Τη δική του απάντηση έδωσε ο δικηγόρος του πρώην Προέδρου της Βουλής, Δημήτρη Συλλούρη, σε σχέση με τις αναφορές της εκπροσώπου της Νομικής Υπηρεσίας, Πολίνας Ευθυβούλου, για τις αναφορές για απειλές μάρτυρα στην υπόθεση Al Jazeera, τονίζοντας ότι μόλις ακούστηκε αυτό ενώπιον Δικαστηρίου, απέστειλε επιστολή στον Γενικό Εισαγγελέα και ζήτησε έρευνα.
Σε σχέση με το κατά πόσον η Νομική Υπηρεσία θα έπρεπε να προβεί σε ενέργειες μέσω της Αστυνομίας, μόλις ενημερώθηκε για την αναφορά περί απειλής του μάρτυρα, ο κ. Τριανταφυλλίδης ανέφερε πως, «αυτό είναι θέμα της Αστυνομίας, εγώ ξέρω ότι η υπεράσπιση απέρριψε αυτούς τους ισχυρισμούς και ζήτησε από τον Γενικό Εισαγγελέα να ερευνήσει αμέσως αυτούς τους ισχυρισμούς».
Μιλώντας στην κρατική τηλεόραση, σε σχέση με την απόφαση του Δικαστηρίου, ο έγκριτος νομικός ανέφερε αρχικά «μετά μεγάλης μου λύπης, το τελευταίο προπύργιο, πάνω στο οποίο θα μπορούσε να ακουμπήσει ο πολίτης ήταν η Δικαιοσύνη και δυστυχώς απ' ότι βλέπω καταρρέει και αυτό. Δυστυχώς αυτό γίνεται γιατί υπάρχει εκμετάλλευση της δικαιολογημένης, εδώ και κάποια χρόνια, ανοχής της κοινωνίας, έναντι κάποιων καταστάσεων διαφθοράς που παρατηρούμε. Χτίζεται ένα κλίμα ενοχής, το οποίο μετά όταν δεν καταλήξει και δεν υλοποιηθεί με την απόφαση του Δικαστηρίου, διότι τα Δικαστήρια σε αντίθεση με τις δίκες που γίνονται στα καφενεία, στις πλατείες και στο διαδίκτυο, δικάζουν με βάση το μαρτυρικό υλικό που έχουν ενώπιόν τους, αλλά και με βάση συγκεκριμένες νομικές Αρχές».
Σημείωσε πως «όταν το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε ενοχή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, δεν πρόκειται να καταδικάσει κάποιον, γιατί στις τηλεοράσεις, στα ράδια, στις εφημερίδες ή στα ΜΚΔ με πηχυαίους τίτλους, για χρόνια, παρουσιάζεται ότι αυτός ο κάποιος είναι ένοχος.
Τόνισε εξάλλου ότι «αυτή η ιστορία ξεκίνησε από ένα βίντεο που ήταν μονταρισμένο, του Al Jazeera. Ξεκίνησε όμως, λίγο προηγουμένως με καταγγελία του κ. Συλλούρη και του κ. Τζιοβάνη, στην Αστυνομία ότι διαπράχθηκε εκ μέρους των δημοσιογράφων του Al Jazeera, διότι μπήκαν στο σπίτι του κ. Τζιοβάνη παριστάμενοι κάποιους άλλους, με μικρόφωνα κάτω από τα ρούχα τους και ηχογραφούσαν χωρίς συγκατάθεση, κάτι που στην Κύπρο είναι ποινικό αδίκημα. Παρότι οι οδηγίες από το γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα ήταν να διερευνηθούν οι καταγγελίες, όταν το βράδυ έπαιξε το μονταρισμένο βίντεο, όποιος δει το πραγματικό βίντεο δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα».
