Την «κατηγορηματική της καταδίκη» και την «πλήρη απόρριψη» της έγκρισης από το ισραηλινό κοινοβούλιο νόμου που επιτρέπει την «εκτέλεση Παλαιστινίων ομήρων» εκφράζει σε σημερινή της ανακοίνωση η Πρεσβεία της Παλαιστίνης στην Κύπρο, προσθέτοντας ότι η εν λόγω απόφαση «συνιστά κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου και προσβάλλει ευθέως τις θεμελιώδεις αρχές της δικαιοσύνης, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και υπόστασης».
Σύμφωνα με την πρεσβεία, ο συγκεκριμένος νόμος αποτελεί σαφή παραβίαση της Τέταρτης Σύμβασης της Γενεύης, ιδίως όσον αφορά την προστασία των προσώπων υπό κατοχή και τις εγγυήσεις δίκαιης δίκης, καθώς και του Διεθνούς Συμφώνου για τα Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα. «Πρόκειται για μέτρο που εμπεδώνει μια πολιτική αυθαίρετης και εκδικητικής τιμωρίας, εκτός κάθε νομικού και ηθικού πλαισίου», σημειώνει σχετικά.
«Όσον αφορά τη χυδαιότητα της ισραηλινής Κυβέρνησης, η ενέργεια του Υπουργού Εθνικής Ασφάλειας του κατοχικού κράτους του Ισραήλ, Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ, να σηκώσει ψηλά μία σαμπάνια μετά την ψήφιση του αποτρόπαιου αυτού νόμου, δείχνει στον κόσμο πώς αντιμετωπίζουν τους Παλαιστίνιους. “Πολιτισμένοι” Ισραηλινοί υπερασπίζονται το δίκαιο από τη μία (με δικαίωμα στην "αυτοάμυνα") και “απολίτιστοι εγκληματίες” από την άλλη που, κατά τη λογική τους, πρέπει να αφανιστούν διότι απειλούν τους πρώτους», αναφέρεται στη συνέχεια.
«Οι μαφιόζικες πρακτικές της κατά τα άλλα “μοναδικής δημοκρατίας στη Μέση Ανατολή” παραπέμπουν σε φασιστικά καθεστώτα του 20ού αιώνα, των οποίων τα εγκλήματα είναι εμφανή ακόμη και σήμερα. Η Κυβέρνηση του Ισραήλ φροντίζει να μη χαλάσει την παράδοση», προστίθεται.
Η Πρεσβεία της Παλαιστίνης λέει επίσης ότι η εν λόγω νομοθεσία συνιστά «έγκλημα πολέμου εις βάρος του παλαιστινιακού λαού» και εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της κλιμάκωσης των ισραηλινών πολιτικών και πρακτικών σε όλα τα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη, συμπεριλαμβανομένης της Λωρίδας της Γάζας, της Δυτικής Όχθης και της Ανατολικής Ιερουσαλήμ.
Τονίζει επίσης «με απόλυτη σαφήνεια» ότι «τέτοιου είδους νομοθετήματα δεν πρόκειται να κάμψουν τη βούληση του παλαιστινιακού λαού ούτε να υπονομεύσουν τη σταθερότητά του, αντιθέτως, ενισχύουν την αποφασιστικότητά του να συνεχίσει τον νόμιμο αγώνα του για ελευθερία, ανεξαρτησία και την ίδρυση ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους με πρωτεύουσα την Ανατολική Ιερουσαλήμ».
Η πρεσβεία χαιρετίζει ακόμη την ευαισθησία ορισμένων ευρωπαϊκών χωρών που καλούν το Ισραήλ να εγκαταλείψει τη συγκεκριμένη νομοθεσία, επισημαίνοντας ότι οι θέσεις αυτές συνάδουν με τις αρχές και τις επιταγές του διεθνούς δικαίου, ενώ παράλληλα καλεί και τις υπόλοιπες χώρες να πάρουν «σαφή θέση μπροστά σε αυτό το έγκλημα, από τη στιγμή μάλιστα που έχουν ως σημαία το σεβασμό στο διεθνές δίκαιο».
«Καλούμε τη διεθνή κοινότητα να αναλάβει τις νομικές και ανθρωπιστικές της, προβαίνοντας άμεσα σε ουσιαστικά μέτρα για τον τερματισμό των παραβιάσεων, την απόδοση ευθυνών στο Ισραήλ και την επιβολή κυρώσεων για τα συνεχιζόμενα εγκλήματα κατά του παλαιστινιακού λαού, περιλαμβανομένων των βασανιστηρίων, της απομόνωσης και των συστηματικών δολοφονιών ομήρων εντός των ισραηλινών φυλακών. Προειδοποιούμε για τις επικίνδυνες συνέπειες τέτοιων ακραία ρατσιστικών νόμων, οι οποίοι θα οδηγήσουν σε περαιτέρω ένταση και θα απειλήσουν τη σταθερότητα και την ασφάλεια στην ευρύτερη περιοχή», σημειώνεται περαιτέρω.
«Η υπόθεση των Παλαιστινίων ομήρων παραμένει ύψιστη προτεραιότητα. Επαναλαμβάνουμε τη δέσμευσή μας να συνεχίσουμε αταλάντευτα τις προσπάθειες σε όλα τα διεθνή επίπεδα για την προστασία τους, την απελευθέρωσή τους και την προσαγωγή στη δικαιοσύνη όλων όσοι ευθύνονται για τα εγκλήματα εις βάρος τους», καταλήγει η ανακοίνωση.











