Ποιες είναι εκείνες οι δυνάμεις που αναγκάζουν την υπερδύναμη των ΗΠΑ, να ξεκλειδώνει στο μέλλον με τη βούλα, μυστικές πληροφορίες της για το Ισραήλ, το οποίο αποδεδειγμένα κατασκοπεύει Αμερικανούς στρατιωτικούς και αξιωματούχους, από τον Στιβ Γουίτκοφ, κορυφαίο διαπραγματευτή του προέδρου Τραμπ, μέχρι και τον Έλμπριτζ Κόλμπι, ανώτατο αξιωματούχο πολιτικής του Πενταγώνου;
Πρόσφατα ο Ρεπουμπλικανός πρόεδρος της Επιτροπής Πληροφοριών της Γερουσίας Τομ Κότον κατέθεσε ένα από τα πιο παράδοξα νομοσχέδια για την εξουσιοδότηση των υπηρεσιών πληροφοριών.
Σε αυτό όμως συμπεριέλαβε το άρθρο 622, με τίτλο «Ενίσχυση της Ανταλλαγής Πληροφοριών μεταξύ ΗΠΑ και Ισραήλ» το οποίο απαιτεί από τον πρόεδρο, μέσω του διευθυντή της εθνικής υπηρεσίας πληροφοριών και, όπου είναι απαραίτητο, του υπουργού Άμυνας, να «επεκτείνει και να ενισχύσει την ανταλλαγή πληροφοριών με την Κυβέρνηση του Ισραήλ» σχεδόν σε όλα τα θέματα που αφορούν τη Μέση Ανατολή.
Το νομοσχέδιο θα απαγόρευε οποιαδήποτε αναστολή, μείωση ή περιορισμό αυτής της ανταλλαγής πληροφοριών «εκτός εάν βασίζεται σε συγκεκριμένη και αναγνωρίσιμη ανησυχία εθνικής ασφάλειας που έχει προσδιοριστεί από τον Πρόεδρο».
Οποιαδήποτε τέτοια εξαίρεση θα απαιτούσε έκθεση προς το Κογκρέσο εντός δεκαπέντε ημερών, η οποία θα περιέγραφε όχι μόνο τον λόγο της αλλαγής αλλά και τις κατηγορίες πληροφοριών που εμπλέκονται. Η ίδια έκθεση θα απαιτούσε επίσης αξιολόγηση των αναμενόμενων επιπτώσεων στην περιφερειακή ασφάλεια και σε διάφορα άλλα ζητήματα.
Σύμφωνα με τον πρώην ανώτερο αξιωματούχο της CIA, Πολ Πιλάρ, αυτή η εξέλιξη εντάσσεται στους στρατηγικούς σχεδιασμούς του Ισραήλ και των υποστηρικτών του στις ΗΠΑ να βασιστούν σε δεσμούς και μορφές υποστήριξης από τις ΗΠΑ που δεν είναι τόσο εμφανείς όσο η στρατιωτική βοήθεια με το υψηλό και ορατό κόστος της.
Ένα εξαιρετικά σύνθετο έργο
Αυτή η στρατηγική μεταφέρεται στον σκιώδη κόσμο των σχέσεων μεταξύ υπηρεσιών πληροφοριών. «Ο κόσμος αυτός είναι ακόμη πιο απομακρυσμένος από τη δημόσια ορατότητα και λογοδοσία από ό,τι η αμυντική ολοκλήρωση και ακόμη λιγότερο πιθανό να προκαλέσει σκέψεις σχετικά με αμερικανικά χρήματα φορολογουμένων που κατευθύνονται σε μια ξένη χώρα» σημειώνει ο Πιλάρ στο Responsible Statecraft.
Η συνεργασία με αντίστοιχες ξένες υπηρεσίες, είναι ένα σημαντικό και σύνθετο έργο για μια μυστική υπηρεσία. Για παράδειγμα η σχέση της CIA με τη Μοσάντ εξαρτάται εν μέρει από το επίπεδο των συνολικών πολιτικών σχέσεων των δύο χωρών, καθώς και από άλλους παράγοντες που είναι γνωστοί κυρίως στους αξιωματούχους των υπηρεσιών πληροφοριών.
Σε αυτούς, σημειώνει ο Πιλάρ «περιλαμβάνονται οι απαιτήσεις συλλογής πληροφοριών που τους έχουν ανατεθεί, η ικανότητα ή αδυναμία τους να ανταποκριθούν σε αυτές με εθνικούς πόρους, η αξιολόγησή τους για την ικανότητα και προθυμία της ξένης υπηρεσίας να καλύψει κενά συλλογής πληροφοριών, ο ρόλος που παίζει οποιαδήποτε ανταλλαγή πληροφοριών ως αντάλλαγμα σε επιχειρησιακή συνεργασία, καθώς και οι κίνδυνοι αποκάλυψης πηγών και μεθόδων συλλογής πληροφοριών».
