Η έγκριση της ένταξης των συμβουλευτικών ψυχολόγων στο ΓεΣΥ από τη Βουλή, καθώς και οι όροι που καθορίστηκαν, προκάλεσαν την έντονη αντίδρασή τους. Και αυτό διότι, όπως καταγγέλλουν οι ίδιοι, φαίνεται να γίνεται διαχωρισμός ανάμεσα στους συμβουλευτικούς και τους κλινικούς ψυχολόγους, με αποτέλεσμα οι πρώτοι να έχουν τη δυνατότητα να αναλαμβάνουν μόνο περιορισμένο αριθμό περιστατικών, πέραν συγκεκριμένων και σπάνιων παθήσεων.
Παρόλα αυτά, φαίνεται πως ο ΟΑΥ είναι πρόθυμος να προχωρήσει σε συζητήσεις πριν από τη λήψη της τελικής απόφασης για τα περιστατικά που θα μπορούν να παρακολουθούν οι συμβουλευτικοί ψυχολόγοι, ώστε να καταστεί δυνατός ο καθορισμός των όρων ένταξης στο σύστημα χωρίς να προκληθούν περαιτέρω προβλήματα. Την ίδια ώρα, στόχος είναι να αποσαφηνιστούν και οι ανάγκες των ασθενών που χρειάζονται τη συγκεκριμένη ειδικότητα, ώστε να διαμορφωθεί ένα πιο ξεκάθαρο πλαίσιο λειτουργίας.
Πληροφορίες αναφέρουν πως το επόμενο χρονικό διάστημα αναμένεται να πραγματοποιηθεί συνάντηση ανάμεσα στους συμβουλευτικούς ψυχολόγους και τον ΟΑΥ, ώστε να τεθούν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων οι θέσεις και οι εισηγήσεις των οργανώσεών τους. Μέσα από τη διαδικασία αυτή, ο Οργανισμός αναμένεται να ακούσει τις προτάσεις τους για βελτίωση της κατάστασης, με στόχο την εξεύρεση λύσεων πριν ληφθεί η τελική απόφαση για τα περιστατικά που θα μπορούν να παρακολουθούν στο πλαίσιο του ΓεΣΥ.
Μιλώντας στον REPORTER, η πρόεδρος της Ψυχολογικής Ένωσης Κύπρου, Λουΐζα Θεοφάνους, εξήγησε πως «το πρόβλημα προκύπτει μετά την απόφαση της Βουλής να εντάξει τους Συμβουλευτικούς Ψυχολόγους στο ΓεΣΥ. Ωστόσο, ο ΟΑΥ, ο οποίος είναι υπεύθυνος να θεσπίσει τους όρους ένταξής μας, προτείνει ελάχιστες, περίεργες και σπάνιες κατηγορίες περιστατικών, τις οποίες εμείς θεωρούμε πως ουσιαστικά οδηγούν σε μία ένταξη μόνο στα χαρτιά».
Συγκεκριμένα, όπως διευκρίνισε, «προτείνουν να παρακολουθούμε φυλακισμένους, ασθενείς με AIDS και ορισμένες κατηγορίες περιστατικών, οι οποίες σπάνια θα χρειαστούν ψυχολόγο και ούτε θα παραπέμπονται εύκολα από προσωπικούς γιατρούς. Οι κατηγορίες αυτές δεν φαίνεται να έχουν κάποια επιστημονική λογική ή τεκμηρίωση».
Παράλληλα, σημείωσε πως από τους τρεις οργανωμένους φορείς ψυχολόγων, τον Σύνδεσμο Ψυχολόγων Κύπρου, τον Παγκύπριο Σύλλογο και την Ψυχολογική Ένωση Κύπρου, «μέχρι στιγμής έγιναν διαβουλεύσεις μόνο με τους δύο, ενώ εμείς, παρότι αποτελούμε ιδρυμένο σωματείο εδώ και δέκα χρόνια, δεν συμπεριληφθήκαμε στη διαδικασία των διαβουλεύσεων, κάτι που θεωρούμε ότι έγινε για προσωπικούς λόγους. Οι δύο φορείς διαφωνούσαν μεταξύ τους, ωστόσο ο Σύνδεσμος Ψυχολόγων τοποθετήθηκε και δημόσια, αναφέροντας ότι διαφωνεί κάθετα με τις προτάσεις του ΟΑΥ και ότι τα μέλη του δεν θα ενταχθούν με αυτούς τους όρους».
Σημείωσε ακόμη πως «με αυτόν τον τρόπο ουσιαστικά υποβαθμίζεται η συμβουλευτική ψυχολογία και παρουσιάζεται ως βοηθητική και υποδεέστερη της κλινικής ψυχολογίας, κάτι που δεν ισχύει. Οι κλινικοί και οι συμβουλευτικοί ψυχολόγοι εκπαιδευόμαστε ώστε να μπορούμε να διαχειριζόμαστε τα ίδια περιστατικά».
