powered by inbusiness-news-logo cbn omada-logo celebrity-logo LOGO-PNG-108

A. Κληρίδης: Η Ασφάλεια Δικαίου στην Κυπριακή Έννομη Τάξη και η Πρακτική Αβεβαιότητα στη Λήψη Αποφάσεων

Η αρχή της ασφάλειας δικαίου αποτελεί θεμέλιο του κράτους δικαίου και διασφαλίζει ότι οι κανόνες δικαίου είναι σαφείς, προβλέψιμοι και εφαρμόζονται με συνέπεια και ισότητα. Στην Κυπριακή Δημοκρατία, η αρχή αυτή απορρέει από το Σύνταγμα και ειδικότερα από τα άρθρα 12, 30 και 35, τα οποία κατοχυρώνουν τη νομιμότητα, το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη και την υποχρέωση του κράτους να διασφαλίζει την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Ωστόσο, στην πράξη, η ασφάλεια δικαίου συχνά δοκιμάζεται, ιδιαίτερα σε πεδία όπου η λήψη αποφάσεων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ανθρώπινη κρίση και όχι από αυστηρά τυποποιημένες διαδικασίες με προκαθορισμένο αποτέλεσμα.

Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα αφορά την ευρεία διακριτική ευχέρεια των διωκτικών αρχών. Η Αστυνομία επιλέγει ποιες υποθέσεις θα διερευνήσει, ενώ ο Γενικός Εισαγγελέας αποφασίζει ποιες υποθέσεις θα καταχωριστούν ενώπιον δικαστηρίου, ακόμη και όταν υπάρχουν σαφείς και τεκμηριωμένες καταγγελίες. Η πρακτική αυτή, παρότι θεσμικά αναγνωρισμένη, δημιουργεί εύλογες ανησυχίες ως προς την ίση εφαρμογή του νόμου. Όταν παρόμοιες υποθέσεις τυγχάνουν διαφορετικής μεταχείρισης χωρίς επαρκή αιτιολόγηση, ο πολίτης αδυνατεί να προβλέψει την έννομη τύχη της υπόθεσής του, γεγονός που υπονομεύει την εμπιστοσύνη προς τη δικαιοσύνη και πλήττει τον πυρήνα της ασφάλειας δικαίου.

Παράλληλα, η ασφάλεια δικαίου επηρεάζεται άμεσα από την έλλειψη σταθερότητας στη νομολογία των ποινικών δικαστηρίων. Η ύπαρξη διαφορετικών αποφάσεων ως προς την επιμέτρηση ποινών σε παρόμοιες υποθέσεις δημιουργεί σημαντική αβεβαιότητα τόσο για τους κατηγορουμένους όσο και για τους συνηγόρους υπεράσπισης. Όταν οι ποινές εμφανίζουν μεγάλες αποκλίσεις χωρίς σαφή κριτήρια διαφοροποίησης, η προβλεψιμότητα του ποινικού συστήματος περιορίζεται ουσιωδώς. Η διαφοροποίηση της νομολογίας είναι αναμενόμενη σε ένα δυναμικό νομικό σύστημα, όμως η απουσία συνεκτικής κατευθυντήριας γραμμής ενισχύει την αίσθηση άνισης μεταχείρισης.

Η αβεβαιότητα αυτή γίνεται ακόμη πιο έντονη όταν επεκταθεί πέραν του ποινικού δικαίου και αγγίξει τη γενικότερη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης. Σε κάθε διαδικασία όπου εμπλέκεται η ανθρώπινη κρίση για τη λήψη απόφασης, παρά την ύπαρξη τυποποιημένων διαδικασιών, παρατηρείται συχνά απόκλιση από την αρχή της ίσης μεταχείρισης. Είτε πρόκειται για την αδειοδότηση υποστατικών, είτε για διοικητικές εγκρίσεις, είτε για αποφάσεις που αφορούν δικαιώματα πολιτών, η τελική έκβαση δεν φαίνεται πάντοτε να εξαρτάται αποκλειστικά από την πλήρωση των νομίμων προϋποθέσεων, αλλά από την αξιολόγηση του εκάστοτε λειτουργού ή οργάνου.

