Μετά από 13 χρόνια, επανήλθε ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών το ζήτημα των ποινικών ευθυνών υπουργών, υφυπουργών, επιτρόπων και ανεξάρτητων αξιωματούχων, σε μια προσπάθεια να θεσπιστεί ένα σαφές και λειτουργικό νομοθετικό πλαίσιο, ώστε να διασφαλίζεται ότι δεν παραβιάζονται το Σύνταγμα και οι νόμοι της Δημοκρατίας.
Η συζήτηση άνοιξε, με φόντο παλαιότερες πρωτοβουλίες που δεν έφεραν αποτελέσματα και με δεδομένη την ανάγκη ενίσχυσης της αρχής της λογοδοσίας στο δημόσιο λόγο, σε μια περίοδο κατά την οποία η εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς δοκιμάζεται. Ο πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών, Νίκος Τορναρίτης, ανέφερε πως «το Υπουργείο Δικαιοσύνης είχε καταθέσει το 2011 νομοσχέδιο, το οποίο αποσύρθηκε το 2020, αφού εκφράστηκαν επιφυλάξεις ως προς τις προθέσεις του».
Η αρχική προσπάθεια του Υπουργείου Δικαιοσύνης, που σύμφωνα με τοποθετήσεις κατατέθηκε το 2013 και όχι το 2011, αποσύρθηκε έπειτα από έντονες επιφυλάξεις και αμφιβολίες ως προς τη συνταγματικότητα και τη σαφήνεια των προτεινόμενων διατάξεων. Στο μεσοδιάστημα, όπως επισημάνθηκε, επιχειρήθηκαν επιμέρους ρυθμίσεις, μεταξύ άλλων με τροποποίηση σχετικού άρθρου το 2021, με στόχο να καλυφθούν κενά που είχαν εντοπιστεί. Ωστόσο, η ανάγκη για μια συνολικότερη και πιο ξεκάθαρη ρύθμιση των ποινικών ευθυνών των ανώτατων αξιωματούχων επανήλθε στο προσκήνιο, με τον εισηγητή της πρότασης να υποστηρίζει ότι οι συνθήκες έχουν πλέον ωριμάσει. Στο επίκεντρο της συζήτησης βρέθηκε η ισορροπία ανάμεσα στην ενίσχυση της λογοδοσίας και στη διασφάλιση της ασφάλειας δικαίου, ώστε οι ποινικές διατάξεις να είναι σαφείς, συγκεκριμένες και να μην δημιουργούν στρεβλώσεις σε σχέση με το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο.
Ο εισηγητής της πρότασης νόμου, βουλευτής του ΔΗΣΥ, Κυριάκος Χατζηγιάννης, κατά την εισαγωγική του τοποθέτηση ανέφερε πως «είναι ένα θέμα το οποίο έχει μια τέτοια σημασία ως προς τη λειτουργία του κράτους δικαίου, ώστε να τύχει μιας ουσιαστικής συζήτησης και να συνεχίσει το κεκτημένο της προηγούμενης προσπάθειας, ώστε επιτέλους να οδηγηθούμε σε μια ρύθμιση που να αποκαθιστά πλήρως τη σωστή λειτουργία του κράτους δικαίου και να υπηρετεί την αρχή της λογοδοσίας. Κακώς τότε είχε διακοπεί εκείνη η προσπάθεια, αν περνούσε θα είχαμε αποτροπή κάποιων δεδομένων».
Παράλληλα σημείωσε πως «με την πρόταση νόμου δεν υπάρχει ενδεχόμενο ποινικής ρύθμισης νέων ποινικών αδικημάτων, δεν έρχομαι να τιμωρήσω πρώην ή νυν υπουργούς για πράξεις που έχουν γίνει. Σε καμία περίπτωση δεν αγγίζουμε τις ισορροπίες της Δικαιοσύνης, ούτε του Γενικού Εισαγγελέα, ούτε επηρεάζονται δικαστικές διαδικασίες. Σε αντίθεση με την τότε εποχή, όπου η αναφορά αφορούσε μόνο τους υπουργούς, τώρα αφορά όλους τους αξιωματούχους. Το πρώτο αδίκημα αφορά τη βλάβη του δημόσιου συμφέροντος, αφού έχουν ωριμάσει οι συνθήκες, καθώς επίσης και την παραβίαση των νόμων».
Επιπρόσθετα τόνισε πως «αντιλαμβάνεστε πόσο ποιοτικά θα συμβάλουμε αν έρθουμε να πούμε σε έναν υπουργό ότι το ρουσφέτι που έκανε είναι παράνομο. Μια νέα αρχή και στον τομέα αυτό είναι επιβεβλημένη. Δεν στέκομαι στο κείμενο, ωστόσο οποιεσδήποτε εισηγήσεις είναι καλοδεχούμενες. Η δημοκρατία διασφαλίζεται, σε άλλες χώρες, όπως στη Γερμανία, κλειδώνουν οι αρχές ευθύνης».
Από πλευράς της, η Γραμματέας του Υπουργικού Συμβουλίου, Πόλυ Παπαβασιλείου, σημείωσε πως «κανείς δεν είναι υπεράνω του νόμου. Το ζήτημα είναι κυρίως νομικό και θεωρούμε ότι η πρόταση δημιουργεί κάποιες στρεβλώσεις υφιστάμενων νομοθετικών πλαισίων. Έχει μια πάρα πολύ ευρεία έννοια ως προς το πώς κάποιος παραβιάζει τον νόμο, υπάρχουν φράσεις που επιδέχονται διαφορετικές ερμηνείες και δεν μπορεί να προστατευθεί κανείς. Δεν αφορούν τους υφιστάμενους υπουργούς, αλλά τους μελλοντικούς».