Όπως είπε, «αντιστρέφω το ερώτημα, ποιος πολίτης σε οποιαδήποτε χώρα, δεν θα έβλεπε ένα βίντεο, στο οποίο θα εύχονταν κάποιου για τη γιορτή του, "χρόνια πολλά", γιατί ήταν του Αγίου Δημητρίου και σε απάντηση θα έκανε πάνω το ποτήρι του και θα έκλεινε το μάτι του. Ποιο θα ήταν το επιλήψιμο; Απλώς ο Al Jazeera το έκοψε και έπιασε αυτή τη σκηνή».
Κληθείς να αναφερθεί στις συνομιλίες που καταγράφονταν, είπε πως «ήταν κατά ακολουθία ερωτήσεων, όπως παρουσιάστηκαν και δεν είχαν καμία σχέση με το νόημα που άφησαν οι απαντήσεις», ενώ σε ότι αφορά στην εξουσιοδότηση του κ. Συλλούρη από τον τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας να προβαίνει στις συγκεκριμένες επαφές, σημείωσε ότι «στο Δικαστήριο παρουσιάστηκε μαρτυρία από τον τότε ΓΔ της Βουλής, ο οποίος είπε και η Βουλή δια αντιπροσώπων ως Σώμα, συμμετείχε σε αποστολές στο εξωτερικό για προώθηση του προγράμματος, μεταξύ των οποίων και ο κ. Συλλούρης, όπως σε μια περίπτωση, αν δεν απατώμαι και ο κ. Τζιοβάνης. Στο τέλος της μέρας, μετά από 5,5 χρόνια, αυτοί οι δύο άνθρωποι αθωώθηκαν και η κοινωνία λέει κακώς αθωώθηκαν».
Σε άλλο σημείο των δηλώσεών του, ζητήθηκε από τον κ. Τριανταφυλλίδη να σχολιάσει αναφορές που έλεγαν ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν έκανε σωστά τη δουλειά της και δεν παρουσίασε συγκεκριμένες μαρτυρίες ή δεν προχώρησε σε άνοιγμα λογαριασμών, με τον νομικό να αναφέρει ότι «οι λογαριασμοί όλων ανοίχθηκαν, ελέγχθηκε οικονομικά ο επενδυτής. Λέμε για μαρτυρία του Υπουργείου Οικονομικών, το ΥΠΟΙΚ ετοίμασε εκθέσεις και τις έστειλε στο ΥΠΕΣ και το ΥΠΕΣ τις είχε στο φάκελο που προωθήθηκε από την αρμόδιο λειτουργό που έκανε πολύ καλά τη δουλειά της και τις έστειλε στον τότε υπουργό Εσωτερικών, ο οποίος έστειλε και τις δύο αιτήσεις για τα διαβατήρια, στο Υπουργικό Συμβούλιο με θετική εισήγηση».
Απέρριψαν τις απειλές και ζήτησαν έρευνα οι συνήγοροι υπεράσπισης
Επισήμανε ακόμα ότι «έκανε εντύπωση πως ένας μάρτυρας δεν ήρθε να μαρτυρήσει γιατί απειλήθηκε. Να το ξεκαθαρίσουμε. Οι δημοσιογράφοι του Al Jazeera δεν ήρθαν, χωρίς να δώσουν καμία εξήγηση. Μακάρι να έρχονταν και να αντεξετάζονταν, διότι όταν θα ερωτούνταν τις τρεις πρώτες ερωτήσεις, η Αστυνομία θα περίμενε έξω να τους συλλάβει, γιατί είχαν διαπράξει ποινικό αδίκημα. Παρόλο που ήρθαν δύο φορές στην Κύπρο και έδωσαν καταθέσεις, το έχουμε γραπτώς αυτό, ενώ εκκρεμούσαν καταγγελίες εναντίον τους από τους παραπονούμενους, αλλά δεν έκαναν τίποτα».
