγγίσεις. Επιτυγχάνεται με αποφάσεις, λογοδοσία, διαφάνεια και αποφασιστική αντιμετώπιση των προβλημάτων και όσων υπονομεύουν τους θεσμούς και το κράτος δικαίου. 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ: