Μετά το σάλο και τις έντονες αντιδράσεις, η Αστυνομία επέστρεψε το ένα από τα τρία κινητά τηλέφωνα που κατάσχεσε από τον δικηγόρο Νίκο Κληρίδη, στα πλαίσια των ερευνών για την υπόθεση «Σάντη», στον οποίο είχε αποταθεί, παραδίδοντας του στοιχεία που αφορούν κατ΄ ισχυρισμό κύκλωμα διαπλοκής και διαφθοράς.
Η ενέργεια της Αστυνομίας το Μεγάλο Σάββατο, προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων και έβαλε στο κάδρο ερωτήματα, αφού μεταξύ άλλων προχώρησε στην κατάσχεση και του κινητού που χρησιμοποιεί σήμερα ο Νίκος Κληρίδης, με τον ίδιο σε δηλώσεις του να αναφέρει πως δεν θεωρεί τυχαία την επιχείρηση της Αστυνομίας, ως προς τον χρόνο που πραγματοποιήθηκε, ενώ είχε αναφέρει πως από τον ηλεκτρονικό του υπολογιστή αναζητήθηκαν με λέξεις κλειδιά συγκεκριμένες υποθέσεις, όπως η focus.
Παράλληλα, σε νέα του δημοσίευσε ο Μακάριος Δρουσιώτης, είχε αναφέρει ότι η «Αδελφότητα διατήρησε την επιρροή της στο Προεδρικό», λέγοντας περαιτέρω ότι «η Σάντη, όπως μου είπε η ίδια και όπως επιβεβαιώνεται από μηνύματα τα οποία φαίνεται ότι η Αστυνομία έσπευσε να εξαφανίσει από το κινητό του Νίκου Κληρίδη, ήταν από τους πρώτους που ανέλαβαν καθήκοντα ως κάποιου είδους συνεργάτης στο Προεδρικό, φαίνεται ως αποτέλεσμα πρωτοβουλίας και επιρροής του Μ. Χριστοδούλου».
Εν τέλει, η Αστυνομία παρέδωσε πίσω το εν λόγω κινητό στον Νίκο Κληρίδης, γεγονός που εγείρει ερωτήματα ως προς τους λόγους που κατασχέθηκε, ενώ ο δικηγόρος Χρίστος Κληρίδης, είχε αναφέρει πως είχε επικοινωνία με τον Γενικό και Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα, με τον τελευταίο να αναφέρει πως θα προχωρούσε σε παραστάσεις στην Αστυνομία.
Σύμφωνα με τον Νίκο Κληρίδη, που μίλησε στον REPORTER, ήδη του έχει επιστραφεί το κινητό από την Αστυνομία, ενώ όπως του λέχθηκε, «έγινε αντίγραφο όλων των δεδομένων (κλωνοποίηση), εξού και του παραδίδεται πίσω η συσκευή σε αντίθεση με τις άλλες δύο, όπου εξασφαλίστηκε διάταγμα κατακράτησης τεκμηρίων». Αυτό αφορά τόσο τα δύο κινητά όσο και τους εξωτερικούς δίσκους αποθήκευσης που παραλήφθηκαν από την οικία του και το γραφείο του, οι οποίοι περιείχαν συνομιλίες και στοιχεία που αφορούσαν την Σάντη.
Ο κ. Κληρίδης, παρέλαβε το κινητό του τηλέφωνο με επιφύλαξη των δικαιωμάτων του, αφού αναμένεται να προσφύγει στην Δικαιοσύνη, ως προς τις ενέργειες της Αστυνομίας, θεωρώντας πως η αντιγραφή των δεδομένων του παραβιάζει θεμελιώδεις αρχές.
