powered by inbusiness-news-logo cbn omada-logo celebrity-logo LOGO-PNG-108

Έδειξε αδυναμία στην εκδοχή του Σύκα το Δικαστήριο, απέρριψε τα περί παραβίασης του τεκμηρίου της αθωότητας-Το σκεπτικό της απόφασης

«Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία και αρχές επί του ζητήματος, το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει στην εσωκομματική λειτουργία ενός κόμματος, το οποίο λειτουργεί με βάση μια εσωτερική δομή και καταστατικό. Ούτε μπορεί το Δικαστήριο να κρίνει την ορθότητα μιας απόφασης την οποία λαμβάνει ένα κόμμα. Το Δικαστήριο, όμως, κέκτειται εξουσίας και δικαιοδοσίας να ερμηνεύει το καταστατικό ενός κόμματος, το οποίο ανάγεται σε σύμβαση του μέλους με το κόμμα και να εξετάζει κατά πόσο τηρήθηκαν οι πρόνοιες του».

Το πιο πάνω ξεκαθάρισε το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, το οποίο απέρριψε την αίτηση του βουλευτή Νίκου Σύκα για έκδοση διατάγματος που θα ανέστελλε την απόφαση του ΔΗΣΥ για διαγραφή του από το ψηφοδέλτιο στις επικείμενες εκλογές μέχρι την εκδίκαση της αγωγής που καταχώρησε εναντίον του κόμματος, παραπέμποντας στην απόφαση του στις υποθέσεις Στάθη Κιττή και Ντίνου Μιχαηλίδη, του 2000, όπου αναγνωρίστηκε αγώγιμο δικαίωμα σε μέλη κόμματος στη βάση σύμβασης υπό την μορφή του καταστατικού.

«Η απόφαση εκείνη αποφασίστηκε πριν την θέσπιση του Περί Πολιτικών Κομμάτων Νόμου Ν.175(Ι)/2012, ο οποίος με το Άρθρο 9, αναγνώρισε ως ξεχωριστή νομική προσωπικότητα κάθε πολιτικό κόμμα το οποίο μπορεί να ενάγει και να ενάγεται. Αποφασίστηκε στη βάση ότι ένα πολιτικό κόμμα ήταν μη συγκροτημένο όργανο, πλην, όμως, αναγνωρίστηκε δικαίωμα αγωγής εναντίον των μελών της επιτροπής στη βάση συμβατικά δεσμευτικών προνοιών του καταστατικού».

Από εκεί και πέρα σε ό,τι αφορά την αίτηση για την έκδοση του διατάγματος, το Δικαστήριο θέλησε να σημειώσει πως για να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα, απαιτείται σαφής και ισχυρή μαρτυρία ότι ο απειλούμενος κίνδυνος είναι άμεσος και ορατός και η ζημιά αναπόφευκτη, σοβαρή και τέτοια που να μην αποζημιώνεται χρηματικά. Παραπέμποντας σε υπόθεση βουλευτή στην βουλή της Ουαλίας (Nicholas Ramsay v. Nicholas Hacket Pain), υιοθέτησε το σκεπτικό ότι σε τέτοιου είδους υποθέσεις, δηλαδή πολιτικής φύσεως, θα πρέπει να αποδεικνύεται δυνατή υπόθεση και πιθανότητα επιτυχίας και ως εκ τούτου, στην υπόθεση Σύκα, ο αιτητής, όπως σημείωσε, θα πρέπει να αποδείξει όχι μόνο την ορατή πιθανότητα επιτυχίας του, αλλά να καταδείξει κατά κάποιο τρόπο δυνατή και ξεκάθαρη υπόθεση για να επιτύχει στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.

Ωστόσο, στην βάση των όσων τέθηκαν ενώπιον του, λαμβάνοντας υπόψη και τις πρόνοιες του Καταστατικού τις οποίες αμφότερες οι πλευρές επικαλέστηκαν και αφορούν τις αρμοδιότητες του Εκτελεστικού και του Πολιτικού Γραφείου, καθώς και αυτές του Ανώτατου Συμβουλίου, το Δικαστήριο μεταξύ άλλων, ανέφερε ουδείς από τους διαδίκους αμφισβήτησε ότι στην προκείμενη περίπτωση ακολουθήθηκε η διαδικασία και κατά την οποία ο Νίκος Σύκας έχει επιλεγεί από τους εκλογείς της Επαρχίας Λεμεσού με ποσοστό 78% και κατατάχθηκε πρώτος.

