Λίγες μέρες πριν τις ανακοινώσεις της Αρχής κατά της Διαφθοράς για το βιβλίο Κράτος Μαφία του Μακάριου Δρουσιώτη, η Αστυνομία προβαίνει σε ενημέρωση για την υπόθεση Σάντη και σε σχέση με τους ισχυρισμούς του συγγραφέα και δημοσιογράφου, επιβεβαιώνοντας στην ουσία αυτά που προηγουμένως διέρρεε, πως πρόκειται για κατασκευασμένα μηνύματα -κατά παραδοχή και της ίδιας- και πως από την διερεύνηση δεν στοιχειοθετούνται τα όσα ανέφερε σε ανάρτηση του τον περασμένο Μάρτιο.
Σε δημοσιογραφική διάσκεψη που παραχώρησε ο Αρχηγός, ανέφερε πως «Οι καταγγελίες του Μακάριου Δρουσιώτη απασχόλησαν έντονα την κυπριακή κοινωνία και προκάλεσαν σοβαρά ερωτήματα και έντονο δημόσιο ενδιαφέρον. Οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν δημόσια δεν αφορούσαν απλές ή συνηθισμένες καταγγελίες. Αφορούσαν ισχυρισμούς:
- για σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκου,
- διαφθορά,
- συγκάλυψη,
- εκβιασμούς,
- παρακολουθήσεις και
- παρέμβαση σε θεσμούς του κράτους».
Σημείωσε «ταυτόχρονα, στους ισχυρισμούς αυτούς γινόταν αναφορά σε επώνυμα πρόσωπα που κατείχαν ή κατέχουν υψηλά αξιώματα και θέσεις ευθύνης στη δικαστική, πολιτική και δημόσια ζωή του τόπου.
Είναι, συνεπώς, κατανοητό γιατί η υπόθεση αυτή προκάλεσε έντονη ανησυχία, προβληματισμό και απαίτηση για απαντήσεις. Σε μια σύγχρονη δημοκρατία, όταν διατυπώνονται τόσο σοβαροί ισχυρισμοί, οι πολίτες δικαιούνται να γνωρίζουν ότι αυτοί θα διερευνηθούν πλήρως, ανεξάρτητα, αμερόληπτα και χωρίς καμία εξαίρεση.
Σε άλλο σημείο, ο Αρχηγός Αστυνομίας επεσήμανε πως «παρόλα αυτά η αποστολή της Αστυνομίας δεν είναι να ακολουθεί τον θόρυβο της δημόσιας συζήτησης ούτε να διαμορφώνει συμπεράσματα με βάση εντυπώσεις. Ο ρόλος της σε κάθε καταγγελία είναι συγκεκριμένος και θεσμικά καθορισμένος: να συλλέγει μαρτυρία, να διασφαλίζει τεκμήρια, να εξετάζει κάθε ισχυρισμό με αντικειμενικότητα και να θέτει ενώπιον της Νομικής Υπηρεσίας πλήρη, αξιόπιστο και τεκμηριωμένο ανακριτικό φάκελο. Αυτό έγινε και στην παρούσα υπόθεση. Μεθοδικά, σε βάθος και με πλήρη αξιοποίηση όλων των ανακριτικών, επιστημονικών, τεχνικών και διεθνών δυνατοτήτων που είχε στη διάθεσή της η Κυπριακή Αστυνομία.
Επισήμανε πως «για τον λόγο αυτό, το συμπέρασμα στο οποίο καταλήξαμε δεν αποτελεί προϊόν εκτίμησης ή άποψης. Αποτελεί το αποτέλεσμα μιας εξαντλητικής διερεύνησης από μια μεγάλη ανακριτική ομάδα, η οποία βασίστηκε αποκλειστικά σε μαρτυρία, τεκμήρια, δικανικά ευρήματα, ανεξάρτητες εξετάσεις και αντικειμενικά δεδομένα».
Είπε ακόμα ότι «η διερεύνηση ήταν εκτεταμένη και πολυεπίπεδη. Περιέλαβε:
- λήψη μεγάλου αριθμού καταθέσεων,
- ανάλυση ηλεκτρονικών δεδομένων,
- δικανικές εξετάσεις τεκμηρίων,
- γραφολογικές εξετάσεις,
- άνοιγμα και έλεγχο τραπεζικών λογαριασμών,
- ελέγχους στο Κτηματολόγιο, στον Έφορο Εταιρειών, σε κρατικά μητρώα και σε τηλεπικοινωνιακά δεδομένα.
