Ένας από τους λόγους που διατάσσεται η κράτηση ενός υπόπτου μέχρι την ολοκλήρωση της δίκης, είναι ο κίνδυνος επαναδιάπραξης νέων αδικημάτων. Λόγος που επικαλείται στις πλείστες των περιπτώσεων η πλευρά του Γενικού Εισαγγελέα όταν ζητά την κράτηση ενός κατηγορούμενου ως υπόδικοι, η οποία στο παρελθόν εξέφρασε τις ανησυχίες της για την διάπραξη εγκλημάτων μέσα από τις Κεντρικές Φυλακές, στον απόηχο μιας δικαστικής απόφασης, έπειτα από την οποία -παρά το γεγονός πως παρήλθαν δύο χρόνια- προχώρησε στον διορισμό τεσσάρων ποινικών ανακριτών για ευρεία έρευνα.
Τότε αρκετοί ήταν αυτοί που απέδωσαν κίνητρα στην ηγεσία της Νομικής Υπηρεσίας, αφού η έρευνα διατάχθηκε λίγο μετά τις καταγγελίες της τότε Διεύθυνσης των Φυλακών κατά του πρώην Διοικητή της ΥΚΑΝ, ενώ βασίστηκε σε μαρτυρικό υλικό που η ίδια η Διεύθυνση παρέδωσε σε ανεξάρτητο ποινικό ανακριτή και το οποίο είχε εντοπιστεί στο κινητό του βαρυποινίτη που συνομιλούσε με τον Μιχάλη Κατσουνωτό, αλλά και στην βάση παραποιημένων στοιχείων που προβλήθηκαν από ΜΜΕ, όπως ήταν και η κατάληξη αρμόδιας αρχής που κλήθηκε να διερευνήσει καταγγελία.
Ο Αναπληρωτής Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Σάββας Αγγελίδης, όπως αναγραφόταν τότε στην ανακοίνωση, μεταξύ άλλων επικαλέστηκε πληροφορίες που κατέχει η Αστυνομία, «αναφορικά με χρήση κινητών τηλεφώνων από υπόδικους και κατάδικους για διάπραξη ποινικών αδικημάτων». Θα πρέπει να σημειωθεί πως οι έρευνες, που είχαν επικεντρωθεί κατά κύριο λόγο στην τότε Διεύθυνση, δεν έδειξαν οποιεσδήποτε παραλήψεις ή απουσία μέτρων, αντιθέτως, σύμφωνα με δημόσια τοποθέτηση υπουργού Δικαιοσύνης, διαπιστώθηκε τρύπα στις μεταφορές κρατουμένων από πλευράς Αστυνομίας.
Την ίδια ώρα, αξίζει να σημειωθεί, πως ο Σύνδεσμος της Αστυνομίας (ΣΑΚ) -στον οποίο στέλεχος ήταν και ο υπεύθυνος του Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λεμεσού και νυν Βοηθός Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Λευτέρης Κυριάκου, με την Διεύθυνση του σήμερα να βρίσκεται σε δύσκολη θέση λόγω της έξαρσης του εγκλήματος στην Επαρχία του- εκφραζόταν και αυτός ανήσυχος για τα περί οργάνωσης εγκλημάτων από τις Φυλακές. Μάλιστα, σε μια από της ανακοινώσεις του είχε αναφέρει: «Δεν μπορεί να οργανώνονται εγκληματικές ενέργειες εντός των φυλακών και να σφυρίζουμε αδιάφορα».
Εντούτοις, τα τελευταία δύο χρόνια -πέραν των καταγγελιών και των υποθέσεων για χρήση ναρκωτικών- η μια εγκληματική ενέργεια διαδέχεται την άλλη, χωρίς ωστόσο να υπάρχει η ανάλογη ανησυχία, λαμβάνοντας υπόψη τον μεγάλο αριθμό των υποθέσεων στις οποίες οι έρευνες καταλήγουν στις Κεντρικές Φυλακές, με αποτέλεσμα ακόμα και ο λόγος επαναδιάπραξης αδικημάτων που επικαλείται η Εισαγγελία για την κράτηση ενός κατηγορούμενου, να καταλήγει άνευ ουσίας, δεδομένου ότι υπόδικοι συλλαμβάνονται για νέα αδικήματα που φαίνεται να διαπράττουν μέσα από τις Φυλακές.
Ενδεικτική είναι και η τελευταία περίπτωση 44χρονου κρατούμενου από την Συρία, λεγόμενος «Σάββας» σε μηνύματα που εντόπισε η Αστυνομία, ο οποίος φέρεται να εμπλέκεται σε σωρεία υποθέσεων που διαπράχθηκαν τους τελευταίους μήνες στη Λεμεσό, στην οποία οι εγκληματικές ενέργειες κάνουν «πάρτι», ενώ οι έρευνες σε διάφορες περιπτώσεις οδηγήθηκαν στις Κεντρικές Φυλακές, ωστόσο η ΑΔΕ και το ΤΑΕ Λεμεσού -σήμερα- αντιμετωπίζουν τις εξελίξεις με πλήρη κανονικότητα, ανεξαρτήτως της αδυναμίας τους να βάλουν φρένο και να διαχειριστούν την κατάσταση.