Σημείωσε ακόμα πως εκείνος που δεν έφθασε στην Κύπρο για να δώσει μαρτυρία, ήταν ο κτηματομεσίτης, Tony Kay, «που κυκλοφορούσε τους υποτιθέμενους επενδυτές και στον οποίο δόθηκε η δυνατότητα να δώσει μαρτυρία με τηλεδιάσκεψη και ούτε αυτό δεν δέχθηκε. Μόλις λέχθηκε αυτό (σ.σ. ότι απειλήθηκε από τους κατηγορούμενους), ο υποφαινόμενος σηκώθηκε πάνω και είπε ότι αυτός ο ισχυρισμός, στο βαθμό που συνδέεται με οποιονδήποτε από τους κατηγορούμενους απορρίπτεται και ζήτησα από τον Γενικό Εισαγγελέα να ερευνήσει ενδελεχώς ποιος απείλησε, αν απειλήθηκε αυτός ο άνθρωπος, να μην έρθει στην Κύπρο».
Επίσης, τόνισε πως, με βάση και τα πρακτικά, ο πρώτος που αντέδρασε στις αναφορές περί απειλών της Κατηγορούσας Αρχής, ήταν ο δικηγόρος του κ. Τζιοβάνη, Γιώργος Παπαϊωάννου, ο οποίος ήγειρε θέμα ενώπιον του Δικαστηρίου και «ζήτησε επιτακτικά έρευνα, απορρίπτοντας οποιαδήποτε σχέση του πελάτη του», ενώ ακολούθησε η ένσταση του κ. Τριανταφυλλίδη, ο οποίος επίσης ζήτησε έρευνα και απόρριψε κατηγορηματικά οποιαδήποτε σχέση του πελάτη του, Δημήτρη Συλλούρη.
Σε σχέση με το κατά πόσον η Νομική Υπηρεσία θα έπρεπε να προβεί σε ενέργειες μέσω της Αστυνομίας, μόλις ενημερώθηκε για την αναφορά περί απειλής του μάρτυρα, ο κ. Τριανταφυλλίδης ανέφερε πως, «αυτό είναι θέμα της Αστυνομίας, εγώ ξέρω ότι η υπεράσπιση απέρριψε αυτούς τους ισχυρισμούς και ζήτησε από τον Γενικό Εισαγγελέα να ερευνήσει αμέσως αυτούς τους ισχυρισμούς».
Δήλωσε άγνοια για το κατά πόσον έγιναν ενέργειες και διαμήνυσε πως «ουδέποτε ήρθε πίσω οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι συνδέετο αυτό το πράγμα με τους κατηγορούμενους. Στη δημοσιογραφική διάσκεψη που δόθηκε προχθές, λέχθηκε ότι δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι συνδέεται με οποιονδήποτε από τους κατηγορούμενους».
Είπε ακόμα ότι «εγώ πιστεύω ότι αυτή ήταν δικαιολογία γιατί δεν ήθελε να έρθει. Ήγειρε και θέμα υγείας».
Σε ό,τι αφορά στην αντίδραση της Νομικής Υπηρεσίας, είπε, «έγινε μια δίκη για 5,5 χρόνια. Η Νομική Υπηρεσία ξεκίνησε από αλλού, κατέληξε αλλού. Απέσυρε δύο κατηγορίες που αφορούσαν το βίντεο, διότι δεν μπορούσαν να φέρουν μαρτυρία στο Δικαστήριο. Κατέληξαν με τρεις κατηγορίες. Στις δύο και οι δύο κατηγορούμενοι αθωώθηκαν ομόφωνα, μόνο στην τρίτη ήταν κατά πλειοψηφία. Εγώ πιστεύω ότι η Εισαγγελία είχε να δικάσει μια δύσκολη υπόθεση, έκανε ότι μπορούσε. Σε μια δίκη και η υπεράσπιση μπορεί να κάνει λάθος και η Κατηγορούσα Αρχή μπορεί να κάνει λάθος. Θα κρίνει το Δικαστήριο. Το να αφήνουμε σκιές ότι έγιναν πράγματα επίτηδες για να μην καταδικαστούν αυτοί οι άνθρωποι, διότι δεν έκανε καλά τη δουλειά της η Εισαγγελία επίτηδες και το τονίζω, αυτό το απορρίπτω κατηγορηματικά».
