powered by inbusiness-news-logo cbn omada-logo celebrity-logo LOGO-PNG-108

Αποκαλύψεις με την έναρξη της δίκης για την αυτοκτονία του Στυλιανού-Είχε καταγγείλει τον πατέρα η μητέρα για ξυλοδαρμό, του έκαναν... συστάσεις

Δύο μέλη της Αστυνομίας κατέθεσαν την Τετάρτη ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, που κλήθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας για την υπόθεση αυτοχειρίας του 14χρονου Στυλιανού Κωνσταντίνου, τον Σεπτέμβριο του 2019.

Το κύριο κατηγορητήριο περιλαμβάνει συνολικά 218 κατηγορίες εναντίον 11 προσώπων, συμπεριλαμβανομένων των γονέων του ανήλικου, καθώς και λειτουργών των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας (ΥΚΕ), σε σχέση με τα γεγονότα και τις παραλείψεις που, κατά την Κατηγορούσα Αρχή, οδήγησαν στον θάνατο του παιδιού.

Οι κατηγορίες κατά του πατέρα αφορούν, μεταξύ άλλων, άσκηση σωματικής και ψυχολογικής βίας, κοινή επίθεση και υποβολή προσώπου σε σκληρή ή απάνθρωπη μεταχείριση. Κατά της μητέρας αποδίδονται κατηγορίες που σχετίζονται με παράλειψη καταγγελίας περιστατικών βίας που γνώριζε, ιδιαίτερα κατά ανηλίκου (σύμφωνα με τον Περί Βίας στην Οικογένεια Νόμο του 2000).

Όσον αφορά τους εννέα λειτουργούς των ΥΚΕ (κοινωνικοί λειτουργοί και συντονιστές), αντιμετωπίζουν κατηγορίες για παραμέληση υπηρεσιακού καθήκοντος κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Δύο εξ αυτών έχουν ήδη παραδεχθεί ενοχή σε κατηγορίες.

Παράλληλα με το βασικό κατηγορητήριο, σε ξεχωριστή ποινική διαδικασία κατηγορείται 58χρονος λοχίας της Αστυνομίας για παραμέληση υπηρεσιακού καθήκοντος, αναφορικά με χειρισμούς που φέρεται να έγιναν σε σχέση με προηγούμενα περιστατικά. Η υπόθεση αυτή εκδικάζεται χωριστά, λόγω νομικών ζητημάτων.

Από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής, πρώτος κατέθεσε ο αστυφύλακας του Αστυνομικού Σταθμού Πέρα Χωρίου-Νήσου, Π.Π., ο οποίος προσκόμισε κατάθεσή του ημερομηνίας 10 Ιουλίου 2020, καθώς και ηλεκτρονική καταχώρηση παραπόνου της Κατηγορούμενης 2, ημερομηνίας 28 Μαΐου 2010.

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, στις 28 Μαΐου 2010, η Κατηγορούμενη 2, επισκέφθηκε, μαζί με την ανήλικη κόρη της, τον Αστυνομικό Σταθμό Πέρα Χωρίου-Νήσου και ανέφερε στον αστυφύλακα ότι είχε αποχωρήσει από τη συζυγική της κατοικία και ότι επιθυμούσε να χωρίσει. Συγκεκριμένα, η Κατηγορούμενη 2 ανέφερε ότι ο σύζυγός της την εξανάγκαζε να πηγαίνει από το πρωί μέχρι το βράδυ στην φάρμα του ίδιου, χωρίς να της αφήνει περιθώριο για ξεκούραση. Σημείωσε επίσης, ότι η ίδια δεν είχε κοινωνικές συναναστροφές με τον σύζυγό της. Ο αστυφύλακας συμπλήρωσε ότι η Κατηγορούμενη 2 του ανέφερε ότι η ίδια είχε ήδη ενημερώσει την υπεύθυνη λειτουργό των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας (ΥΚΕ) σχετικά με το περιστατικό, η οποία παρακολουθούσε την οικογένεια, προκειμένου να της παράσχει βοήθεια.