Σημείωσε εξάλλου ότι «θέλω να είμαι απολύτως σαφής. Μετά την ολοκλήρωση της διερεύνησης και την αξιολόγηση του συνόλου του μαρτυρικού υλικού από την Αστυνομία και τη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας, το συμπέρασμα είναι ξεκάθαρο. Δεν προέκυψε οποιαδήποτε μαρτυρία που να στοιχειοθετεί τα ισχυριζόμενα σοβαρά αδικήματα που προβλήθηκαν δημόσια εναντίον των προσώπων που κατονομάστηκαν ή ενεπλάκησαν στους ισχυρισμούς αυτούς».
Υπέδειξε εξάλλου πως «αντιθέτως, η διερεύνηση κατέδειξε ότι το περιεχόμενο του δεκατετρασέλιδου εγγράφου, των επίμαχων μηνυμάτων, των ηχητικών αποσπασμάτων και του ευρύτερου αφηγήματος που παρουσιάστηκε, ήταν ψευδές και κατασκευασμένο. Η διαπίστωση αυτή δεν βασίζεται σε υποθέσεις ή εκτιμήσεις. Βασίζεται σε μαρτυρίες που δόθηκαν ενώπιον των ανακριτών, σε τεχνικά και δικανικά ευρήματα, σε ανεξάρτητη μαρτυρία και σε αντικειμενικά στοιχεία που συλλέχθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας».
Συγκεκριμένα, συνέχισε, «προέκυψαν σαφείς παραδοχές για τη δημιουργία ψευδών αφηγημάτων και κατασκευασμένων μηνυμάτων. Χρησιμοποιήθηκε εφαρμογή που επέτρεπε τη δημιουργία εικονικών μηνυμάτων και επικοινωνιών, με δυνατότητα καθορισμού ονόματος αποστολέα, περιεχομένου και χρόνου αποστολής, ώστε να εμφανίζονται ως πραγματικά».
Όπως είπε, «οι δικανικές εξετάσεις που πραγματοποιήθηκαν στις τηλεφωνικές συσκευές που σχετίζονταν με την υπόθεση κατέδειξαν την μη ύπαρξη των επικοινωνιών που παρουσιάζονταν ως γνήσιες. Δεν εντοπίστηκαν οποιαδήποτε δεδομένα που να στηρίζουν το περιεχόμενο των καταγγελλόμενων συνομιλιών. Ανεξάρτητα από τα προαναφερόμενα, κρίσιμοι ισχυρισμοί που αποτέλεσαν τον πυρήνα της υπόθεσης ελέγχθηκαν εξαντλητικά και διαψεύστηκαν μέσα από επίσημα αρχεία, κρατικά μητρώα, οικονομικές έρευνες, μαρτυρίες τρίτων προσώπων και ανεξάρτητες τεχνικές εξετάσεις».
Παράλληλα, ανέφερε, «ισχυρισμοί για πρόσωπα, γεγονότα, οικονομικές συναλλαγές, παρεμβάσεις σε θεσμούς, παρακολουθήσεις και άλλες σοβαρές καταγγελίες που προβλήθηκαν δημόσια διαπιστώθηκε ότι, ήταν ανυπόστατοι. Μετά την αξιολόγηση της μαρτυρίας από Ομάδα Λειτουργών της Νομικής Υπηρεσίας, και τη διαπίστωση της μη στοιχειοθέτησης οποιουδήποτε αδικήματος εναντίον οποιωνδήποτε προσώπων στα οποία καταλογίζονται επιλήψιμες συμπεριφορές και τη διαπίστωση ότι, η διερεύνηση της υπόθεσης κατέδειξε πέραν του ζητήματος της μη γνησιότητας των μηνυμάτων και το ψευδές και ανυπόστατο του περιεχομένου αυτών, δόθηκαν οδηγίες στην Αστυνομία, για διερεύνηση τυχόν διάπραξης συγκεκριμένων ποινικών αδικημάτων που αφορούν στη δημιουργία, στη δημοσίευση και εν γένει στη διάδοση των επίμαχων μηνυμάτων, όπως επίσης και σε δηλώσεις και αναρτήσεις που έγιναν στο διαδίκτυο».