Επιπλέον, συνεχίζει ο ειδικός, οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις πιθανές επιπτώσεις στις άλλες διεθνείς σχέσεις τους. Για παράδειγμα, κατά κανόνα δεν μοιράζεται κανείς με τη χώρα Α πληροφορίες σχετικά με τη χώρα Β, εάν οι ΗΠΑ διατηρούν με τη χώρα Β σχέση περίπου αντίστοιχου επιπέδου με εκείνη που έχουν με τη χώρα Α.
«Η συνεργασία μεταξύ υπηρεσιών πληροφοριών περιλαμβάνει μια ιεραρχία σχέσεων, που κυμαίνεται από εκτεταμένη συνεργασία με στενούς συμμάχους έως προσεκτικά περιορισμένες περιστασιακές ανταλλαγές με αντιπάλους. Η κοινότητα πληροφοριών διαθέτει προσωπικό που εργάζεται αποκλειστικά για την παρακολούθηση και διαχείριση αυτού του πλέγματος σχέσεων ώστε να αποφεύγονται οι συγκρούσεις και οι παρεξηγήσεις. Μια εντολή του Κογκρέσου που αφορά μία μόνο σχέση αυξάνει την πιθανότητα τέτοιων προβλημάτων», λέει ο ειδικός.
Οι ισραηλινές υπηρεσίες είναι αντίπαλες
Ο Πιλάρ θεωρεί την ιδέα αυτή παράδοξη ακόμη και αν αφορούσε οποιαδήποτε άλλη χώρα, πόσο μάλλον το Ισραήλ, το οποίο θεωρεί περισσότερο αντίπαλο των ΗΠΑ, παρά σύμμαχο στον τομέα των πληροφοριών. «Το να είναι μια χώρα αντίπαλος στον τομέα των πληροφοριών σημαίνει ότι επιδίδεται στην εχθρική πράξη της κατασκοπείας. Το Ισραήλ έχει μακρά ιστορία τέτοιων εχθρικών ενεργειών εναντίον των ΗΠΑ», σημειώνει ο ίδιος.
Πράγματι, σύμφωνα με εκθέσεις των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών, που έφεραν στο φως οι New York Times, το επίπεδο αντικατασκοπευτικής απειλής που αποδίδεται στο Ισραήλ είναι πλέον υψηλότερο από εκείνο οποιουδήποτε άλλου συμμάχου των ΗΠΑ και υψηλότερο ακόμη και από ορισμένες αντίπαλες χώρες.
Η επιθετικότητα της ισραηλινής συλλογής πληροφοριών εις βάρος ανώτερων Αμερικανών αξιωματούχων κατά τη δεύτερη κυβέρνηση Τραμπ έχει γίνει «ανεξέλεγκτη», δήλωσε ένας ανώτερος αξιωματούχος.
Ο Πιλάρ δεν κρύβει την ανησυχία του πως οποιαδήποτε ευαίσθητη πληροφορία, που κοινοποιείται στο Ισραήλ ενέχει υψηλό κίνδυνο να μεταβιβαστεί από το Ισραήλ σε άλλες χώρες, συμπεριλαμβανομένων αντιπάλων των ΗΠΑ.
«Ο κίνδυνος το Ισραήλ να μεταβιβάζει ευαίσθητες αμερικανικές πληροφορίες σε άλλα κράτη συνεχίζεται εν μέρει επειδή το Ισραήλ επιδιώκει διακαώς φιλικές σχέσεις -και ιδιαίτερα τη σύναψη νέων επίσημων διπλωματικών σχέσεων- με οποιαδήποτε χώρα είναι πρόθυμη να διατηρεί τέτοιες σχέσεις παρά τη συνεχιζόμενη υποταγή των Παλαιστινίων από το Ισραήλ. Μυστικά που προέρχονται από τις αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών θα ήταν ιδιαίτερα ελκυστικά για ορισμένους από τους εταίρους ή δυνητικούς εταίρους του Ισραήλ και, επομένως, ελκυστικά για το ίδιο το Ισραήλ ως διαπραγματευτικό αντάλλαγμα. Οι χώρες αυτές μπορεί να περιλαμβάνουν την Κίνα, με την οποία το Ισραήλ συνεχίζει να διατηρεί εκτεταμένη τεχνική συνεργασία, καθώς και τη Ρωσία».
Πηγή: in.gr











