Αντιμέτωπη με την πρόκληση της ενίσχυσης της εμβολιαστικής κάλυψης κατά του HPV, βρίσκεται η Κύπρος, σε μία περίοδο όπου η Ευρώπη έχει θέσει ψηλά τον στόχο της εξάλειψης του καρκίνου του τραχήλου της μήτρα. Παρόλο που η χώρα έχει εφαρμόσει το ανάλογο πληθυσμιακό εμβολιαστικό πρόγραμμα από τον 2024 εντούτοις η πρόσφατη έκθεση του ECDC καταδεικνύει ότι, παρά την θεσμική ευθυγράμμιση της χώρα, τα ποσοστά εμβολιασμού παραμένουν σε μέτρια επίπεδα.
Η αποτύπωση αυτή φέρνει στο προσκήνιο την ανάγκη για πιο στοχευμένες παρεμβάσεις, τόσο στην ενημέρωση του πληθυσμού όσο και στη βελτίωση των μηχανισμών παρακολούθησης και υλοποίησης του προγράμματος. Η έκθεση του ECDC για την κατάσταση των προγραμμάτων εμβολιασμού κατά του HPV στην ΕΕ σκιαγραφεί μια μικτή εικόνα για την Κύπρο, αναδεικνύοντας τόσο την πρόοδο που έχει επιτευχθεί όσο και τις προκλήσεις που εξακολουθούν να υπάρχουν σε επίπεδο κάλυψης και παρακολούθησης.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η σημασία της αύξησης της εμβολιαστικής κάλυψης καθίσταται ακόμη πιο επιτακτική, καθώς ο HPV εξακολουθεί να ευθύνεται για περίπου το 5% όλων των καρκίνων παγκοσμίως, ενώ στην ΕΕ ο καρκίνος του τραχήλου της μήτρας παραμένει από τις συχνότερες μορφές καρκίνου σε γυναίκες νεαρής ηλικίας. Παρά τα αποδεδειγμένα οφέλη του εμβολιασμού, καμία χώρα δεν έχει ακόμη πετύχει τον στόχο εξάλειψης της νόσου, γεγονός που αναδεικνύει τις αδυναμίες στην εφαρμογή των προγραμμάτων. Μέσα σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο, τα δεδομένα για την Κύπρο αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς αντικατοπτρίζουν τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν αρκετά κράτη-μέλη στην προσπάθεια επίτευξης υψηλών ποσοστών κάλυψης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεση, η Κύπρος συγκαταλέγεται στις χώρες που έχουν υιοθετήσεις πλήρως ένα καθολικό και χρηματοδοτούμενο πρόγραμμα εμβολιασμού κατά του τραχήλου της μήτρας, το οποίο απευθύνεται τόσο σε κορίτσι, όσο και σε αγόρια μέχρι την ηλικία των 15 ετών. Η εφαρμογή της στρατηγικής gender-neutral, ευθυγραμμίζεται με τη γενικότερη ευρωπαϊκή κατεύθυνση, που από το 2025 και μετά προβλέπει την ένταξη και των δύο φύλων στα εθνικά προγράμματα, με στόχο την ενίσχυση της συλλογικής ανοσίας και τη μείωση των καρκίνων που σχετίζονται με τον ιό.
Σε επίπεδο εμβολιαστικών πρακτικών, όπως αναφέρει η έκθεση του ECDC, η Κύπρος χρησιμοποιεί το εννεαδύναμο εμβόλιο (9-valent), το οποίο έχει την δυνατότητα να καλύψει τα στελέχη υψηλού κινδύνου που ευθύνονται για την μεγάλη πλειονότητα των περιστατικών καρκίνου του τραχήλου της μήτρας. Την ίδια ώρα, συγκαταλέγεται στις χώρες όπου δεν απαιτείται γραπτή γονική συγκατάθεση για τον εμβολιασμό, ενώ εφαρμόζονται και συστήματα υπενθύμισης προς τους πολίτες, μέσω φυσικά ΓεΣΥ, πρακτικές οι οποίες θεωρούνται κρίσιμες για την αύξηση της συμμετοχής στα εμβολιαστικά προγράμματα, ώστε να μπορέσει να μειωθεί το ποσοστό των διαφόρων μορφών καρκίνου.
Ωστόσο, η εικόνα της εμβολιαστικής κάλυψης παρουσιάζει σημαντικά περιθώρια βελτίωσης. Και αυτό διότι, η Κύπρος κατατάσσεται στην κατηγορία των χωρών με ποσοστά κάλυψη μεταξύ 50% και 69% για τα κορίτσια έως την ηλικία των 15 ετών, ένα ποσοστό το οποίο απέχει από τον ευρωπαϊκό στόχο του 90%. Η απόκλιση αυτή είναι ενδεικτική των προκλήσεων που αντιμετωπίζει το σύστημα εμβολιασμού, καθώς η επίτευξη υψηλής εμβολιαστικής κάλυψης αποτελεί βασική προϋπόθεση για την εξάλειψη του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας ως πρόβλημα δημόσιας υγείας.
Ιδιαίτερη σημασία στην έκθεση δίδεται καις τον τρόπο παρακολούθησης των δεδομένων, κάτι ωστόσο αναμένεται να αλλάξει με την λειτουργία του Εθνικού Ινστιτούτου Καρκίνου, οι διαδικασίες του οποίου έχουν ήδη ξεκινήσει, μετά το πράσινο φως που άναψε η Βουλή πριν την διάλυσή της. Όπως αναφέρεται, το σύστημα καταγραφής επιτρέπει την εκτίμηση της εμβολιαστικής κάλυψης ανά ηλικιακή ομάδα, ωστόσο δεν παρέχει την δυνατότητα συνεχούς επικαιροποίησης των στοιχείων σε βάθος χρόνου. Επιπλέον, δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για τις λεγόμενες ομάδες catch-up», δηλαδή για τους εφήβους και νεαρούς ενήλικες που δεν εμβολιάστηκαν στην προβλεπόμενη ηλικία. Το γεγονός αυτό φαίνεται πως περιορίζει τη δυνατότητα πλήρους αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας των παρεμβάσεων που μπορούν να γίνουν.
Σε επίπεδο δομών, η έκθεση καταγράφει πως η Κύπρος περιλαμβάνεται μεταξύ των χωρών που διαθέτουν συστήματα ανοσοποίησης για την παρακολούθηση της εμβολιαστικής κάλυψης, ωστόσο αυτά δεν είναι πλήρως ανεπτυγμένα ώστε, να προσφέρουν δυναμική εικόνα της εξέλιξης των ποσοστών. Επισημαίνει ότι, η ενίσχυση των ψηφιακών εργαλείων και η διασύνδεσής των δεδομένων εμβολιασμού με μητρώα καρκίνου και προγραμμάτων προσυμπτωματικού ελέγχου, αποτελούν κρίσιμα βήματα για την βελτίωση της πολιτικής υγείας.
Συνολικά, η Κύπρος παρουσιάζει θεσμική συμμόρφωση με τις ευρωπαϊκές κατευθυντήριες γραμμές, ωστόσο η απόδοση του προγράμματος σε επίπεδο κάλυψης υπολείπεται των στόχων. Η ενίσχυση της ενημέρωσης του πληθυσμού, η βελτίωση της πρόσβασης και η αναβάθμιση των συστημάτων παρακολούθησης αναδεικνύονται ως βασικές προτεραιότητες, προκειμένου η χώρα να μπορέσει να συμβάλει ουσιαστικά στον ευρωπαϊκό στόχο εξάλειψης των HPV-σχετιζόμενων καρκίνων.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:











