powered by inbusiness-news-logo cbn omada-logo celebrity-logo LOGO-PNG-108

Ποιος θα παρακολουθεί αυτούς που θα παρακολουθούν; Το νομοσχέδιο χωρίς δικλείδες ασφαλείας, ο κίνδυνος για καταχρήσεις και η... σκιά των σκανδάλων

Σε μια εποχή όπου οι δείκτες εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους θεσμούς βρίσκονται στα τάρταρα, με τα φαινόμενα διαφθοράς να είναι άρρηκτα συνδεδεμένα, η συζήτηση για το νέο νομοσχέδιο με τις παρακολουθήσεις στην Κύπρο, στο όνομα της πάταξης της εγκληματικότητας, ανοίγει ένα βαθύ και άκρως επικίνδυνο ρήγμα. 

Και αυτό διότι, δεν πρόκειται απλά για μια νομοθετική ρύθμιση, αλλά αγγίζει τον πυρήνα της δημοκρατικής λειτουργίας του κράτους, αφού με βάση τα όσα προωθούνται, τίθεται ένα κρίσιμο ερώτημα. Ποιος έχει δικαίωμα να παρακολουθεί τους πολίτες χωρίς δικαστική απόφαση και ποιος θα ελέγχει αυτόν ή αυτούς που τους παρακολουθούν; 

Δεν αποτελεί καν πλέον κοινό μυστικό, ότι η ΚΥΠ - ακόμη και σήμερα, χωρίς δικαστική εντολή - παρακολουθεί τηλεφωνικές συνδιαλέξεις, εξού και πολλές φορές τα περί «πληροφοριών από αξιόπιστες πηγές», που οδηγούν στην εξιχνίαση εγκληματικών ενεργειών. Δεν αποτελεί επίσης μυστικό ότι η ΥΚΑΝ διέθετε συστήματα παρακολούθησης τηλεφώνων, όπου σε κάποιο στάδιο εκφράστηκαν φόβοι ότι οι παρακολουθήσεις ενδεχομένως να επεκτάθηκαν πέραν των αυστηρών ορίων που επιβάλλει το κράτος δικαίου. 

Επίσης, το 2022, έγινε γνωστό μέσω μιας απόρρητης επιστολής που διέρρευσε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης προς τις Κεντρικές Φυλακές, πως η Κύπρος κατέχει συστήματα παρακολουθήσεων, αφού ζητούσε να αξιοποιηθούν οι δυνατότητες του, με βάση τις οποίες θα κατέγραφαν: Το ΙΜΕΙ του κινητού από το οποίο γίνεται η κλήση, το ΙΜSΙ της κάρτας κινητής τηλεφωνίας από το οποίο γίνεται η κλήση, τον τύπο/μοντέλο της συσκευής που χρησιμοποιείται, την ημερομηνία και ώρα της κλήσης, καθώς και τις συντεταγμένες του τηλεφώνου από το οποίο γίνεται η προσπάθεια για κλήση. 

Αποτελεί ουτοπία να πιστεύει κανείς ότι η Κύπρος ενώ διαθέτει συστήματα παρακολουθήσεων, δεν τα χρησιμοποιεί έστω άτυπα, στις προσπάθειες για πάταξη της εγκληματικότητας, ακόμη και αν η μαρτυρία αυτή δεν δύναται να χρησιμοποιηθεί ενώπιον Δικαστηρίου. 

Ωστόσο, η πρόθεση μέσω του νομοσχεδίου της Κυβέρνησης που οδηγείται στην Ολομέλεια της Βουλής, να δοθεί η δυνατότητα έγκρισης παρακολουθήσεων από την εκτελεστική εξουσία ή σε υπηρεσίες που υπάγονται σε αυτή αντί από ανεξάρτητο Δικαστήριο, προκαλεί έντονες ανησυχίες. Και πολύ περισσότερο αν ληφθεί υπόψη πως, τόσο η εκτελεστική εξουσία όσο και οι θεσμοί, έχουν αμφισβητηθεί από σκάνδαλα παρακολουθήσεων, όπως η πολύκροτη υπόθεση του μαύρου βαν, εξού και οι αρχικές αντιδράσεις στην Βουλή για εμπλοκή του Γενικού Εισαγγελέα. 

