Τις προηγούμενες ημέρες, μέσω της Ιωάννας Φωτίου, γνωστής ως Annie Alexui, έγινε γνωστό ότι η Πρόεδρος της Βουλής και του Δημοκρατικού Συναγερμού δέχθηκε αριθμό ηλεκτρονικών μηνυμάτων, το περιεχόμενο των οποίων έκανε λόγο για απόπειρα δολοφονίας εις βάρος της. Μάλιστα, σε ένα από αυτά, ο αποστολέας με το ψευδώνυμο «doctor9» ισχυρίστηκε ότι κάποιο πρόσωπο τον προσέγγισε προκειμένου να σκοτώσει ο ίδιος την Αννίτα Δημητρίου, ωστόσο αρνήθηκε και του ζήτησε να αναζητήσει άλλον εκτελεστή.
Τα ηλεκτρονικά μηνύματα εστάλησαν στις 3 Ιουνίου, με την Αστυνομία να αναφέρει σε ανακοίνωσή της στις 5 Ιουνίου (σ.σ. Παρασκεύη), ότι «αξιολογεί με τη δέουσα σοβαρότητα τις καταγγελλόμενες απειλές εναντίον της κ. Αννίτας Δημητρίου, Προέδρου της Βουλής, και έχει ήδη αρχίσει τη διερεύνηση της υπόθεσης». Παράλληλα, ανέφερε ότι «η Αστυνομία βρίσκεται σε συνεχή επικοινωνία με τους αρμόδιους λειτουργούς ασφαλείας και λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα που κρίνονται ενδεδειγμένα».
Η ανακοίνωση εκδόθηκε στις 5 Ιουνίου, ημέρα Παρασκευή. Λαμβάνοντας υπόψη ότι πρόκειται για την Πρόεδρο της Βουλής, η οποία κατέχει το δεύτερο τη τάξει πολιτειακό αξίωμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, θα ανέμενε κανείς ότι οι ενέργειες της Αστυνομίας θα ήταν άμεσες. Άλλωστε, όπως ανέφερε και ο ίδιος ο Αρχηγός μέσω της ανακοίνωσης, οι απειλές θα αντιμετωπίζονταν με «τη δέουσα σοβαρότητα».
Ανεξαρτήτως του κατά πόσον οι απειλές είναι πραγματικές ή πρόκειται για κακόγουστη φάρσα, υπό κανονικές συνθήκες θα έπρεπε ήδη να έχει συγκληθεί η Επιτροπή Ασφάλειας του Αρχηγείου, η οποία χειρίζεται τέτοιου είδους θέματα και έχει επικεφαλής τον Βοηθό Αρχηγό Επιχειρήσεων, Μάριο Αγιώτη. Ακόμη και αν ο Βοηθός Αρχηγός κ. Αγιώτης έκρινε ότι δεν συντρέχει λόγος άμεσης παρέμβασης, ο Αρχηγός της Αστυνομίας, Θεμιστός Αρναούτης, ως ο καθ’ ύλην υπεύθυνος για την ασφάλεια των πολιτών, όφειλε να ζητήσει άμεσα επανεκτίμηση της κατάστασης.
Εντούτοις, σύμφωνα με πληροφορίες που προέρχονται τόσο από την Αστυνομία όσο και από τον ΔΗΣΥ, ο οποίος δεν κρύβει την ενόχλησή του για τις διαρροές, δεν έχει διαφοροποιηθεί οτιδήποτε σε σχέση με τα μέτρα ασφαλείας της κ. Αννίτας Δημητρίου. Όπως, μάλιστα, ανέφερε αστυνομική πηγή, οι απειλές εξακολουθούν να αξιολογούνται και η Επιτροπή ενδέχεται να συνεδριάσει... από εβδομάδας, ώστε να αποφασίσει εάν χρειάζεται να αυξηθούν ή όχι τα μέτρα ασφαλείας της Προέδρου της Βουλής ή και συγγενικών της προσώπων, όπως έγινε και πριν από περίπου δύο χρόνια.
Με απλά λόγια, επειδή μεσολάβησε... Σαββατοκύριακο, δεν κρίθηκε αναγκαία η σύγκληση έκτακτης σύσκεψης, παρά το γεγονός ότι οι απειλές αφορούν τη δεύτερη τη τάξει πολιτειακή αξιωματούχο της χώρας και ανεξαρτήτως -σύμφωνα με την ίδια την Αστυνομία- εάν δεν έχουν ακόμη επιβεβαιωθεί ή διαψευστεί τα περί εγκληματικής ενέργειας σε βάρος της. Την ίδια ώρα, πηγές από τον ΔΗΣΥ αναφέρουν ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε περαιτέρω ενημέρωση πέραν εκείνης της Παρασκευής.
Ακόμη και αν το ενδεχόμενο να αποτελέσει στόχο η Αννίτα Δημητρίου θεωρείται απομακρυσμένο, δεν νοείται ένα Σώμα Ασφαλείας -που είναι υπεύθυνο για την ασφάλεια του κάθε πολίτη- να λειτουργεί με λογική «ωραρίου», όταν καλείται να αξιολογήσει τέτοιου είδους απειλές. Η ασφάλεια δεν μπορεί να τίθεται σε αναμονή μέχρι να περάσει το Σαββατοκύριακο, ούτε να αξιολογούνται κίνδυνοι σε... ώρες γραφείου.
Και αυτό διότι, οι απειλές δεν χτυπούν «κάρτα». Δεν νοείται να αξιολογούνται τέτοιες απειλές σε εργάσιμες ημέρες και ώρες. Και όταν η ίδια η Αστυνομία διακηρύσσει ότι αντιμετωπίζει τέτοια θέματα με τη «δέουσα σοβαρότητα», οφείλει να το αποδεικνύει στην πράξη. Γιατί, αν η εγρήγορση του Σώματος Ασφαλείας σταματά την Παρασκευή το απόγευμα και επανέρχεται τη Δευτέρα πρωί, τότε το ερώτημα δεν είναι αν αξιολογήθηκε σωστά η συγκεκριμένη απειλή, αλλά πόσο ασφαλείς μπορούν πραγματικά να αισθάνονται οι πολίτες.