Η Αστυνομία, είπε, «δεν διερεύνησε αυτή την υπόθεση για να δικαιώσει ή να διαψεύσει δημόσιες αφηγήσεις. Τη διερεύνησε για να διαπιστώσει τα πραγματικά γεγονότα. Και τα πραγματικά γεγονότα, όπως προέκυψαν μέσα από την έρευνα, είναι σαφή. Οι ισχυρισμοί που εξετάστηκαν καταρρίπτονται από το σύνολο της μαρτυρίας, και δεν στοιχειοθετούν ποινικά αδικήματα εναντίον των προσώπων που κατονομάστηκαν».
Εξάλλου, σημείωσε πως «η Αστυνομία Κύπρου διερεύνησε την υπόθεση με τη σοβαρότητα που απαιτούσε η φύση των καταγγελιών και η σημασία τους για το νόμο και την κοινωνία, ειδικά όταν οι ισχυρισμοί κλονίζουν την εμπιστοσύνη του κοινού προς τους θεσμούς. Αυτό αποτελεί και την ουσία της αποστολής μας: να διασφαλίζουμε ότι κάθε ισχυρισμός διερευνάται πλήρως, ότι κάθε συμπέρασμα στηρίζεται σε αποδείξεις και ότι οι θεσμοί λειτουργούν με ανεξαρτησία, υπευθυνότητα και σεβασμό προς τους πολίτες. Η εμπιστοσύνη στους θεσμούς δεν οικοδομείται με δηλώσεις. Οικοδομείται όταν οι θεσμοί ανταποκρίνονται στο καθήκον τους, ακόμη και στις πιο δύσκολες και ευαίσθητες υποθέσεις.
Αυτή, κατέληξε, «είναι η ευθύνη που αναλαμβάνουμε. Και αυτή είναι η δέσμευση που συνεχίζουμε να υπηρετούμε καθημερινά απέναντι στην κοινωνία και το κράτος δικαίου».
Η διερεύνηση της υπόθεσης
Ο εκπρόσωπος Τύπου της Αστυνομίας, Βύρωνας Βύρωνος προχώρησε σε παρουσίαση των ευρημάτων της διερεύνησης.
Όπως είπε, από την κατάθεση που έδωσε η φερόμενη «Σάντη» στην Αστυνομία, είχε αναφέρει ότι τα μηνύματα που είδαν το φως της δημοσιότητας «ήταν προϊόν της φαντασίας της και η ίδια τα είχε κατασκευάσει με συγκεκριμένη εφαρμογή, το Call Assistant». Όπως είπε, η «Σάντη» έκανε επίδειξη στους ανακριτές για τη χρήση της εφαρμογής, από την οποία διαφάνηκε η ευκολία με την οποία τη χρησιμοποιούσε.
Σύμφωνα με τον κ. Βύρωνος, η αστυνομία κατάσχεσε αριθμό τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και τηλεφωνικές συσκευές, οι οποίες εξετάστηκαν στο δικανικό εργαστήριο ηλεκτρονικών δεδομένων του Αρχηγείου Αστυνομίας, «και δεν εντοπίστηκε καμία επικοινωνία τόσο μεταξύ του πρώην δικαστή και της «Σάντης», όσο και μεταξύ αυτής και των άλλων προσώπων που εμφανίζονταν στην υπόθεση. Όπως είπε, στα ίδια συμπεράσματα κατέληξε και η Europol.
Ερωτηθείς για τη συνδρομή του FBI στην υπόθεση, ο Αρχηγός της Αστυνομίας είπε ότι επιβεβαιώθηκε ότι οι μέθοδοι και η διαδικασία της Αστυνομίας συμφωνούν απόλυτα με τις συστάσεις του FBI, δίνοντας ως παράδειγμα την εισήγηση για οικονομικές έρευνες, κάτι το οποίο ήδη έκανε η Αστυνομία.
Εξέταση των ισχυρισμών
Στη συνέχεια, ο Βύρωνας Βύρωνος παρουσίασε τους ισχυρισμούς που περιέχονταν στα μηνύματα, και στις αναρτήσεις του κ. Δρουσιώτη, τους οποίους εξέτασε η Αστυνομία.