Σε αυτό το σημείο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον αποκτά και η τοποθέτηση του νομικού Κρις Τριανταφυλλίδη, ο οποίος εκφράζοντας την διαφωνία του, ανέφερε:

«Χωρίς να παραγνωρίζω την ανάγκη ύπαρξης μιας τέτοιας μορφής μαρτυρία για αποτελεσματική αντιμετώπιση της παρανομίας, έχω την άποψη ότι αν δεν μπορούν οι Ανακριτικές Αρχές (ΚΥΠ, Αστυνομία κτλ) να πείσουν ένα Δικαστή να εκδώσει το αιτούμενο Διάταγμα, με βάση το οποίο θα διεξάγεται η παρακολούθηση, τότε κάτι πάει επικίνδυνα στραβά και είναι από το σημείο αυτό που τα Συνταγματικά δικαιώματα του πολίτη χρειάζονται απαραιτήτως προστασία. Με όλο το σεβας- και δεν αναφέρομαι σε κάποια Κυβέρνηση ειδικά- δεν έχω καμία εμπιστοσύνη σε πρόσωπα που διορίζονται από τα κέντρα εξουσίας να έχουν τη δυνατότητα/εξουσία να εξουσιοδοτούν τέτοιες παρακολουθήσεις. Επικρατούν τα συμφέροντα και οι προσωπικές ατζέντες και για αυτό απαραίτητα χρειάζεται ο πολίτης προστασία που μόνο η παρέμβαση του Δικαστήριο μπορεί να του προσφέρει. Καλώ την Βουλή των Αντιπροσώπων να μην του αφαιρέσει αυτή τη μορφή προστασίας. Θα είναι ολέθριο λάθος». 

Σημειώνεται πως αυτό που προνοεί το νομοσχέδιο που προωθείται την Πέμπτη στην Βουλή, είναι ο Διοικητής της ΚΥΠ - που διορίζεται από τον εκάστοτε Πρόεδρο της Δημοκρατίας - να αποφασίζει την έναρξη παρακολούθησης, δίνοντάς του στην ουσία εξουσίες Δικαστή, ενώ αφού λάβει απόφαση, δηλαδή εκ των υστέρων, θα πρέπει εντός 72 ωρών να ενημερώνει τριμελή επιτροπή, η οποία θα διορίζεται από το Υπουργικό Συμβούλιο και θα εποπτεύεται από την ίδια την Κυπριακή Υπηρεσία Πληροφοριών.   

Με απλά λόγια, ο Διοικητής της ΚΥΠ, που από την μια βρίσκεται σε ανοιχτή γραμμή με το Προεδρικό και από την άλλη με την Αστυνομία, θα αποφασίζει ποιοι θα πρέπει να παρακολουθούνται «νόμιμα», νομιμοποιώντας έτσι πιθανές παράνομες παρακολουθήσεις, έχοντας μάλιστα την απόλυτη εξουσία να παρακολουθεί οποιοδήποτε, επικαλούμενος οποιεσδήποτε πληροφορίες, χωρίς δυνατότητα ελέγχου. 

Οι υποστηρικτές του νομοσχεδίου επικαλούνται την ανάγκη των παρακολουθήσεων για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος, το οποίο φαίνεται τα τελευταία χρόνια να έχει βγει εκτός ελέγχου.

