Ήταν 9:42 το πρωί της Τετάρτης, 18 Φεβρουαρίου, όταν οι δημοσιογράφοι που ασχολούνται με θέματα της Νομικής Υπηρεσίας, έλαβαν προσωπικό μήνυμα στα κινητά τους τηλέφωνα, με το οποίο ενημερώνονταν ότι στις 12:00 της ίδια μέρας, θα διεξαγόταν «δημοσιογραφική διάσκεψη από την Εισαγγελέα Δημοκρατίας και υπεύθυνη ομάδας επικοινωνίας της Νομικής Υπηρεσίας κ. Πολίνα Ευθυβούλου, για την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Συλλούρη-Τζιοβάνη».
Λίγη ώρα αργότερα, είδε το φως της δημοσιότητας δημοσίευμα, το οποίο ανέφερε πως η Εισαγγελία θα προχωρούσε με έφεση επί της απόφασης και προϊδέαζε για το τι θα επακολουθούσε, αφού η Νομική Υπηρεσία ήταν σφόδρα ενοχλημένη από την κριτική που της ασκείται για την έκβαση της υπόθεσης.
Γύρω στις 12:00, η κ. Ευθυβούλου έλαβε θέση στην αίθουσα που διεξάγονται συνήθως οι συνεντεύξεις Τύπου της Νομικής Υπηρεσίας, έχοντας μαζί της τους δημόσιους κατηγόρους, Χρίστια Κυθραιώτου και Ανδρέα Αριστείδη. Στα 21 λεπτά και 42 δευτερόλεπτα που ακολούθησαν, η κ. Ευθυβούλου, ανακοίνωσε ότι προχωρούν με έφεση επί της απόφασης για την υπόθεση Al Jazzeera και φρόντισε να δώσει ένα πρώτο στίγμα για το τι θα επακολουθούσε, διαμηνύοντας πως συγκάλεσαν τη σύσκεψη για να απαντήσουν σε εύλογα ερωτήματα, όπως η ίδια τα χαρακτήρισε, που διατυπώνονται από τον κόσμο, μετά την ανακοίνωση της απόφασης, πράγμα που όπως επίσης είπε, ουδέποτε έπραξαν στο παρελθόν.
Εξήγησε γιατί το επίμαχο βίντεο δεν κατατέθηκε ως τεκμήριο στο Δικαστήριο, αλλά και ποιοι ήταν οι λόγοι που αποσύρθηκαν οι κατηγορίες 4 και 5 από το κατηγορητήριο, αναγιγνώσκοντας αποσπάσματα από την δήλωση της δικηγόρου της Δημοκρατίας που χειριζόταν την υπόθεση, σε σχέση με δύο ουσιώδεις μάρτυρες που κατέθεσαν στην Αστυνομία, ωστόσο τελικά δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο για να καταθέσουν ενόρκως, με τον ένα εξ αυτών να επικαλείται σε κάποιο στάδιο απειλές για τη ζωή του.
Ακολούθησε μικρή παύση μερικών δευτερολέπτων, με την κ. Ευθυβούλου να αλλάζει τόνο και ύφος, σημειώνοντας πως «είμαι εδώ μαζί με τους συναδέλφους για ένα πολύ σημαντικό λόγο. Είμαστε η φωνή των λειτουργών που χειρίζονται τις σοβαρότατες, εκατοντάδες υποθέσεις που αφορούν ποινικές υποθέσεις σε όλα τα Δικαστήρια, παγκύπρια. Δεν μπορούμε να μείνουμε σιωπηλοί σε αυτή την προσπάθεια αποδόμησης του λειτουργήματος που καλούνται οι δημόσιοι κατήγοροι, καθημερινά να κρατούν Θερμοπύλες. Δεν τα λέμε αυτά χωρίς να τα εννοούμε. Κάθε φορά που πάμε ενώπιον Δικαστηρίου, εκπροσωπούμε τη Δημοκρατία, κανένα άλλο. Όλους τους πολίτες που απαρτίζουν αυτή τη Δημοκρατία. Οι Φυλακές είναι γεμάτες, γιατί αυτοί οι άνθρωποι εργάζονται καθημερινά. Χειρίζονται υποθέσεις οργανωμένου εγκλήματος, τρομοκρατίας, σεξουαλικές, βιασμούς, εναντίον ανηλίκων, ναρκωτικά, οργανωμένο έγκλημα».