Σε σχέση με το ένταλμα έρευνας στην οικία και το γραφείο του, το οποίο αναμένεται να προσβάλει, επανέλαβε τη θέση πως πρόκειται για τρομοκρατική ενέργεια που σκοπό είχε να τον εκφοβίσει, ενώ προανήγγειλε αγωγές κατά του κράτους, καθώς οι ενέργειες της Αστυνομίας τον έπληξαν τόσο επαγγελματικά όσο και προσωπικά.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ: Οι βεβιασμένες διαρροές που ενέτειναν την αμφισβήτηση και οι λανθασμένοι χειρισμοί που δημιούργησαν συνθήκες tunnel vision
«Καθόλου τυχαίος ο χρόνος της επιχείρησης»
Μιλώντας στην κρατική τηλεόραση, ο κ. Κληρίδης παρουσιάστηκε ιδιαίτερα έντονος, αναφέροντας μεταξύ άλλων ότι επρόκειτο για μια προμελετημένη υπόθεση, τονίζοντας πως ο χρόνος διεξαγωγής της δεν ήταν καθόλου τυχαίος, αφού έγινε την μέρα που η δημόσια υπηρεσία είναι κλειστή και οι οικογένειες βρίσκονται στα σπίτια τους.
Όπως ανέφερε αρχικά «έγινε μια επιδρομική ενέργεια στο σπίτι μου, τις πρωινές ώρες του Μεγάλου Σαββάτου, ενώ κοιμόμουν ειρηνικά στο σπίτι μου. Η παραβίαση της υγείας οποιουδήποτε πολίτη, που είναι ένα από τα πιο σημαντικά ανθρώπινα δικαιώματα που προστατεύονται από το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Συνθήκη. Ήρθαν πέντε με έξι μέλη της Αστυνομίας, με ηγέτη τον υπεύθυνο αξιωματικό, ο οποίος υποτίθεται ότι διερευνά αυτή την υπόθεση με τα SMS, τις καταγγελίες του Μακάριου Δρουσιώτη και της περιβόητης Σάντη».
Ερωτηθείς εάν τρομοκρατήθηκε, είπε «δεν τρομοκρατήθηκα, ήταν η συμπεριφορά τους και ο τρόπος τέτοιος. Χτυπούσαν την πόρτα στον ενοικιαστή μου, δίπλα. Άκουσα φωνές. Δεν μιλούσαν με καθόλου ευγενικό τρόπο στους ανθρώπους. Μετά τους είδα να μπαίνουν στο σπίτι μου. Εγώ κοιμόμουν, δεν ήμουν καν ντυμένος, ξύπνησα. Τους ρώτησα αν έχουν ένταλμα και μου είπαν είχαν. Τους είπα να μου δώσουν λίγο χρόνο. Αυτοί συμπεριφέρθηκαν ως τρομοκράτες».
Σημείωσε πως «του είπα περίμενε κύριε, διότι δεν νιώθω καλά όταν ξυπνήσω το πρωί, θέλω λίγο χρόνο να φέρω τα μίλια μου. Χρειαζόμουν κάποιο χρόνο, όπως όλος ο κόσμος. Δεν είμαι ένας άνθρωπος, ούτε 20, ούτε 30, ούτε 50 χρονών, ούτε γέρος είμαι βέβαια. Του είπα κύριε δώσμου λίγο χρόνο γιατί έχω ταχυπαλμία. Έσπρωξε την πόρτα να μπει μέσα ο αξιωματικός που είναι υπεύθυνος των ερευνών. Μπήκαν με ύφος, όχι ευγενικό ούτε φιλικό, αλλά σαν να ήμουν ο χειρότερος εγκληματίας. Με περικύκλωσαν. Τους είπα περιμένετε να πιω λίγο νερό, τίποτα. Ήταν πραγματικά μια τρομοκρατική ενέργεια».
Επισήμανε πως «έχω 47 χρόνια δικηγορίας και ουδέποτε αντιμετώπισα τέτοιου είδους συμπεριφορά. Υπάρχει λόγος που έχω στοχοποιηθεί και καταγγέλλω στοχοποίησή μου. Αυτή η ενέργεια, δεν υπήρχε κανένας λόγος να γίνει».