Πρόκειται για σοβαρό πρόβλημα το οποίο για να αντιμετωπιστεί χρειάζονται εργαλεία, ωστόσο η απουσία διαφάνειας και ισχυρού θεσμικού ελέγχου, δημιουργεί δικαιολογημένα ανησυχία για πιθανές καταχρήσεις. Και αυτό διότι, η ιστορία δείχνει, ακόμη και στην Κύπρο, πως αυτό που ξεκινά ως μέτρο για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας ή του οργανωμένου εγκλήματος, μπορεί να καταλήξει να χρησιμοποιείται για άλλους σκοπούς, ακόμη και πολιτικούς, εξυπηρετώντας άλλα κίνητρα. 

Σε ό,τι αφορά το πρόσχημα περί πάταξης της εγκληματικότητας, εύστοχη είναι και η τοποθέτηση του νομικού Αχιλλέα Αιμιλιανίδης, ο οποίος σε δηλώσεις του στο OMEGA ανέφερε:

«Συμφωνώ πως το οργανωμένο έγκλημα θα πρέπει να παταχθεί. Από εκεί και πέρα, έχω πει πολλές φορές πως η εκτελεστική εξουσία πρέπει να λογοδοτεί. Και όταν συζητάμε για περιορισμούς στα δικαιώματα πρέπει να προηγείται λογοδοσία πλήρης, τεκμηρίωση πλήρης γιατί είναι αναγκαίο κάτι και σαφής ανάλυση πώς θα λύσει προβλήματα και δεν θα χρειαστεί άλλη τροποποίηση στο μέλλον.

Θυμίζω ότι, έγινε με την ίδια επίκληση, τροποποίηση του Συντάγματος το 2010, ψηφίστηκε νόμος με την ίδια επίκληση, ψηφίστηκε άλλος νόμος με την ίδια επίκληση. Φτάνουμε αυτή τη στιγμή μετά από 15 χρόνια πως δεν καταφέραμε να εφαρμόσουμε τα πράγματα και να πατάξουμε το οργανωμένο έγκλημα και θέλουμε νέα τροποποίηση. Κάθε φορά ακούμε την ίδια αιτιολογία. Σε όλο αυτό το διάστημα δεν είχαμε λογοδοσία της εκτελεστικής εξουσίας, παρά το ότι άλλαξαν τέσσερις Κυβερνήσεις. Δεν είχαμε ανάλυση τι πήγε λάθος, ποιες είναι οι ανάγκες που παρουσιάστηκαν και να εξηγήσουν.

Αντί αυτού, ερχόμαστε και πάλι με την γνωστή επίκληση πως πρέπει να λύσουμε το πρόβλημα του οργανωμένου εγκλήματος, συζητούμαι εκ του προχείρου, μπήκε πρώτα ο Γενικός Εισαγγελέας και μετά ο Διοικητής της ΚΥΠ που είναι άνθρωπος της εκτελεστικής εξουσίας και έχουμε μια τριμελή επιτροπή και θεωρούμε πως την κάνει ανεξάρτητη επειδή ένα μέλος της είναι πρώην Δικαστής. Η ανεξαρτησία δεν έχει να κάνει επειδή ένας συνταξιούχος είναι πρώην Δικαστής. Η ανεξαρτησία είναι λειτουργική». 

Επίσης, σε ό,τι αφορά τα περί δημόσιας ασφάλειας, ο κ. Αιμιλιανίδης ανέφερε: «Είναι ένα χωνευτήρι που χωρά τα πάντα», λέγοντας «το να μην παρακολουθούμε δημοσιογράφους, πολιτικούς αντιπάλους, είναι και εκείνο θέμα. Όχι δημόσιας ασφάλειας αλλά Δημοκρατίας. Δόξα το θεό, ένα από τα μεγαλύτερα θέματα που είχαμε τα τελευταία χρόνια ήταν το θέμα των υποκλοπών», παραπέμποντας στην περίπτωση Ντίλιαν, ιδιοκτήτη του μαύρου βαν, που καταδικάστηκε πρόσφατα στην Ελλάδα για παράνομες παρακολουθήσεις. 

