Αλλαγές προκύπτουν σε σχέση με την αναστολή αδειών οδήγησης για οδηγούς θετικούς σε ναρκοτέστ και αλκοτέστ, αφού πλέον η ευθύνη μεταφέρεται από τον υπουργό Μεταφορών στον Αρχηγό Αστυνομίας, ώστε να κινούνται ταχύτερα οι διαδικασίες.
Σε ανακοίνωση της, η Αστυνομία αναφέρει πως ο Υπουργός Μεταφορών, Επικοινωνιών & Έργων, ως Έφορος Μηχανοκινήτων Οχημάτων, έχει μεταβιβάσει στον Αρχηγό Αστυνομίας αρμοδιότητες για αναστολή της ισχύος αδειών οδήγησης, όταν κρίνεται ότι θα ήταν επικίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια να χορηγηθεί ή να παραμείνει σε ισχύ μια άδεια οδήγησης.
Ως εκ τούτου, για σκοπούς αναστολής μιας άδειας οδήγησης, από τις 6 Απριλίου, 2026, έχει υιοθετηθεί και τέθηκε σε ισχύ η διαδικασία της άμεσης επίδοσης της σχετικής επιστολής αναστολής.
Σημειώνει ότι «η επίδοση πραγματοποιείται από το μέλος της Αστυνομίας το οποίο διενεργεί οδικό έλεγχο και ανιχνεύει, είτε ναρκωτικά κατά την προκαταρκτική εξέταση δείγματος σάλιου του οδηγού ενός οχήματος, είτε αλκοόλη κατά την τελική εξέταση εκπνοής του οδηγού».
Όπως εξηγεί, «τα αδικήματα που αποτελούν αιτία για άμεση αναστολή της ισχύος μιας άδειας οδήγησης, βάσει των αρμοδιοτήτων που έχουν μεταβιβαστεί από τον Έφορο Μηχανοκίνητων Οχημάτων προς τον Αρχηγό Αστυνομίας είναι:
(α) η οδήγηση / απόπειρα οδήγησης υπό την επήρεια ναρκωτικών.
(β) η άρνηση και αποφυγή παραχώρησης δείγματος σάλιου για διενέργεια νάρκοτεστ.
(γ) η οδήγηση / απόπειρα οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης, για δεύτερη φορά εντός 12 μηνών, για τις σοβαρές περιπτώσεις που τα αδικήματα δεν επιδέχονται εξώδικη ρύθμιση και
(δ) η άρνηση και αποφυγή, χωρίς εύλογη αιτία, για παροχή δείγματος εκπνοής για διενέργεια αλκοτέστ».
Σημειώνει πως «επειδή πρόκειται για σοβαρά τροχαία αδικήματα, τα οποία δεν ρυθμίζονται εξωδίκως, η κάθε υπόθεση θα προωθείται ενώπιον του Δικαστηρίου, το συντομότερο δυνατό».
Όπως υποδεικνύει, «για να επανακτήσει ο επηρεαζόμενος οδηγός την άδεια του, ενημερώνεται γραπτώς ότι θα πρέπει, με βάση τη νομοθεσία, να αποστείλει στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών, πρόσφατο, πρωτότυπο ιατρικό πιστοποιητικό, από το περιεχόμενο του οποίου θα προκύπτει ότι επιτρέπεται να οδηγεί με ασφάλεια μηχανοκίνητο όχημα».
Τονίζει επίσης, ότι «ενημερώνεται ότι θα κληθεί να παρουσιαστεί ενώπιον Ιατροσυμβουλίου, το οποίο θα αποφασίσει κατά πόσο συνεχίζει να πληροί τα ελάχιστα επίπεδα των σωματικών και διανοητικών του ικανοτήτων».
Υποδεικνύει πως με την υιοθέτηση της νέας διαδικασίας αναμένεται ότι θα αποφεύγεται η μεγάλη χρονική διάρκεια που παρατηρείται στην ενημέρωση του επηρεαζόμενου οδηγού, με όλους τους κινδύνους που πιθανό να προκύπτουν.
Καταληκτικά, σημειώνει, «το πλέον σημαντικό είναι ότι η σχετική διαδικασία, γενικά, αναμένεται ότι θα αποβεί προς όφελος της οδικής ασφάλειας, με την εφαρμογή άμεσων μέτρων τα οποία στοχεύουν στην πιο ασφαλή οδήγηση και στην αποφυγή κινδύνων που δημιουργούνται από επικίνδυνες συμπεριφορές κατά την οδήγηση».