Είναι κοινό έδαφος ότι έναυσμα για την λήψη των επίδικων αποφάσεων, τόσο από το Εκτελεστικό Γραφείο όσο και από το Πολιτικό Γραφείο, ήταν η δημοσιοποίηση καταγγελίας στην Αστυνομία εναντίον του Αιτητή από γυναίκα για φερόμενη άσκηση βίας. Είναι, επίσης, κοινό έδαφος ότι η εν λόγω καταγγελία διερευνάται από την Αστυνομία και για τους σκοπούς αυτού, το Ανώτατο Δικαστήριο προχώρησε με την άρση της ασυλίας του Αιτητή, χωρίς ο τελευταίος να ενίσταται σε αυτό.

Από εκεί και πέρα, το Δικαστήριο ανέφερε ότι προβάλλονται διαφορετικές εκδοχές από τους διαδίκους αναφορικά με τη φύση των αποφάσεων, τόσο του Εκτελεστικού Γραφείου, όσο και του Πολιτικού Γραφείου. Η πλευρά του Νίκου Σύκα, που εκπροσωπείτο από τον δικηγόρο Χρίστο Πουργουρίδη, εξέφρασε τη θέση ότι οι εν λόγω αποφάσεις λήφθηκαν κατά παράβαση συγκεκριμένων προνοιών του Καταστατικού και ότι τα εν λόγω όργανα του Κόμματος δεν είχαν την εξουσία να τον αφαιρέσουν με συνοπτικές διαδικασίες από το ψηφοδέλτιο του Κόμματος και χωρίς να τον ακούσουν και ότι το όλο ζήτημα έπρεπε να παραπεμφθεί στην Επιτροπή Δεοντολογίας του Κόμματος, η οποία θα διερευνούσε τα γεγονότα και να εξέδιδε πόρισμα προς τούτο. Η θέση του κ. Πουργουρίδη, ήταν ότι παραβιάστηκαν οι πρόνοιες του Καταστατικού και οι Κανόνες Φυσικής Δικαιοσύνης και η απόφαση που λήφθηκε παραβιάζει το τεκμήριο της αθωότητας.

Από την άλλη, ο Δημοκρατικός Συναγερμός, που εκπροσωπήθηκε από την Μ. Γιατρού για  Χρίστο Μ. Τριανταφυλλίδη, με παραπομπή στα πρακτικά συνεδρίασης του Πολιτικού Γραφείου, ανέφερε ότι η απόφαση που λήφθηκε είναι πολιτική, σεβόμενοι το τεκμήριο της αθωότητας του κ. Σύκα, εξού και αυτή θα πρέπει να παραπεμφθεί στο Ανώτατο Συμβούλιο προς επικύρωση.

Η υπόθεση αφορά αφαίρεση από το ψηφοδέλτιο (deselect), στην βάση των περιβαλλόντων γεγονότων που προέκυψαν μετά την επιλογή του Αιτητή. Δεν αφορά αποβολή του από το Κόμμα ή αναστολή των κομματικών του δικαιωμάτων, οπόταν σε αυτήν την περίπτωση πρέπει να υπάρχουν σαφείς και ρητές πρόνοιες στο Καταστατικό, οι οποίες θα έπρεπε να τηρηθούν αυστηρά και ταυτόχρονα θα έπρεπε να είχε προηγουμένως ακουστεί ο Αιτητής. Η υποχρέωση στο Κόμμα να ακούει ένα μέλος, δεν προκύπτει για κάθε απόφαση που λαμβάνει και εξαρτάται από το είδος της διαδικασίας που ακολουθεί και το Καταστατικό. Κατά συνέπεια, θα πρέπει πρώτα να καταδειχθεί η φύση της διαδικασίας που ακολούθησε το Εκτελεστικό και μετέπειτα το Πολιτικό Γραφείο και κατά πόσο στην ουσία αφορά πειθαρχική διαδικασία η οποία καταλήγει σε ποινή ή κύρωση.