Τα σκάνδαλα με τα λογισμικά Pegasus και Predator ανέδειξαν πως ακόμη και σε κράτη με ισχυρούς θεσμούς, οι παρακολουθήσεις μπορούν να ξεφύγουν από τον αρχικό τους σκοπό και να στραφούν κατά δημοσιογράφων, πολιτικών ή επιχειρηματιών, προς εξυπηρέτηση άλλων κινήτρων.

Ενδεικτική για την Κύπρο ήταν και η πολύκροτη υπόθεση του μαύρου βαν, στο οποίο όπως είχε γραφτεί μετέβησαν και αξιωματούχοι της ΥΚΑΝ, μπορούσε να υποκλέπτει επικοινωνίες πολιτών σε πραγματικό χρόνο. Μια υπόθεση, που πέραν του ότι αποτελεί μια σκιά που δεν έφυγε ποτέ, ανέδειξε ένα κενό θεσμικής εποπτείας και ελέγχου. Που παρά τις αποκαλύψεις και τις έρευνες, η υπόθεση έκλεισε με συνοπτικές διαδικασίες, χωρίς λογοδοσία και με απόφαση της Εισαγγελίας, χωρίς να γίνει γνωστό ποιοι παρακολουθούνταν, σε αντίθεση με την Ελλάδα που υπήρξαν καταδίκες για τα ίδια ζητήματα.  

Η αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος, είναι αναγκαία και οι παρακολουθήσεις μπορούν να συμβάλουν προς την προσπάθεια αυτή, ωστόσο, σε μια Δημοκρατία η παρακολούθηση πολιτών, θα πρέπει να επιτρέπεται υπό αυστηρές προϋποθέσεις.

Ο δικαστικός έλεγχος δεν αποτελεί εμπόδιο, ούτε το επιχείρημα του υπουργού Δικαιοσύνης περί διαρροών βρίσκει έδαφος. Ειδικότερα αν ληφθεί υπόψη πως μέλη της Αστυνομίας - αποδεδειγμένα - διαρρέουν απόρρητες πληροφορίες και έχουν επικοινωνία με μέλη του υποκόσμου, χωρίς να αντιμετωπίζουν οποιεσδήποτε ευθύνες.

Ο δικαστικός έλεγχος αφενός αποτελεί θεμελιώδη εγγύηση της προστασίας των δικαιωμάτων των πολιτών και αφετέρου διασφαλίζει πως αυτές δεν θα βασίζονται σε οποιεσδήποτε άλλες σκοπιμότητες. 

Η ισορροπία μεταξύ ασφάλειας και ελευθερίας είναι επιβεβλημένη. Όταν όμως η ζυγαριά γέρνει προς ενίσχυση των εξουσιών όσων κατέχουν ήδη εξουσία, χωρίς διαφάνεια και θεσμικό έλεγχο, τότε η καχυποψία και το αίσθημα ανασφάλειας - όχι λόγω του υποκόσμου αλλά λόγω ανεξέλεγκτης εξουσίας - αυξάνεται αντί να μειώνεται.

Και δεδομένου πως στην Κύπρο οι πολίτες έχουν βιώσει σκάνδαλα, αμφισβητούμενες πρακτικές, υποθέσεις διαφθοράς και ατιμωρησία, η ανάγκη για δικλείδες ασφαλείας είναι επιτακτική.    

Από την άλλη και η ίδια η Κυβέρνηση, η εκάστοτε Κυβέρνηση, θα έπρεπε να επιζητεί αυτές τις δικλείδες ασφαλείας. Για να μην φτάνουμε στο σημείο όπου δεν μπορούν να ληφθούν αποφάσεις, γιατί κάποιοι γνωρίζουν κάτι παραπάνω. Γιατί κάποιοι κρατάνε στο χέρι άλλους και κάπως έτσι, η ίδια εξουσία, πέφτει θύμα της δικής της εξουσίας...  

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ: Κύπρος και παρακολουθήσεις: Η παραδοχή, η σιωπή και τι έλεγαν τα Wikileaks

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Promotional Rep NewsFeed
ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
;