Κληθείς να σχολιάσει τις τοποθετήσεις της Αστυνομίας ότι λειτούργησε νομότυπα και κατά πόσον τον ικανοποιεί γιατί εκτελέστηκε το ένταλμα έρευνας, είπε ότι καθόλου δεν τον ικανοποιεί. «Δεν υπήρχε λόγος να γίνει αυτή η έρευνα. Δεν έχω δημοσιοποιήσει οτιδήποτε στα ΜΚΔ, ούτε ύποπτος είμαι, ούτε εγκληματίας. Είμαι μάρτυρας σε αυτή την υπόθεση. Η Σάντη ήταν πελάτιδά μου και παρέμενε μέχρι τη στιγμή που αναίρεσε και είπε ότι ήταν ψεύτικα αυτά που μου έχει αναφέρει. Όταν κλήθηκα από την Αστυνομία, ως ένας πολίτης που σέβεται το Νόμο, πήγα και έκατσα επτά ώρες και έδωσα στοιχεία για να διαλευκανθεί αυτή η υπόθεση. Τους παρέδωσα και τους εξήγησα ότι αυτά που έχω, είναι όλα τα στοιχεία που έχω. Τα usb με τα SMS που μου παρέδωσε η Σάντη. Ήταν μια προμελετημένη υπόθεση για πολλούς λόγους. Μεγιστοποιήθηκε η παρενόχληση, γιατί διαφαίνεται από τον χρόνο που έγινε.
Είπε ακόμα ότι «ο χρόνος διεξαγωγής αυτής της επιχείρησης δεν ήταν καθόλου τυχαίος. Επέλεξε να εισβάλει στο σπίτι μου την πιο πανηγυρική ημέρα του ορθόδοξου ημερολογίου και την μέρα που οι οικογένειες βρίσκονται στα σπίτια τους, οι δημόσιες υπηρεσίες δεν λειτουργούν».
Σημείωσε ότι «έδωσα δύο Usb που τους είπα ήταν τα μηνύματα, τους είπα ότι έχω και δύο παλαιότερα iphone, που τους είπα δεν θα τους τα δώσω, γιατί ότι τους έδωσα από τα usb, τα έβγαλα από εκείνα τα τηλέφωνα. Μου ζήτησαν τις συσκευές να τους τις δώσω. Τους ρώτησα αφού τα τηλέφωνα είναι γνωστό ότι στέλνονταν τα μηνύματα από τον δικαστή του Ανωτάτου, προς τη Σάντη. Άρα τα τηλέφωνα που έπρεπε να εξεταστούν δικανικά ήταν τα δύο πρώτα που στέλνονταν από αυτά στη Σάντη τα μηνύματα. Γιατί μου ζήτησαν και τα τρία;»
Επισήμανε πως «μου πήραν το κινητό μου, που έχω όλα τα προσωπικά δεδομένα, όλα τα επαγγελματικά μου δεδομένα, όπως τα email του γραφείου. Λειτουργώ εξ ολοκλήρου από αυτό το τηλέφωνο. Κινδυνεύω να κλείσω το γραφείο μου. Έχω πολύ σοβαρές υποθέσεις, δεν είμαι τυχαίο δικηγορικό και μου πήραν το κινητό μου μέσω ψευδών παραστάσεων και έχω μάρτυρες. Μου είπαν θα γίνει έρευνα δύο με τρεις ώρες αρχικά και μου είπαν θα το δώσουν πίσω. Πάμε για τέταρτη μέρα σήμερα και δεν μου λεν τι έγινε το κινητό μου. Έχω πάρει γνωμάτευση από δικανικό, δεν υπάρχει περίπτωση να διεξάγονται έρευνες για τέσσερις μέρες. Κολοκύθια με τη ρίγανη».
Τα ρίχνει στη Δικαστή η Αστυνομία
Η ενέργεια της Αστυνομία προκάλεσε αντιδράσεις στον νομικό κόσμο, ωστόσο έβαλε και στο κάδρο ερωτήματα σε σχέση με τους χειρισμούς, λαμβάνοντας υπόψη πως η Αστυνομία μέχρι σήμερα δεν εξέδωσε αντίστοιχα εντάλματα έρευνας σε εμπλεκόμενα πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και η Σάντη, η οποία αν και παραδέχθηκε διάπραξη σοβαρών ποινικών αδικημάτων, όπως διέρρευσαν οι Αρχές, δεν συνελήφθη.
