Από τη μία, βρίσκεται η πολύκροτη υπόθεση της «Σάντη», με την Αστυνομία και την Κυβέρνηση να διαμηνύουν πως τα αποτελέσματα των ερευνών θα ανακοινωθούν πριν από τις βουλευτικές εκλογές της 24ης Μαΐου. Στόχος, όπως αναφέρεται, είναι αφενός η ενημέρωση της κοινής γνώμης για ένα ζήτημα τεράστιου δημόσιου ενδιαφέροντος -έστω και αν αυτή γίνεται ήδη εν μέρει μέσω έντονων διαρροών- και αφετέρου το ξεκαθάρισμα του σκηνικού σε σχέση με τους ισχυρισμούς περί διαπλοκής και διαφθοράς στην εκτελεστική, πολιτική, θεσμική και δικαστική εξουσία.
Από την άλλη, βρίσκεται η εκτεταμένη έρευνα της Αρχής κατά της Διαφθοράς για το βιβλίο «Κράτος Μαφία», το οποίο στρέφεται κατά κύριο λόγο κατά του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας, Νίκου Αναστασιάδη. Πρόκειται για μια έρευνα που, σε αντίθεση με την «Σάντη», διεξήχθη μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας από τέσσερις ανεξάρτητους ερευνητές, υπό την καθοδήγηση της Αυστραλής Γκάμπριελ Λουίζ ΜακΙντάιρ, ενώ διήρκησε περίπου δύο χρόνια και το πόρισμά της αναμένεται να δημοσιοποιηθεί μετά τις βουλευτικές εκλογές.
Κεντρικό πρόσωπο και στις δύο υποθέσεις είναι ο Μακάριος Δρουσιώτης, στον οποίο αποδίδονται πολιτικά κίνητρα σε σχέση με τους ισχυρισμούς που διατύπωσε στην υπόθεση «Σάντη», ενώ ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας -που επίσης ενέπλεξε-επανέλαβε την θέση πως πρόκειται για συκοφάντη, όπως και ο τίτλος του βιβλίο του με το οποίο απαντά στον συγγραφέα, καθώς και για μυθομανή. Ωστόσο, η εκδοχή της μυθοπλασίας καταρρίφθηκε, δεδομένης της παραδοχής της 45χρονης, η οποία -κατά την Αστυνομία- παραδέχθηκε πως τα μηνύματα που επικαλέστηκε ο υποψήφιος του Βολτ είναι πλαστά, με τον Μακάριο Δρουσιώτη από την άλλη να επιμένει στο βάσιμο των ισχυρισμών του.
Οι δύο υποθέσεις μπορεί να μην συνδέονται άμεσα, ωστόσο είναι ουσιαστικά αλληλένδετες. Και αυτό διότι στο επίκεντρο βρίσκεται το ίδιο πρόσωπο, ο Μακάριος Δρουσιώτης, ο οποίος ζητά την εμπιστοσύνη των πολιτών. Συνεπώς, οι πολίτες οφείλουν να γνωρίζουν εάν πρόκειται για έναν αναξιόπιστο αφηγητή με επικίνδυνες πολιτικές που οδηγούν σε αποσταθεροποίηση της χώρας, όπως κατηγορείται, ή για έναν μάρτυρα δημοσίου συμφέροντος που συμβάλλει στην αποκάλυψη σοβαρών σκανδάλων διαφθοράς και χρήζει προστασίας βάσει της σχετικής νομοθεσίας που ψηφίστηκε τον Φεβρουάριο του 2022.
Παράλληλα, στην υπόθεση «Σάντη» περιλαμβάνονται ισχυρισμοί που αποτέλεσαν αντικείμενο διερεύνησης και από την Αρχή κατά της Διαφθοράς, ενώπιον της οποίας κατέθεσαν περισσότεροι από 100 πρώην και νυν αξιωματούχοι. Οι καταγγελίες αυτές αφορούν, μεταξύ άλλων, το κεφάλαιο Focus, τους διορισμούς του Γενικού και του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα, Γιώργου Σαββίδη και Σάββα Αγγελίδη αντίστοιχα, καθώς και την απομάκρυνση του τέως Γενικού Εισαγγελέα, Κώστα Κληρίδη.