Για να συμπληρώσει, «ουαί και αλίμονο εάν τα κόμματα, οι δημοσιογράφοι και η κοινωνία δεν μας στηρίξουν. Έχουμε δεχθεί βομβιστικές επιθέσεις. Τρεις στο σύνολο, έχουμε δεχθεί απειλές, ο κόσμος βλέπει κάτω από τα αυτοκίνητά του. Γίναμε μάρτυρες εμπρησμών στα Δικαστήρια για να καταστραφούν τεκμήρια, με παραδοχές των κατηγορουμένων ότι το έκαναν».
Διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας σημείο προς σημείο την πιο πάνω αναφορά, αντιλαμβάνεται κάποιος πως η ενόχλησή τους για την κριτική, όπως αναφερόταν και στο πρωϊνό δημοσίευμα, ήταν κάτι περισσότερο από έντονη. Ωστόσο, εύλογα θα σκεφτόταν κάποιος, ότι οι θεσμοί δεν πρέπει να έχουν ενοχλούνται στο βαθμό που ενοχλείται η Νομική Υπηρεσία όταν δέχεται κριτική, αφού αυτό αποτελεί μέρος της καθημερινότητας τους και αυτό δεν αφορά μόνο την Εισαγγελία, αλλά ακόμα και τον ίδιο τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τα Υπουργεία, τη Βουλή, την Αστυνομία και ούτω καθεξής.
Πόσες φορές άραγε, βρέθηκε στο στόχαστρο ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας για τους χειρισμούς του σε μία υπόθεση, είτε αυτή λέγεται Κυπριακό, GSI, εσωτερική πολιτική και λοιπά; Πόσες φορές ασκήθηκε κριτική στα υπουργεία και στην Αστυνομία για λανθασμένους χειρισμούς; Η απάντηση, είναι αμέτρητες. Η διαφορά, ωστόσο, είναι ότι σχεδόν πάντοτε στις περιπτώσεις των υπόλοιπων θεσμών, παραθέτονται οι θέσεις τους και αφήνουν τους πολίτες να κρίνουν για το αν θα συνεχίσουν να ασκούν κριτική ή εάν θα κατανοήσουν τις εξηγήσεις που δόθηκαν.
Ένα πρόσφατο παράδειγμα που ασκήθηκε έντονη κριτική σε δημόσιο αξιωματούχο, αφορούσε την περίπτωση της μεταμφίεσης του Γενικού Ελεγκτή, για ένα έλεγχο στις δημόσιες συγκοινωνίες. Αρχικά είχε διατάξει έρευνα για τη διαρροή της φωτογραφίας του, την οποία τελικά ανέστειλε, ενώ σε δηλώσεις του για το θέμα, παρέθεσε τους λόγους που το έπραξε και άφησε την κοινωνία να τον κρίνει, να τον επικρίνει ή ακόμα και να τον κατακρίνει, μη αποκλείοντας το ενδεχόμενο να βρεθεί ξανά στις επάλξεις, σε ένα επόμενο έλεγχο.
Η Νομική Υπηρεσία ακολουθεί ένα διαφορετικό δρόμο, που είναι βέβαια δικαίωμά της να το πράξει, αφού η κάθε υπηρεσία χαράζει τη δική της πολιτική, ωστόσο είναι δικαίωμα και των δημοσιογράφων, αλλά και της κοινωνίας να έχουν άποψη και να την εκφράζουν, χωρίς απαραίτητα να είναι νομικοί.
Αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που η Νομική Υπηρεσία δείχνει την έντονη ενόχληση της στην κριτική, αφού το περασμένο καλοκαίρι, μετά την καταδικαστική απόφαση του ΕΔΑΔ για την απόφαση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα να αναστείλει την ποινική δίωξη πολιτικού προσώπου για βιασμό 28χρονης, είχε επίσης συγκληθεί συνέντευξη Τύπου, στην οποία είχε υποστηρίξει ότι υπήρξε ενορχηστρωμένη εκστρατεία εναντίον του, αλλά και πως το αίτημα για παραίτησή του, αποτελούσε άμεση απειλή για τη Δικαιοσύνη.