Το Δικαστήριο, ανέφερε πως στην Αγγλία, διάφορες αποφάσεις που αφορούσαν ερμηνεία του καταστατικού κομμάτων, κυρίως του Εργατικού Κόμματος, προκύπτει από αυτές ότι στο καταστατικό εκείνου του κόμματος, υπήρχαν πρόνοιες που έδιναν διακριτική ευχέρεια στην Εκτελεστική Επιτροπή ή τα Ανώτατα όργανα του κόμματος να μην εγκρίνουν ένα υποψήφιο, ο οποίος επιλέγηκε από την εκλογική διαδικασία της περιφέρειας του. Σε εκείνες τις υποθέσεις, όπως εξήγησε, εκείνο που εξεταζόταν ήταν κατά πόσο η διακριτική ευχέρεια του κόμματος να απορρίψει ένα υποψήφιο ασκήθηκε δίκαια, λογικά και όχι αυθαίρετα και με κακή πίστη, όροι εξυπακουόμενοι στη σύμβαση.

Στην περίπτωση του Σύκα, η διαφωνία που αναφύεται είναι ότι υπάρχει διαδικασία με βάση το Kαταστατικό για αφαίρεση υποψηφίου και σύμφωνα με τον βουλευτή, αυτός όφειλε να παραπεμφθεί στην Επιτροπή Δεοντολογίας. Η αντίθετη θέση, είναι ότι δεν υπάρχει τέτοια διαδικασία και εξού και η απόφαση παραπέμπεται στο Ανώτατο Συμβούλιου για έγκριση.

Έχω ενδιατρίψει στις θέσεις αμφοτέρων των πλευρών και για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, κρίνω ότι η εκδοχή του Αιτητή παρουσιάζει αδυναμία, σε σχέση με το ζήτημα της ακολουθούμενης διαδικασίας. Ενώ όπως προκύπτει από το Άρθρο 32, υπάρχει διαδικασία επιλογής των υποψηφίων, δεν υπάρχει οποιαδήποτε διαδικασία αφαίρεσης τους από το ψηφοδέλτιο. Η εισήγηση που θέλει την ορθή διαδικασία να είναι ο Αιτητής να παραπεμφθεί στην Επιτροπή Δεοντολογίας, παρουσιάζει, επίσης, αδυναμίες. Και τούτο διότι η Επιτροπή αυτή κρίνει αντικαταστατικές και αντιδεοντολογικές συμπεριφορές. Οι δε ποινές που μπορεί να εισηγηθεί ή το Πολιτικό Γραφείο να επιβάλει, δεν περιλαμβάνουν την αφαίρεση υποψηφίου από το ψηφοδέλτιο. Το Πολιτικό Γραφείο, όμως, κέκτειται εξουσίας κατόπιν εισήγησης της Επιτροπής Δεοντολογίας, να αποκλείσει υποψήφιο από τη συμμετοχή του στο ψηφοδέλτιο. Όλα αυτά, όμως, προϋποθέτουν την ύπαρξη καταγγελίας ή τη διερεύνηση αντικαταστατικής ή αντιδεοντολογικής συμπεριφοράς, κάτι που για το Kόμμα δεν συμβαίνει στην παρούσα, χωρίς να παρουσιάζεται οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία που να καταδεικνύει το αντίθετο.

Επίσης, το Δικαστήριο απέρριψε τη θέση του κ. Πουργουρίδη ότι οι αποφάσεις του Εκτελεστικού Γραφείου και του Πολιτικού Γραφείου, είναι πειθαρχικής φύσεως, παραβιάζουν το τεκμήριο της αθωότητας και λήφθηκαν κατά παράβαση του Καταστατικού και χωρίς να ακουστεί ο Νίκος Σύκας, λέγοντας πως δεν φαίνεται να προκύπτει από τις ίδιες τις αποφάσεις αλλά και από τα όσα το Κόμμα επικαλέστηκε και τέθηκαν ενώπιον του ως μαρτυρία.