Συγκεκριμένα, αναφέρθηκε στον ισχυρισμό για σεξουαλική κακοποίηση της ανήλικης «Σάντης» από τον πρώην δικαστή, με τη γέννηση ενός κοριτσιού, που πέθανε από λευχαιμία. Όπως είπε, ο ισχυρισμός έχει καταρριφθεί τόσο από την ίδια αλλά και από ανεξάρτητες μαρτυρίες και από εξετάσεις που έγιναν στα αρχεία του κράτους. Το ίδιο συνέβη και για άλλους ισχυρισμούς, όπως η απόκτηση άλλων παιδιών με τον πρώην δικαστή.
Σύμφωνα με τον κ. Βύρωνος, καταρρίφθηκαν, επίσης, οι ισχυρισμοί που αφορούσαν τον θάνατο του πατέρα της «Σάντης» και της πρώην συζύγου του δικαστή.
Για τον ισχυρισμό που αφορούσε ταξίδι της «Σάντης» στη Γαλλία με τον δικαστή, όταν ήταν ανήλικη και φιλοξενία της σε έπαυλη, ο κ. Βύρωνος είπε ότι η ίδια σε κατάθεση της είπε ότι ουδέποτε ταξίδεψε εκεί, ενώ από εξετάσεις διαφάνηκε ότι πρόσωπο που εμφανιζόταν σε σχετική φωτογραφία αναγνωρίστηκε και του λήφθηκε κατάθεση, αναφέροντας ότι αυτή προέρχεται από δική του ανάρτηση σε ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης.
Καταρρίφθηκε, επίσης, ο ισχυρισμός για πρόκληση σωματικής βλάβης από τον δικαστή στη «Σάντη», αφού αφενός η ίδια είπε ότι ήταν δικό της κατασκεύασμα και αφετέρου δεν εντοπίστηκε κάτι σε ιατροδικαστικό έλεγχο που έγινε. Παράλληλα, η σχετική φωτογραφία εντοπίστηκε ότι κατέβηκε από το διαδίκτυο.
Από γραφολογική εξέταση που διενεργήθηκε για το σημείωμα σε φάκελο που υποτίθεται ότι περιείχε λεφτά για χρηματισμό της «Σάντης» ταυτοποιήθηκε ότι επρόκειτο για γραφόμενα της ίδιας, κάτι το οποίο δήλωσε και η ίδια στην κατάθεσή της.
Απορρίφθηκε, επίσης, ο ισχυρισμός ότι η «Σάντη» μετέβη στη Γερμανία, με τη βοήθεια δημοσιογράφου και φιλοξενήθηκε από καταφύγιο γυναικών. Ο Εκπρόσωπος της Αστυνομίας είπε ότι από ανεξάρτητη μαρτυρία διαφάνηκε ότι την ίδια περίοδο αυτή εργαζόταν σε συγκεκριμένη εταιρεία στην Κύπρο, ενώ μεταξύ 2021 και 2026 η «Σάντη» έχει μεταβεί μόνο μία φορά στο εξωτερικό, στην Ελλάδα, για εκπαίδευση μέσω της εργασίας της.
Επιπλέον, από το ηχητικό που κυκλοφόρησε που φερόταν να μιλά η ίδια από Γερμανία, είπε ότι εντοπίστηκε το πρόσωπο στο οποίο ανήκε το τηλέφωνο, και του λήφθηκε κατάθεση.
Τα μηνύματα
Όσον αφορά τα μηνύματα που φέρονταν να είχαν υποκλαπεί από το τηλέφωνο του δικαστή, σύμφωνα με τον κ. Βύρωνος, η «Σάντη» δήλωσε ότι δεν είχε ποτέ στην κατοχή της το τηλέφωνο του δικαστή και τα συγκεκριμένα μηνύματα τα είχε κατασκευάσει η ίδια.
Όπως σημείωσε, από εξετάσεις που έγιναν φαίνονται «ξεκάθαρα λάθη». Συγκεκριμένα, έκανε αναφορά σε ταυτόχρονη απεικόνιση στοιχείων που παρατηρούνται σε λειτουργικό iOS και Android, σε ταυτόχρονη απεικόνιση διαφορετικών ωρών, σε αποκοπή και επικόλληση πολλαπλών στιγμιότυπων οθόνης.