Το πρόβλημα που ανακύπτει δεν είναι η ύπαρξη ανθρώπινης κρίσης καθαυτής, η οποία είναι αναπόφευκτη σε κάθε διοικητικό και δικαστικό σύστημα, αλλά η έλλειψη επαρκών μηχανισμών ελέγχου της απόκλισης αυτής. Όταν οι αποφάσεις δεν ακολουθούν σταθερά και αντικειμενικά κριτήρια, δημιουργείται ένα περιβάλλον στο οποίο ο πολίτης δεν μπορεί να προβλέψει το αποτέλεσμα ακόμη και όταν πληροί πλήρως τις νόμιμες προϋποθέσεις. Η κατάσταση αυτή πλήττει ευθέως την ασφάλεια δικαίου, καθώς ο πολίτης παύει να βασίζεται στον νόμο και εξαρτάται από την εκάστοτε κρίση του αποφασίζοντος οργάνου.

Η πρακτική αυτή έχει άμεσες συνέπειες και στην άσκηση της δικηγορίας, ιδιαίτερα στον τομέα του ποινικού δικαστηρίου και των θεμάτων φυλακών. Ο δικηγόρος καλείται να συμβουλεύσει τον πελάτη του για την πιθανή εξέλιξη μιας υπόθεσης, την επιμέτρηση της ποινής ή τη μεταχείριση που θα τύχει εντός του σωφρονιστικού συστήματος.

Όταν όμως υπάρχουν πολλές και διαφορετικές δικαστικές αποφάσεις ως προς τις ποινές, καθώς και εσωτερικές αποφάσεις των φυλακών που δεν αποτυπώνουν μια σταθερή και ίση μεταχείριση, η παροχή σαφούς και ασφαλούς νομικής συμβουλής καθίσταται εξαιρετικά δυσχερής. Η αβεβαιότητα αυτή δεν πλήττει μόνο τον δικηγόρο, αλλά πρωτίστως τον πολίτη και τον κρατούμενο, οι οποίοι βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα σύστημα του οποίου τα αποτελέσματα δεν είναι προβλέψιμα.

Υπό το πρίσμα της ασφάλειας δικαίου, η ορθή λειτουργία των θεσμών θα απαιτούσε ένα διαφορετικό πρότυπο: εφόσον ο πολίτης πληροί τις νόμιμες και προκαθορισμένες προϋποθέσεις, θα πρέπει εύλογα να αναμένει ένα συγκεκριμένο και αντίστοιχο αποτέλεσμα. Η απόκλιση από το αποτέλεσμα αυτό θα πρέπει να αποτελεί εξαίρεση, να αιτιολογείται πλήρως και να υπόκειται σε ουσιαστικό έλεγχο. Μόνο έτσι διασφαλίζεται ότι η ανθρώπινη κρίση λειτουργεί συμπληρωματικά προς τον νόμο και όχι εις βάρος της προβλεψιμότητας και της ισότητας.

Συνολικά, η ασφάλεια δικαίου στην Κύπρο δεν εξαρτάται μόνο από την ύπαρξη καλών νόμων, αλλά κυρίως από τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζονται στην πράξη. Όπου η ανθρώπινη παρέμβαση στη λήψη αποφάσεων οδηγεί σε ανεξέλεγκτες αποκλίσεις από τυποποιημένες διαδικασίες, δημιουργείται κενό ασφάλειας δικαίου που πλήττει την ουσία του κράτους δικαίου. 

Η ενίσχυση της τυποποίησης, της διαφάνειας, της αιτιολόγησης και των μηχανισμών ελέγχου αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση ώστε ο πολίτης που πληροί τις προϋποθέσεις του νόμου να μπορεί πράγματι να αναμένει το αντίστοιχο έννομο αποτέλεσμα και να αισθάνεται ότι αντιμετωπίζεται με ισότητα και δικαιοσύνη από το κράτος.

*Αλέξανδρος Κληρίδης, Γ Αντιπρόεδρος Δημοκρατικής Αλλαγής 

 

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
;