Εξήγησε επίσης πως «έχουμε αποστείλει επιστολή με λίστα όλων των κατηγοριών περιστατικών που μπορούμε να αναλάβουμε, στις οποίες περιλαμβάνονται περιστατικά κατάθλιψης, άγχους, φοβιών, πένθους, κακοποίησης, διατροφικών διαταραχών, εξαρτήσεων, ακόμη και ψυχιατρικών περιστατικών. Δηλαδή, βλέπουμε το ίδιο φάσμα ασθενών με τους κλινικούς ψυχολόγους και η διαφορά μας εντοπίζεται κυρίως στον τρόπο προσέγγισης. Οι κλινικοί ψυχολόγοι πραγματοποιούν περισσότερα διαγνωστικά τεστ, ενώ εμείς είμαστε περισσότερο προσανατολισμένοι στην ψυχοθεραπευτική προσέγγιση. Πρόκειται για διαφορές φιλοσοφίας και όχι ουσίας και αυτό μπορεί εύκολα να το διαπιστώσει κάποιος εξετάζοντας τα προγράμματα σπουδών, τους δεοντολογικούς κώδικες, αλλά και το τι ισχύει στο εξωτερικό».
Επιπρόσθετα, η κ. Θεοφάνους επισήμανε πως «για παράδειγμα, στο NHS της Αγγλίας εργοδοτούνται εξίσου κλινικοί και συμβουλευτικοί ψυχολόγοι και εργάζονται με τα ίδια περιστατικά, ενώ στην Κύπρο επιχειρείται να παρουσιαστούμε ως μία υποδεέστερη ειδικότητα. Αυτό συμβαίνει επειδή πρόκειται για μία πιο νέα ειδικότητα και αριθμητικά είμαστε λιγότεροι». Παράλληλα, τόνισε πως «οι περισσότεροι συνάδελφοι είναι νεαροί σε ηλικία και ενώ οι κλινικοί ψυχολόγοι ξεπερνούν τους χίλιους, εμείς οι συμβουλευτικοί είμαστε περίπου 150 με 200 άτομα, γεγονός που δημιουργεί την αίσθηση μίας τακτικής αποκλεισμού».
Την ίδια ώρα, ερωτηθείσα για τις επαφές που έγιναν ή πρόκειται να γίνουν με τον ΟΑΥ για το συγκεκριμένο ζήτημα, επισήμανε πως «κάναμε πάρα πολλές προσπάθειες μέσω επιστολών και ανταλλαγής ηλεκτρονικών μηνυμάτων, ωστόσο φαίνεται ότι ολόκληρη η πρόταση ανατέθηκε σε μία κλινική ψυχολόγο. Αυτό δημιουργεί προβληματισμό, διότι όταν τίθενται όροι ένταξης για μία ειδικότητα, δεν είναι λογικό να γίνονται διαπραγματεύσεις αποκλειστικά με κλινικούς ψυχολόγους για τους συμβουλευτικούς. Συνεπώς, προκύπτει και θέμα άγνοιας αλλά και πιθανής σύγκρουσης συμφερόντων, αφού είναι λογικό οι κλινικοί ψυχολόγοι να επιδιώκουν την προώθηση των δικών τους συμφερόντων και να παρουσιάζονται ως οι μόνοι που μπορούν να διαχειριστούν όλα τα περιστατικά, αφήνοντας εμάς στον ρόλο του φτωχού συγγενή».
Ταυτόχρονα, επισήμανε πως «υπήρξε επικοινωνία με κλινική ψυχολόγο του ΟΑΥ, η οποία επαναλαμβάνει τα ίδια επιχειρήματα. Ωστόσο, δεν καταλήγουμε κάπου, καθώς επικαλείται ορισμένους κανονισμούς του Συμβουλίου Εγγραφής Ψυχολόγων για αποκλειστικά καθήκοντα, οι οποίοι δεν έχουν περάσει από τη Βουλή και άρα δεν έχουν θεσμοθετηθεί. Το Συμβούλιο Εγγραφής αναφέρει ότι οι συμβουλευτικοί ψυχολόγοι συνήθως ασχολούνται με περιστατικά πιο ψυχοκοινωνικής φύσης και οι κλινικοί ψυχολόγοι με σοβαρότερη ψυχοπαθολογία, όμως αυτό δεν διατυπώνεται με απόλυτους όρους».
Καταλήγοντας, η κ. Θεοφάνους σημείωσε πως βασικό τους αίτημα είναι «να ενταχθούμε στο ΓεΣΥ με ισότιμους όρους, όπως ακριβώς ισχύει και για τους κλινικούς ψυχολόγους».
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Πάνε προς ένταξη ως ξεχωριστή επαγγελματικής ομάδα στο ΓεΣΥ οι συμβουλευτικοί ψυχολόγοι