Οικονομικοί ισχυρισμοί
Όσον αφορά τους ισχυρισμούς για τις οικονομικές πτυχές της υπόθεσης, ο κ. Βύρωνος είπε ότι ο ισχυρισμός για έμβασμα €850.000 σε δόσεις από την αδελφότητα των Ροδόσταυρων για εξαγορά της σιωπής της «Σάντης» και ο ισχυρισμός για εργοδότηση της στο Προεδρικό καταρρίφθηκαν, τόσο από καταθέσεις της ίδιας, από καταθέσεις από την εταιρεία που εμφανιζόταν στην κατάσταση λογαριασμού στο διαδίκτυο και από καταθέσεις της αδελφότητας των Ροδόσταυρων. «Ουδέποτε έγινε οποιαδήποτε εξαγορά ή υπήρξε οποιαδήποτε μεταφορά χρημάτων στους λογαριασμούς που έχουν αποκαλυφθεί», είπε ο κ. Βύρωνος, προσθέτοντας ότι στη συγκεκριμένη αδελφότητα δεν εγγράφονται γυναίκες.
Ο μόνος ισχυρισμός που φαίνεται να επιβεβαιώνεται είναι αυτός που αφορά την εργοδότησή της στο Ταχυδρομείο, με τον κ. Βύρωνος να σημειώνει ότι έγινε στο πλαίσιο προγράμματος ΕΕΕ, στο οποίο εργοδοτήθηκαν όσοι έκαναν αίτηση.
Όσον αφορά τις μετοχές του δικαστή και της συζύγου του στην GoGordian, ο κ. Βύρωνος είπε ότι έγιναν εξετάσεις τόσο στους τραπεζικούς τους λογαριασμούς, όσο και στον Έφορο Εταιρειών και έχουν απορριφθεί οι ισχυρισμοί.
Ερωτηθείς για το κατά πόσο εξετάστηκαν οι ισχυρισμοί που αφορούσαν την υπόθεση Focus, ο Αρχηγός είπε ότι εξετάστηκαν όλες οι πτυχές της υπόθεσης και το περιεχόμενο των μηνυμάτων και δεν βρέθηκε κάτι.
Αναφορικά με το ηχητικό που αφορούσε τον Γιώργο Μυλωνάκη, ο κ. Βύρωνος είπε ότι η «Σάντη» είπε ότι το ηχητικό ήταν ψεύτικο και το είχε κατασκευάσει «χωρίς να το γνωρίζει το πρόσωπο που μιλούσε μαζί του». Σύμφωνα με τον κ. Βύρωνος, το πρόσωπο αυτό εντοπίστηκε και του λήφθηκε κατάθεση.
Απορρίφθηκαν, επίσης, οι ισχυρισμοί που αφορούσαν το όνομα του Μορφάκη Σολωμονίδη για κοριούς στη Νομική Υπηρεσία, ενώ ο ισχυρισμός για συνάντηση της με τον Γενικό Εισαγγελέα «δεν έγινε ποτέ». Ο ισχυρισμός για τον διορισμό του Γενικού Εισαγγελέα και του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα καταρρίφθηκε τόσο με κατάθεσή της, όσο και με κατάθεση των άλλων προσώπων που εμπλέκονταν στα μηνύματα, συνέχισε ο κ. Βύρωνος.
Τέλος, είπε ότι καταρρίφθηκε και ο ισχυρισμός ότι ο άγνωστος με το όνομα «user 6» και η αποστολή μηνυμάτων προς τον δικαστή για ευχαριστίες για τον διορισμό Επαρχιακού Δικαστή έχουν καταρριφθεί τόσο από την ίδια στις καταθέσεις της «που έλεγε ότι ήταν στη φαντασία της», σύμφωνα με τον κ. Βύρωνος, όσο και από τους ίδιους τους εμπλεκόμενους.