Με βάση τα πιο πάνω, εάν στόχος είναι να ξεκαθαρίσει το σκηνικό γύρω από την «Σάντη» πριν από τις εκλογές, τότε -παρά τις επιφυλάξεις που εκφράζονται για τη διαδικασία και την απουσία ανεξάρτητων ποινικών ανακριτών- καθίσταται εξίσου επιτακτική η ανάγκη δημοσιοποίησης και του πορίσματος της Αρχής κατά της Διαφθοράς για το «Κράτος Μαφία».
Αφενός για να υπάρξει συνολική εικόνα πριν από την κάλπη και αφετέρου για να μπορέσουν οι πολίτες να αξιολογήσουν ένα ζήτημα που συνδέεται άμεσα με την κρίση θεσμών που ταλανίζει τη χώρα τα τελευταία χρόνια και η οποία οδήγησε ψήφο διαμαρτυρίας στις τελευταίες ευρωεκλογές με την εκλογή του Φειδία Παναγιώτου.
Σε διαφορετική περίπτωση, εάν δηλαδή δημοσιοποιηθεί μόνο το ένα από τα δύο πορίσματα, ο κίνδυνος να αποδοθούν πολιτικές σκοπιμότητες -ακόμη και αν δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα- είναι ορατός. Αυτό ενδέχεται να εντείνει την αμφισβήτηση και τη σεναριολογία, επιβαρύνοντας περαιτέρω το ήδη τεταμένο κλίμα. Στην εξίσωση βέβαια προστίθενται και οι πληροφορίες που διακινούνται στο παρασκήνιο, περί ενδεχόμενων ποινικών ευθυνών και στις δύο υποθέσεις.
Ως εκ τούτου, το διακύβευμα δεν είναι οι εντυπώσεις πριν τις εκλογές. Είναι η θεσμική συνέπεια και η σχέση εμπιστοσύνης των θεσμών με την κοινωνία, που ήδη τα τελευταία χρόνια περνούν κρίση. Οι καταγγελίες και στις δυο υποθέσεις, αγγίζουν τον πυρήνα του κράτους και αυτές προέρχονται από το ίδιο πρόσωπο. Συνεπώς, εάν στόχος είναι να ενημερωθεί η κοινωνία και να ξεκαθαρίσει το σκηνικό, από κάθε άποψη, τότε αυτό δεν μπορεί να γίνει με μισές εικόνες, διαφορετικά η σύγχυση μετατρέπεται σε περαιτέρω καχυποψία, η οποία οδηγεί σε δυσπιστία.
Δεν μπορεί να ζητείται από τους πολίτες να κρίνουν, να τοποθετηθούν και να ψηφίσουν μέσα σε ένα περιβάλλον σύγχυσης και αντικρουόμενων αφηγήσεων, όπου η μία πλευρά φωτίζεται και η άλλη παραμένει στο σκοτάδι. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, ανεξαρτήτως του τι ισχύει στην πραγματικότητα, να εντείνεται η σεναριολογία ότι κάτι αποκρύπτεται ή να αποδίδονται αλλότρια κίνητρα πίσω από τις ενέργειες των ίδιων των θεσμών. Οι πολίτες έχουν δικαίωμα να γνωρίζουν τι πραγματικά είναι αλήθεια και τι καταρρέει, εάν αυτά τα δεδομένα διαδραματίζουν ρόλο στις επικείμενες εκλογές.
Συνεπώς δύο είναι τα σενάρια. Είτε θα πρέπει να ανακοινωθούν και τα δύο πορίσματα πριν τις εκλογές, με πλήρη διαφάνεια και θεσμική συνέπεια, χωρίς αντιφατικούς χειρισμούς που θα δίνουν τροφή στους καχύποπτους, είτε θα δημοσιοποιηθούν μετά τις εκλογές. Σε κάθε περίπτωση, οι «όροι» θα πρέπει να είναι οι ίδιοι, σε διαφορετική περίπτωση ελλοχεύουν κίνδυνοι.