Σε εκείνη την συνέντευξη Τύπου, ο Γενικός Εισαγγελέας, Γιώργος Σαββίδης, είχε αναφέρει ότι «είμαστε εδώ για να κάνουμε τη δουλειά μας και ξέρουμε ότι δεν θα ικανοποιήσουμε το κοινό αίσθημα. Είναι πάρα πολύ επικίνδυνο κάποιος θεσμός να προσελκύει ή να προσπαθεί να κάνει την πλεύση του, ανάλογα με το πως θα ευχαριστήσει τ' αυτιά κάποιων. Το έχουμε δει αυτό να συμβαίνει. Δεν θα δουλέψουμε ποτέ με γνώμονα τη δημοφιλία».
Αντίθετα, στη συνέντευξη Τύπου της, κ. Ευθυβούλου, όχι μόνο προέβη σε ότι απέρριπτε κάποιους μήνες προηγουμένως ο προϊστάμενός της, ότι δηλαδή κλείνουν τα αυτιά τους στην κριτική, αλλά προχώρησε και σε μια επίκληση στο συναίσθημα, αφού οι λειτουργοί της Νομικής Υπηρεσίας τοποθετήθηκαν στην θέση των θυμάτων, που βάλλονται πανταχόθεν και δεν μπορεί κανείς να τους υπερασπιστεί. Αναμφίβολα, οι λειτουργοί της Νομικής Υπηρεσίας, αρκετοί από τους οποίους δίνουν μάχες στα Δικαστήρια, εργάζονται σε χώρους και με πρόσωπα τα οποία θεωρούνται επικίνδυνα και σίγουρα η δουλειά τους εμπεριέχει ρίσκο, όπως ρίσκο, για διαφορετικούς λόγους, αντιμετωπίζουν καθημερινά, άνθρωποι που εργάζονται σε άλλους τομείς, είτε είναι αστυνομικοί είτε ακόμη και δημοσιογράφοι, που επίσης δέχονται απειλές και έπεσαν θύματα βομβιστικών επιθέσεων.
Η κ. Ευθυβούλου έκανε λόγο ακόμα και για αποδόμηση των λειτουργών, από πλευράς κομμάτων και δημοσιογράφων, χαρακτηρίζοντας το ως επικίνδυνο, αφού «αν δεν έχουμε εμείς την δύναμη να βγούμε στην πρώτη γραμμή να παλέψουμε, αντιλαμβάνεστε πως θα καταρρεύσει ολόκληρο το σύστημα της ποινικής δικαιοσύνης».
Ουαί και αλίμονο λοιπόν στο κράτος και στην κοινωνία, εάν οι δημοσιογράφοι πάψουν να ασκούν κριτική στους θεσμούς, με απώτερο σκοπό να βελτιώσουν τα κακώς έχοντα στην καθημερινότητα των πολιτών. Εξάλλου, όπως είπε κάποτε ο Πρώσος στρατιωτικός, Καρλ φον Κλαούζεβιτς, «η κριτική γίνεται μόνο για να ανιχνεύσουμε την αλήθεια, όχι για να κάνουμε τους δικαστές».
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
- Πυρ και μανία η Νομική Υπηρεσία με τις επικρίσεις για Al Jazeera, τα έβαλε με ΜΜΕ και κόμματα-«Η κριτική είναι ένα, αλλά να αποδομείς είναι επικίνδυνο»
- Καταχωρεί έφεση κατά της απόφασης για Συλλούρη και Τζιοβάνη η ΝΥ-Πώς απαντά στις επικρίσεις για το ότι δεν κατατέθηκε το βίντεο ως μαρτυρία
- Δεν κλήθηκαν ουσιώδεις μάρτυρες, αναφορές σε ανέλεγκτο Εισαγγελέα λόγω Πιττάτζη και ανακριτικά κενά-Έριξε το βάρος της ευθύνης σε Κατηγορούσα Αρχή το Δικαστήριο