Όπως είχε γράψει ο REPORTER, το ένταλμα εκδόθηκε (σ.σ σύμφωνα με την ώρα που αναγράφεται σε αυτό) περίπου στις μια τα ξημερώματα του Μεγάλου Σαββάτου, ενώ η έρευνα στην οικία του, με επικεφαλής τον Ερωτόκριτου Ερωτοκρίτου, άρχισε περίπου στις οκτώ το πρωί και ολοκληρώθηκε γύρω στις δύο το μεσημέρι. Δηλαδή, επτά ώρες αργότερα, με την Αστυνομία να επικαλείται στο ένταλμα μαρτυρία που εξασφάλισε, στην βάση της οποίας καταγράφει συγκεκριμένα αδικήματα που διερευνώνται, ενώ δεν φαίνεται να επιβεβαιώνονται οι διαρροές πως αυτό πραγματοποιήθηκε κατόπιν συνεννόησης με την Europol.
Σε σχέση με την ώρα που εκδόθηκε το ένταλμα από την Αγγελίνα Ι. Κούρα, Επαρχιακή Δικαστής στη Λάνρακα, στις μια τα ξημερώματα του Σαββάτου, με την ώρα να προκαλεί μεγάλη δημόσια συζήτηση, η Αστυνομία έριξε το βάρος της ευθύνης στη Δικαστή.
Όπως δήλωσε στο ΡΙΚ ο εκπρόσωπος Τύπου της Αστυνομίας, Βύρων Βύρωνος, «η Αστυνομία είχε αποταθεί από το απόγευμα, χρειάστηκε χρονικό διάστημα για μελέτη και η ώρα μια μας ειδοποίησαν πως εκδόθηκε και η έρευνα έγινε το πρωί του Σαββάτου».
Ερωτηθείς ο κ. Βύρωνας εάν εκτελέστηκαν αντίστοιχα εντάλματα έρευνας είτε στην οικία της Σάντη είτε του πρώην Δικαστή που φέρεται να εμπλέκεται ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπα, απέφυγε να απαντήσει, λέγοντας πως «η διερεύνηση γίνεται με βάση τους κανονισμούς και δεν μπορώ να προβώ σε ανάλυση τι κάναμε με τους υπόλοιπους».
Επίσης, ο εκπρόσωπος Τύπου, στον απόηχο των αντιδράσεων από δικηγόρους, ανέφερε πως το δικαίωμα να προσβάλει ο δικηγόρος το ένταλμα έρευνας που εκδόθηκε δεν έχει λήξει, λέγοντας πως έχει το δικαίωμα να το πράξει, όπως έγινε και σε πολλές άλλες περιπτώσεις.
Παράλληλα, θέλησε να αναφέρει πως δεν έχει στοχοποιηθεί οποιοδήποτε πρόσωπο και πως η Αστυνομία σέβεται το επάγγελμα του δικηγόρου. «Με βάση τη μαρτυρία κρίθηκε αναγκαίο», ανέφερε ο κ. Βύρωνας λέγοντας πως «το ότι ήταν Μεγάλο Σάββατο, η πορεία της εξέλιξης των ερευνών δεν μας άφηνε τα περιθώρια».
Στο μεταξύ, ο εκπρόσωπος Τύπου, προ ημερών δεν επιβεβαίωνε ούτε διέψευδε τις διαρροές για την κατάθεση της Σάντη, επικαλούμενος «την ανάγκη προστασίας του ανακριτικού έργου». Εντούτοις σε πρωινές του δηλώσεις, επιβεβαίωσε πως έχει ληφθεί μια κατάθεση από την εν λόγω γυναίκα, όπως και άλλες καταθέσεις.