Ο εν λόγω κατάδικος, είχε συλληφθεί για πρώτη φορά, ενόσω βρισκόταν στις Κεντρικές Φυλακές, για την απόπειρα φόνου και τον εμπρησμό οχημάτων σε μάντρα στην Πύλα, τον Αύγουστο του 2025, που ανήκει σε Ελληνοκύπριο επιχειρηματία. Πρόκειται για υπόθεση που οδηγήθηκε ενώπιον Κακουργιοδικείο και για την οποία κατηγορούνται συνολικά πέντε πρόσωπα, εκ των οποίον ο ένας ο 44χρονος, στον οποίο η Αστυνομία αποδίδει ρόλο εντολέα προς τους υπόλοιπους δράστες.
Σημειώνεται, πως κατά τις έρευνες στο κελί του, είχε εντοπιστεί ένα κινητό τηλέφωνο και ναρκωτικές ουσίες, ενώ στα χέρια της η Αστυνομία έχει μεταξύ άλλων καταθέσεις που τον δείχνουν ως το πρόσωπο που τους έδινε οδηγίες και τους καθοδηγούσε.
Στα πλαίσια της εν λόγω υπόθεσης και μετά την εξέταση του κινητού του, η Αστυνομία -όπως ανέφερε ενώπιον Δικαστηρίου- εντόπισε στοιχεία και επικοινωνίες, που δημιουργούσαν υπόνοιες για εμπλοκή του και σε άλλη υπόθεση εμπρησμού, πριν από το χτύπημα στην Πύλα, ενώ επικαλέστηκε πληροφορία που έκανε λόγο πως επρόκειτο για τον ηθικό αυτουργό της συγκεκριμένης εγκληματικής ενέργειας που διαπράχθηκε τον Ιούνιο του 2025.
Ωστόσο, η αλυσίδα δεν σταματά σε αυτό το σημείο, καθώς από τους εμπρησμούς και στην απόπειρα φόνου της Πύλα, η Αστυνομία -κατόπιν παραδοχής- οδηγήθηκε σε αποθήκη στην Δένεια στην Λευκωσία, η οποία έκρυβε τέσσερα πιστόλια, εκ των οποίων τα τρία έφεραν έμφορτη γεμιστήρα με αριθμό σφαιρών, μια έμφορτη γεμιστήρα, πτυσσόμενο ρόπαλο, κινητό τηλέφωνο και ένα αεροβόλο τυφέκιο σε ρούχινη θήκη. Τα εν λόγω τεκμήρια βρέθηκαν κρυμμένα σε στρώμα, ενώ σε χάρτινο κουτί παπουτσιών, εντοπίστηκε σημαντική ποσότητα κρύσταλ, αλλά και κοκαΐνη.
Από εκεί και πέρα, στην λίστα «δραστηριοτήτων», ήρθαν να προστεθούν άλλες έξι οι υποθέσεις που δεν σχετίζονται με το οργανωμένο έγκλημα και τον έλεγχο της Λεμεσού, αλλά με παραπονούμενους που φαίνεται να είχαν οικονομικές διαφορές με καταζητούμενο πρόσωπο, Αραβικής καταγωγής, σύμφωνα με την μαρτυρία που παρουσίασε η Αστυνομία.
Στην βάση των όσων κατατέθηκαν από το ΤΑΕ Λεμεσού ενώπιον Δικαστηρίου, υπάρχει παραδοχή (σ.σ. γραπτή κατάθεση) δράστη εμπρησμού πρακτορείου στοιχημάτων στη Λεμεσό, που διαπράχθηκε τον περασμένο Ιούνιο, ότι ανέλαβε την δουλειά από τον 44χρονο υπόδικο, λέγοντας μάλιστα πως το ίδιο βράδυ θα πραγματοποιείτο και δεύτερο χτύπημα.
Πέραν όμως αυτών των δύο υποθέσεων, η Αστυνομία έχει στοιχεία -κάποια από τα οποία προέρχονται από το κινητό του 44χρονου που κατασχέθηκε τον περασμένο Μάρτιο από το κελί του- όπου φαίνεται να εμπλέκεται σε άλλες τέσσερις υποθέσεις, που αφορούσαν εγκληματικές ενέργειες και εκβιασμούς. Αυτές αφορούν:
- Βόμβα μολότοφ σε γραφείο πώλησης και ενοικιάσεως αυτοκινήτων στην περιοχή Αγ. Τύχωνα, στις 23 Φεβρουαρίου 2026.