«Από την έρευνα που έγινε από την Αστυνομία δεν στοιχειοθετήθηκε κανένα αδίκημα εναντίον οποιουδήποτε προσώπου. Όλα τα μηνύματα διαπιστώθηκε ότι δεν ήταν γνήσια και το περιεχόμενό τους, το οποίο εξετάστηκε επίσης, φάνηκε ότι ήταν ψευδές και ανυπόστατο», είπε καταληκτικά ο κ. Βύρωνος
Οι ερωτήσεις των δημοσιογράφων
Στη συνέχεια, ο Αρχηγός της Αστυνομίας δέχθηκε ερωτήσεις από δημοσιογράφους. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση, ο Αρχηγός της Αστυνομίας υπέδειξε πως «οι οδηγίες της Νομικής Υπηρεσίας είναι διερεύνηση τυχόν ποινικών αδικημάτων που αφορούν τη δημιουργία, τη δημοσίευση και εν γένει διάδοση πλαστών εγγράφων. Τα άτομα που αφορούν έχουν ενημερωθεί και θα περάσουν από ανάκριση».
Σε άλλη ερώτηση, υπέδειξε πως «οι συλλήψεις δεν είναι αυτοσκοπός και ότι δεν έγιναν συλλήψεις επειδή διερευνούσαν τη μαρτυρία. Αν λέτε ότι καθυστερήσαμε είτε σκόπιμα είτε άθελα, εμείς δεν το λέμε. Διερευνούσαμε την υπόθεση. Πρέπει να είμαστε σωστοί και η Αστυνομία δεν μπήκε στην προεκλογική εκστρατεία. Εμείς δεν είχαμε σκοπό να βιαστούμε να το βγάλουμε ή όχι. Όταν ήταν έτοιμη η μαρτυρία, πήγαμε στο Γενικό Εισαγγελέα και είχαμε κατάληξη. Δεν μας επηρέασαν οι εκλογές. Δεν ξέρω αν είναι σύμπτωση που δημοσιεύτηκε στην προεκλογική. Η διερεύνηση ξεκίνησε από τις 2 Απριλίου».
Σε ερώτηση για τις διαρροές στον Τύπο και ότι η κοινωνία ήταν ενήμερη επί καθημερινής βάσεως και για ποιο λόγο έγινε η παρουσίαση τώρα και δεν περίμεναν να έχουν και ανακοινώσεις για τυχόν συλλήψεις, επιδιώκοντας πιθανό να προλάβουν το πόρισμα για το Κράτος Μαφία και ότι υπάρχουν ψίθυροι για πολιτικές πιέσεις, σημείωσε πως ποτέ δεν δέχθηκε πολιτικές πιέσεις. «Δεν μπορούσαμε σε μία μέρα να μελετήσουμε και να βγάλουμε ανακοίνωση. Εγώ χθες είδα ότι θα ανακοινωθεί το πόρισμα για Κράτος Μαφία. Είναι ένα πόρισμα που είναι δύο χρόνια, εμείς είμαστε δύο μήνες. Όταν ήμασταν έτοιμοι, πήγαμε στη Νομική Υπηρεσία. Η διερεύνηση που ξεκινά τώρα είναι συγκεκριμένη. Η διερεύνηση ξεκίνησε».
Ο εκπρόσωπος τύπου της Αστυνομίας, Βύρωνας Βύρωνος, απαντώντας σε σχετική ερώτηση, σημείωσε πως «το κινητό του Δικαστή παραλήφθηκε, εξετάστηκε και από εμάς και από τη Europol και δεν έδειξε οτιδήποτε».
Σε άλλο σημείο, ο Αρχηγός της Αστυνομίας επεσήμανε πως «από τη μελέτη του ανακριτικού υλικού, η Νομική Υπηρεσία μας έδωσε οδηγίες για διερεύνηση συγκεκριμένων αδικημάτων. Δεν είπα ποια πρόσωπα. Δεν θα απαντήσω ποια είναι».
Ερωτηθείς πώς προέκυπταν τα πρόσωπα και αν δρούσε μόνη της, ο Αρχηγός σημείωσε πως «ήταν στην φαντασία της και πιθανό μετά από συζήτηση με κάποιους να έθετε τα άτομα στο τραπέζι και ενημέρωση από το διαδίκτυο». Σε ερώτηση ποια ήταν η απάντηση από τη Europol, ο Θεμιστός Αρναούτης σημείωσε πως η Europol είναι διεθνής οργανισμός, δουλεύουν με δικές τους εντολές και δικούς τους κανόνες. Αυτό που επιβεβαίωσαν είναι αυτά που έδειξαν τα δικά μας εργαστήρια».