Όπως ανέφερε ο Π.Π., αφού έλαβε την κατάθεση της Κατηγορούμενης 2 και καταχώρησε φάκελο στο σύστημα της αστυνομίας, η συγκεκριμένη υπόθεση προχώρησε ως «μη ποινικής φύσεως υπόθεση». Σε ερώτηση της Κατηγορούσας Αρχής προς τον μάρτυρα, αναφορικά με τον λόγο καταχώρησης της εν λόγω υπόθεσης ως «μη ποινικής φύσεως», ο μάρτυρας απάντησε ότι «την Αστυνομία δεν την αφορούν οι χωρισμοί».

Ακολούθως, οι δικηγόροι των Κατηγορούμενων 1 και 2, έφεραν ένσταση ως προς τη σχετικότητα της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι. Η Κατηγορούσα Αρχή, αντέτεινε ότι η συγκεκριμένη μαρτυρία αφορά τις ενέργειες του εν λόγω μάρτυρα σε σχέση με την κατάθεση που έλαβε από την Κατηγορούμενη 2, καθώς και πολλές από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι, με πρώτη αυτή που αφορά περιστατικά βίας στην οικογένεια, τα οποία φέρεται να προκάλεσαν ψυχολογική βλάβη στον Στυλιανό. «Ο Στυλιανός αναγκάστηκε από τη μέρα της γέννησής του να μεγαλώνει σε αυτό το κακοποιητικό περιβάλλον», συμπλήρωσε η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής. Παράλληλα, σημείωσε ότι ο χρόνος που αφορά η κατάθεση της Κατηγορούμενης 2, είναι κοντά χρονικά στα επίδικα θέματα.

Ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου, Παύλος Αγαπητός, αφού άκουσε αμφότερες τις πλευρές, ανέφερε ότι η αποδεικτική αξία της συγκεκριμένης μαρτυρίας θα αποφασισθεί στο τέλος της διαδικασίας και έδωσε οδηγία όπως η κατάθεση του πρώτου μάρτυρα κατατεθεί ως τεκμήριο 1.

Ο δικηγόρος του Κατηγορούμενου 1, κ. Καζαντζής, προέβαλε ένσταση, απευθύνοντας την ερώτηση στον μάρτυρα, εάν ο ίδιος εξέτασε κατά πόσο τα όσα του ανέφερε η Κατηγορούμενη 2 στην κατάθεση της, είναι αληθή, με τον μάρτυρα να απαντάει ότι δεν προέβη σε εξέταση της αλήθειας των αναφερόμενων γεγονότων. Παράλληλα, σε ερώτηση του δικηγόρου του Κατηγορούμενου 1 εάν υπήρχε οποιαδήποτε αναφορά βίας στην κατάθεση της Κατηγορούμενης 2 κατά τη συγκεκριμένη περίοδο, ο μάρτυρας απάντησε ότι «δεν είχε αναφέρει οτιδήποτε τέτοιο η Κατηγορούμενη 2. Η ίδια ζήτησε να καταγραφεί η δήλωσή της ότι έφυγε από την κατοικία της και μάλιστα η ίδια είχε ήδη ενημερώσει την λειτουργό ΥΚΕ».  

Στη συνέχεια, ο δικηγόρος της Κατηγορούμενης 3, λειτουργού ΥΚΕ, κ. Σωτηρίου, απηύθυνε ερώτηση προς τον μάρτυρα, εάν ο ίδιος είχε επικοινωνήσει με την αρμόδια λειτουργό ΥΚΕ που παρακολουθούσε την οικογένεια και ο μάρτυρας απάντησε ότι ο ίδιος ανέφερε στην Κατηγορούμενη 2 τη δυνατότητα επικοινωνίας εκ μέρους της αστυνομίας με αρμόδιους λειτουργούς ΥΚΕ και η Κατηγορούμενη 2 του είπε ότι είχε ήδη επικοινωνήσει η ίδια με την αρμόδια λειτουργό.