Η απόφαση του Πολιτικού Γραφείο, ως προκύπτει από το τεκμήριο 3, απάντησε καταφατικά στο ερώτημα κατά πόσο ενδείκνυται να είναι υποψήφιος ο Αιτητής, δεδομένου ότι εναντίον του διεξάγεται έρευνα από την Αστυνομία και προς τούτο έχει αρθεί η ασυλία του. Αναφέρεται, ότι η απόφαση που λήφθηκε είναι πολιτική. Εκείνο το οποίο ο Αιτητής, επικαλείται, είναι ότι υπό το μανδύα της πολιτικής απόφασης, κατ’ ουσία το Πολιτικό Γραφείο, άσκησε πειθαρχική διαδικασία παραβιάζοντας το τεκμήριο της αθωότητας. Αν και κατανοώ την εισήγηση αυτή, εντούτοις, η μαρτυρία που παρουσιάζεται για να καταδείξει τον διαφορετικό χαρακτήρα της απόφασης αυτής, είναι ισχνή έως ανύπαρκτη. Τόσο από την ίδια την απόφαση όσο και από όλες τις δηλώσεις αξιωματούχων του κόμματος που παρουσιάζονται, τονίζεται κατ’ επανάληψη ο σεβασμός προς το τεκμήριο της αθωότητας και ότι η απόφαση τους δεν σχετίζεται με την ενοχή ή μη του Αιτητή.

Κατά συνέπεια των πιο πάνω, το Δικαστήριο έκρινε πως υπάρχει αδυναμία στην υπόθεση του αιτητή για να καταδείξει ζήτημα αντικαταστατικών αποφάσεων ή παράβαση του τεκμηρίου αθωότητας, σημειώνοντας πως δεν προκύπτει από τα πρακτικά των αποφάσεων αυτών, επίσης, να έγινε οποιαδήποτε διερεύνηση του θέματος, πέραν από την ύπαρξη των συγκεκριμένων δεδομένων. Ακόμη, όμως, και να θεωρηθεί ότι αποδεικνύεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας αναφορικά με την διαδικασία που ακολουθήθηκε, όπως ανέφερε το Δικαστήριο, δεν μπορεί να λεχθεί ότι πρόκειται για ξεκάθαρη υπόθεση, η οποία θα μπορούσε να ενεργοποιήσει την εξουσία του Δικαστηρίου για την έκδοση του διατάγματος.

Θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο Αιτητής δεν έχει αφαιρεθεί ακόμη από το ψηφοδέλτιο, καθότι όπως προκύπτει η απόφαση του Πολιτικού Γραφείου, απαιτεί επικύρωση από το Ανώτατο Συμβούλιο του Κόμματος. Και τούτο, διότι, όπως αναφύεται υπάρχει κενό στο καταστατικό του κόμματος, αναφορικά με τη διαδικασία αφαίρεσης ενός υποψηφίου, για τους όποιους λόγους ήθελε κρίνει το Κόμμα. Δεν προκύπτει από τις πρόνοιες του Καταστατικού εξουσία είτε στο Εκτελεστικό είτε στο Πολιτικό Γραφείο για να προβούν σε μια τέτοια αφαίρεση.

Συμπερασματικά και αναφορικά με τη διαδικασία που θα πρέπει να ακολουθείται σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο τόνισε πως ακόμη και να προκύπτει ζήτημα ασάφειας, επαφίεται στο ίδιο το Κόμμα να την επιλύσει και όχι στο Δικαστήριο, ενώ υπέδειξε πως δεν καταδεικνύεται έστω ξεκάθαρη παραβίαση των προνοιών του Καταστατικού του Κόμματος.

Επίσης, καταληκτικά ανέφερε πως δεδομένης της φύσης του διατάγματος και ότι αυτό ενδεχομένως να επιφέρει τελεσίδικα αποτελέσματα, η υπόθεση του Σύκα για να μπορούσε να επιτύχει θα έπρεπε να ήταν ξεκάθαρη. Δηλαδή, να πρόκυπτε ξεκάθαρη παράβαση των προνοιών του καταστατικού και των δικαιωμάτων του, κάτι το οποίο, όπως έκρινε το Δικαστήριο, δεν συμβαίνει. 

Τον Νίκο Σύκα εκπροσώπησε στη διαδικασία ο δικηγόρος Χρίστος Πουργουρίδης και τον Δημοκρατικό Συναγερμό η Μ. Γιατρού για Χρίστο Μ. Τριανταφυλλίδη ΔΕΠΕ. 

;