Αναφορικά με το ένταλμα έρευνας στο γραφείο του Νίκου Κληρίδη, ο Αρχηγός Αστυνομίας υπέδειξε ότι «εμείς δεν είπαμε ότι ήταν λάθος ένταλμα. Πηγαίνουμε με στοιχεία στο Δικαστήριο για ένταλμα και εκείνο εκδίδει ή όχι».
Όσον αφορά στην κάθοδο του FBI, ανέφερε πως «η αναφορά ήταν ότι οι μέθοδοι και η διαδικασία της Αστυνομίας, συμφώνησαν απόλυτα. Είναι διαφορετικό ποινικό σύστημα απόδοσης δικαιοσύνης στις ΗΠΑ και η λήψη καταθέσεων».
Σε ερώτηση πώς μπορούσε να ξέρει τα τηλέφωνα των ατόμων που ανέφερε, ο Αρχηγός σημείωσε πως κάποιοι τα αναρτούν δημόσια. Σε ερώτηση αν έχει εντοπιστεί το κινητό της Σάντη, ο κ. Αρναούτης υπέδειξε πως έχει παραδοθεί ένα κινητό.
Σε άλλη ερώτηση, ο Αρχηγός υπέδειξε ότι «κάποιοι άνθρωποι λοιδορήθηκαν, κατηγορήθηκαν με ψεύτικα μηνύματα, κάποιοι ήταν υποψήφιοι βουλευτές. Θα πρέπει η Πολιτεία να κάνει οτιδήποτε δυνατό να διερευνήσει αν οι αναφορές ήταν αληθείς και αν υπάρχει ποινικό αδίκημα να διερευνηθεί. Δεν έχουμε κάποιο κίνητρο, υπάρχουν ισχυρισμοί».
Σε ερώτηση για τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα, ο Αρχηγός υπέδειξε πως «ο πάροχος παρέχει δεδομένα μέχρι έξι μήνες πίσω, αλλά δεν παρέχει το περιεχόμενο. Αυτό είναι στη συσκευή. Δεν θα μπω στη διαδικασία για τεχνικά μηνύματα».
Σε ερώτηση αν θα υπάρχουν παρόμοιας φύσεως ενημερώσεις για άλλα θέματα που αφορούν την κοινωνία, όπως το videogate, ο Αρχηγός της Αστυνομίας επεσήμανε πως «έχει οριστεί ποινικός ανακριτής. Όταν ολοκληρωθούν οι έρευνες, να ρωτήσετε τον ποινικό ανακριτή». Σε υπόδειξη για το πόρισμα για το Μαρίνο Σιζόπουλο, ο Αρχηγός υπέδειξε πως είναι υπό διερεύνηση.
Ερωτηθείς για τη σχέση του με τον υπουργό Δικαιοσύνης και ότι παρεμβαίνει στο έργο του ο Κώστας Φυτιρής, ο Αρχηγός «υπέδειξε πως δεν υπάρχει καμία παρέμβαση, υπάρχει μία παραγωγική συνεργασία. Υπάρχουν ξεκάθαροι ρόλοι, η Πολιτεία δίνει την κατεύθυνση και η Αστυνομία έχει την ευθύνη για την εφαρμογή. Σε κάποιες περιπτώσεις αν υπάρχουν διαφορετικές απόψεις, καθόμαστε κάτω και το συζητούμε».
Σε ερώτηση αν ανακάλεσε την απόφαση για την ΟΠΕ, ο Θεμιστός Αρναούτης σημείωσε πως «υπάρχει μία διαδικασία στο Διοικητικό Δικαστήριο, το σέβομαι απόλυτα και να σεβαστούμε την απόφαση όταν ολοκληρωθεί η διαδικασία».
Σε άλλη ερώτηση, ο Αρχηγός της Αστυνομίας σημείωσε πως δεν έγινε οικονομική εκτίμηση της έρευνας, αφού δεν ήταν στις προτεραιότητες της Κυβέρνησης. Ερωτηθείς σχετικά, υπέδειξε πως «δεν θα αναφερθώ σε πρόσωπα που θα ερευνηθούν και θα ανακριθούν, δεν θα αποκαλύψω προσωπικά δεδομένα οποιουδήποτε ατόμου».