Ακολούθησε η μαρτυρία του λοχία, Α.Κ., ο οποίος κατά το επίδικο χρόνο υπηρετούσε ως ανακριτής στον ίδιο Αστυνομικό Σταθμό, που προσκόμισε κατάθεσή του, ημερομηνίας 16 Ιουλίου 2020. Η μαρτυρία του αφορούσε περιστατικό της 19ης Δεκεμβρίου 2007, κατά το οποίο η Κατηγορούμενη 2 μετέβη στον Αστυνομικό Σταθμό Πέρα Χωρίου-Νήσου και είχε αναφέρει στον λοχία ότι ο σύζυγός της την χτυπούσε.

Σύμφωνα με την μαρτυρία του Α.Κ., η Κατηγορούμενη 2 σημείωσε ότι ο σύζυγός της δεν την χτυπούσε παρουσία του Στυλιανού. Ο λοχίας ενημέρωσε την Κατηγορούμενη 2 για τη δυνατότητα κίνησης ποινικής δίωξης εναντίον του συζύγου της, ωστόσο η ίδια ανέφερε ότι δε επιθυμούσε κάτι τέτοιο. Ακολούθως, ο λοχίας ανέφερε ότι ο ίδιος ενημέρωσε την επί καθήκοντι λειτουργό ΥΚΕ, κατά τον επίδικο χρόνο, σχετικά με το περιστατικό και ο ίδιος προχώρησε στην καταχώρηση φάκελο στο σύστημα της αστυνομίας ως «ΟΥΠΕ», εξηγόντας ότι έτσι καταχωρούνται όσοι φάκελοι δεν χρειάζονται οποιαδήποτε περαιτέρω ενέργεια.  

Οι δικηγόροι των Κατηγορουμένων 1 και 2 προέβαλαν εκ νέου ένσταση για έλλειψη σχετικότητας της μαρτυρίας του λοχία, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για γεγονός του 2007, χωρίς άμεση σύνδεση με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι.

Το Δικαστήριο απέρριψε την ένστασή τους και έκανε δεκτή την κατάθεση του λοχία Α.Κ., ως τεκμήριο 2.

Σε ερώτηση της εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής, σχετικά με το εάν ο μάρτυρας προέβη σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια σχετικά με την κατάθεση της Κατηγορούμενης 2, ο ίδιος ανέφερε ότι στις 30 Δεκεμβρίου 2007, κάλεσε τον Κατηγορούμενο 1 στον Αστυνομικό Σταθμό και του έκανε αυστηρές συστάσεις για να μην επαναληφθεί το περιστατικό βίας και ο τελευταίος υποσχέθηκε ότι κάτι τέτοιο δεν θα ξαναγίνει.

Κατά την αντεξέταση, ο κ. Καζαντζής έθεσε ζήτημα ως προς το κατά πόσο διενεργήθηκε ουσιαστική διερεύνηση των καταγγελιών εκ μέρους του μάρτυρα. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο ίδιος προέβη σε όλες τις ενδεδειγμένες ενέργειες, σύμφωνα και με τις οδηγίες των προϊσταμένων του και δεν παρέλειψε οποιαδήποτε ενέργεια. Στη συνέχεια, ο κ. Καζαντζής ρώτησε τον μάρτυρα εάν ο ίδιος έκανε συστάσεις προς τον Κατηγορούμενο 1 επειδή απλώς το θέλησε η Κατηγορούμενη 2 και ο μάρτυρας απάντησε θετικά.  

Παράλληλα, σε ερώτηση του δικηγόρου της Κατηγορούμενης 2, κ. Πετίτο, εάν ο μάρτυρας θυμάται την κατάσταση στην οποία η πελάτιδα του επισκέφθηκε τον Αστυνομικό Σταθμό εκείνη τη μέρα, ο μάρτυρας απάντησε αρνητικά.

Αφού ολοκληρώθηκαν οι δύο μαρτυρίες από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής, η ακροαματική διαδικασία ορίστηκε εκ νέου για τις 6 Μαρτίου 2026.  

Η διαδικασία αναμένεται να συνεχιστεί με την εξέταση περαιτέρω μαρτύρων, ενώ το Δικαστήριο θα κληθεί στο τέλος να αξιολογήσει τη συνολική αποδεικτική αξία των τεκμηρίων και των καταθέσεων σε σχέση με το κατηγορητήριο.

 

Πηγή: ΚΥΠΕ

;