- Εμπρησμός πολυτελών οχημάτων μάντρας στις 4 Μαρτίου 2026
- Απειλές κατά 40χρονου, τις οποίες δέχθηκε στις 13 Μαρτίου 2026
- Απειλές κατά 54χρονου, ο οποίος στις 13 Μαρτίου 2026, κατήγγειλε ότι δέχθηκε κλήσεις μέσω whats app και μηνύματα
Το κινητό του 44χρονου, από το οποίο είχαν συλλεχθεί στοιχεία για την πιο πάνω υπόθεση, κατασχέθηκε τον Μάρτιο του 2026, ενώ από την νέα έρευνα στο κελί την Παρασκευή, δεν εντοπίστηκε το κινητό που φέρεται να χρησιμοποιούσε.
Ωστόσο, τον Μάρτιο δεν ήταν τυχαία η κατάσχεση του κινητού που οδήγησε στις υποθέσεις της Λεμεσού, αφού το ΤΑΕ Πάφου είχε πραγματοποιήσει έρευνα στο κελί του, κατόπιν πληροφοριών και στοιχείων για πιθανή σύνδεση του με τρεις εγκληματικές ενέργειες στην Πάφο και συγκεκριμένα με δύο εμπρησμούς σε καφετέρια και μια υπόθεση με εμπρησμού δύο οχημάτων, για τους οποίους συνελήφθησαν στενά συγγενικά του πρόσωπα, τα οποία παραπέμφθηκαν σε δίκη. Σε βάρος του ιδίου δεν προέκυψε μαρτυρία που να δικαιολογεί την συμπερίληψη του στην λίστα των κατηγορουμένων, καθώς η στοιχειοθέτηση των αδικημάτων έμοιαζε αδύνατη.
Οι υπό διερεύνηση υποθέσεις, στις οποίες ενεπλάκη ο εν λόγω κρατούμενος, χωρίς να έχει κατηγορηθεί για όλες, αφορούν την χρονική περίοδο από τον Ιούνιο του 2025 μέχρι τον Ιούνιο του 2026, δηλαδή μέσα σε ένα χρόνο φέρεται να ενεπλάκη σε πέραν των δέκα υποθέσεων. Σημειώνεται πως όταν συνελήφθη την πρώτη φορά, για την απόπειρα φόνου στην Πύλα, ήταν κατάδικος, ωστόσο ολοκληρωνόταν η έκτιση της ποινής του και ως εκ τούτου πλέον είναι υπόδικος για την εν λόγω υπόθεση.
Το παράδοξο βέβαια από όλα αυτά, είναι πως για τις υποθέσεις της Λεμεσού, η Αστυνομία ζήτησε την κράτηση του υπόπτου για οκτώ ημέρες, λέγοντας πως «τυχόν απόλυση του υπόπτου θα επηρεάσει το ανακριτικό έργο», ενώ όταν τέθηκε υπόδικος για την απόπειρα φόνου στην Πύλα, πληρούνταν όλες οι προϋποθέσεις για την κράτηση του, μεταξύ των οποίων, και ο κίνδυνος επαναδιάπραξης νέων αδικημάτων. Ωστόσο, ένα χρόνο μετά, προκύπτει πως ο κίνδυνος δεν απομακρύνεται με την κράτηση του στις Φυλακές, ενώ στα αξιοσημείωτα είναι πως σε άλλη πρόσφατη υπόθεση, όταν κατάδικος τέθηκε υπό κράτηση στα αστυνομικά κρατητήρια, για τους ίδιους λόγους, πιάστηκε με... κινητό τηλέφωνο.
Συνεπώς, το πρόβλημα είναι πολύ πιο βαθύτερο, αν ληφθούν υπόψη οι δεκάδες υποθέσεις για τις οποίες η Αστυνομία τα τελευταία τουλάχιστον δύο χρόνια κατέληξε στις Κεντρικές Φυλακές, εκτός και αν πλέον από Σωφρονιστικό Ίδρυμα έχει μετατραπεί σε κέντρο συλλογής πληροφοριών και πεδίο για εξιχνίαση υποθέσεων, κάτι που ενδέχεται να ικανοποιεί την Αστυνομία και γενικότερα το κράτος, ώστε να χρησιμοποιείται ως όπλο στην γενικότερη αδυναμία για εξιχνίαση και πάταξη του εγκλήματος.
Βέβαια, είναι εξίσου σημαντικό πως ενώπιον της Αστυνομίας αλλά και της Νομικής Υπηρεσίας, υπάρχουν ουκ ολίγες πληροφορίες και καταθέσεις -με παραδοχές- για την διάπραξη εγκλημάτων από τις Κεντρικές, χωρίς ωστόσο να κινητοποιούνται για προστασία της κοινωνίας και την ασφάλεια των πολιτών. Και όπως είχε αναφέρει και ο Σύνδεσμος Αστυνομικών Κύπρου, «δεν μπορεί να οργανώνονται εγκληματικές ενέργειες εντός των φυλακών και να σφυρίζουμε αδιάφορα».