Σε σχόλιο ότι το συμπέρασμά του είναι πως δεν υπήρχε διαπλοκή, υπέδειξε πως, «καμία απολύτως. Αυτοί οι άνθρωποι από τη στιγμή που διαφάνηκε τι γινόταν, βρέθηκαν από παραπονούμενοι κατηγορούμενοι. Αυτοί οι άνθρωποι δεν έπρεπε να πάνε στο Δικαστήριο και να πληρώσουν τη δικαιολογημένη οργή της κοινωνίας, για τον τρόπο που γινόταν η διαχείριση του θέματος των διαβατηρίων. Δεν είναι αυτοί οι άνθρωποι που φταίνε για το θέμα των διαβατηρίων».
Σε άλλο σημείο, κλήθηκε να σχολιάσει το γεγονός ότι το βίντεο δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, αλλά και κατά πόσον στην περίπτωση που κινηματογραφήσει κάποιος μια δολοφονία εάν ισχύει το ίδιο, είπε πως «μπορεί να παρουσιαστεί η μαρτυρία. Εάν δεν είναι με τη συγκατάθεση εκείνου που βιντεογραφείτε ναι, αλλά πως θα βιντεογραφήσετε αν δεν το βλέπετε; Άρα από τη στιγμή που το βλέπετε πρέπει να έρθετε».
Ζητήθηκε η νομική του άποψη για το εάν πρέπει να αλλάξει το συγκεκριμένο άρθρο, με τον κ. Τριανταφυλλίδη να σημειώνει πως «πάντα στη ζωή είναι χρήσιμο να βλέπουμε και την άλλη πλευρά του νομίσματος. Φανταστήκατε αυτό το άρθρο να ήταν διαφορετικό και με τα σύγχρονα μέσα που έχουμε σήμερα, που μπορούν να βιντεογραφούν και μέσα από τους τοίχους, ο καθένας να ξυπνά το πρωί και να βλέπει τη νύχτα τι έκανε μέσα στο υπνοδωμάτιο του;»
Κατέληξε λέγοντας ότι «ούτε το Ιράν δεν θα επέτρεπε τέτοια μαρτυρία. Εκείνο το οποίο μπορεί να γίνει, είναι να προστατευθεί ο μάρτυρας, αν δεν θέλει να δώσει μαρτυρία δια ζώσης».
Η κοινωνία είπε, κάτι που απαιτεί να γίνεται, αλλά στην Κύπρο σπανίζει και στην προκειμένη περίπτωση καταγράφηκε και από τους δύο κατηγορούμενους, είναι ότι «ο κ. Συλλούρης ήταν ΠτΒ και έδωσε παραίτηση και ο κ. Τζιοβάνης ήταν βουλευτής και έδωσε παραίτηση και ξεκίνησε αυτή η ιστορία. Πόσοι άλλοι δίνουν παραίτηση από τις θέσεις τους, όταν υπάρξει ισχυρισμός πριν καν δικαστούν; Ελάχιστοι».
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
- Η. Στεφάνου για απόφαση Al Jazeera: Ύποπτοι για ποινικά πήραν ασυλία για να μαρτυρήσουν αλλά δεν ήρθαν, θα ανέμενα αυτοκριτική από Νομική Υπηρεσία
- Χ. Κληρίδης: Η μη κλήτευση μαρτύρων δεν διορθώνεται στην έφεση-Υπερβολική η αντίδραση της ΝΥ, δεν θα κάνουμε τέττε τα ΜΜΕ που κάνουν τη δουλειά τους
- Οι επικρίσεις στους επικριτές της Νομικής Υπηρεσίας, η ενόχληση στον απόηχο της αποτυχίας για Al Jazeera και... «ουαί και αλίμονο»