Την ίδια ώρα σημείωσε πως «όσον αφορά τις επικαλύψεις, ο Ποινικός Κώδικας περιλαμβάνει ευθύνες των υπουργών. Αυτό μπορεί να δημιουργήσει ποινές δύο ταχυτήτων. Ο νόμος για το πόθεν έσχες έχει συγκεκριμένες πρόνοιες για παράβαση της νομοθεσίας, που ισχύουν για όλους. Με την πρόταση νόμου οι υπουργοί θα έχουν πολύ περισσότερη ποινική ευθύνη από έναν βουλευτή, για παράδειγμα. Έχω καταγεγραμμένο ότι η νομοθεσία κατατέθηκε το 2013 και όχι το 2011».
Από πλευράς της, η εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας, Δέσποινα Κυπριανού, ανέφερε πως «ως Νομική Υπηρεσία είχαμε εκφράσει κάποιες σοβαρές επιφυλάξεις, τις οποίες επικοινωνήσαμε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης αλλά και στην Επιτροπή σας. Εκφράστηκαν αμφιβολίες τότε, τις οποίες εκφράζω και σήμερα πιο έντονα. Βασική αρχή των ποινικών διατάξεων είναι πως πρέπει να είναι συγκεκριμένες, καθορίζοντας τι αποτελεί αξιόποινη συμπεριφορά. Δεν μπορούμε να έχουμε αόριστες ποινικές διατάξεις και οποιαδήποτε παράβαση να αποτελεί ποινικό αδίκημα. Αν μπορούσαμε να κάνουμε κάτι τέτοιο, δεν θα είχαμε συγκεκριμένα ποινικά αδικήματα».
Παράλληλα επισήμανε πως «πρέπει να ξέρουμε ποια είναι η βαρύτητα της κάθε πράξης για να προβλέπουμε και την ανάλογη ποινή. Η πρόταση θέλει να εισαγάγει ειδική ευθύνη των αξιωματούχων της χώρας, ωστόσο υπάρχει ήδη ένα ποινικό πλαίσιο που καλύπτει σχεδόν όλες τις συμπεριφορές που ενδεχομένως θέλουμε να ποινικοποιήσουμε. Έχουμε έναν κατάλογο με υποθέσεις που ίσως αποτέλεσαν το έναυσμα για αυτή την πρόταση νόμου και προβλέπονται συμπεριφορές, ακόμη και αυτές που θα θέλατε να καλυφθούν. Εμείς, με τον αυξημένο μας ρόλο, είμαστε έτοιμοι να συνεργαστούμε μαζί σας».
Η εκπρόσωπος του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Φαίδρα Γρηγορίου, ξεκαθάρισε πως το υπουργείο είχε καταθέσει το 2013 δύο νομοσχέδια, εξηγώντας πως «το ένα αφορούσε τους υφυπουργούς, αφού δεν περιλαμβάνονταν, και το δεύτερο αφορούσε το ίδιο ζήτημα για τους ανεξάρτητους αξιωματούχους του κράτους. Το Υπουργείο τότε τα είχε αποσύρει και προχωρήσαμε σε τροποποίηση σχετικού άρθρου το 2021 ως αντιστάθμισμα και θεωρήσαμε ότι το καλύψαμε».
Η εκπρόσωπος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, Ελένη Προδρόμου, ζήτησε χρόνο από την Επιτροπή για πιο προσεκτική μελέτη των προτάσεων, ώστε να μπορέσουν να επανέλθουν με τεκμηριωμένες θέσεις.
Κατά την τελική του τοποθέτηση ο κ. Χατζηγιάννης σημείωσε πως «θέλω να υπάρξει μια τέτοια ρύθμιση πάνω σε στέρεη νομική βάση, ώστε οι αξιωματούχοι να είναι υπόλογοι στη Δικαιοσύνη».
Απευθυνόμενος στις παριστάμενες, τόνισε πως «αναφερθήκατε σε επιμέρους νομοθεσίες και ακριβώς για αυτό έγιναν οι νομοθεσίες, επειδή υπήρχε δυνατότητα να γίνονται πράγματα και η πολιτεία τα ρύθμισε. Δεν είναι αόριστη η αναφορά στα ποινικά αδικήματα εκ προθέσεως και δεν είναι ξένος όρος στον νομικό κόσμο, ιδίως όταν γίνεται παραβίαση του Συντάγματος. Όσο πιο συγκεκριμένο μπορεί να γίνει αυτό, καλοδεχούμενη είναι οποιαδήποτε προσθήκη. Όταν βλάπτονται τα συμφέροντα της Κυπριακής Δημοκρατίας, δεν είναι μετρήσιμο; Στην περίπτωση των αερόσακων είχατε συμφωνήσει για ανάλογο νομοσχέδιο. Έμεινε αυτή η χώρα χωρίς νερό, χωρίς ενέργεια και δεν υπάρχει ευθύνη; Ο νομικός κόσμος δεν είναι ικανός; Γιατί τα δικαστήρια δεν μπορούν να κρίνουν με τις δικές τους αρχές όλα αυτά; Δεν προσεγγίζω το ζήτημα με όρους σκανδαλολογίας, γιατί έτσι δεν θα δούμε το πρόβλημα».
Καταλήγοντας τόνισε πως «εάν θέλετε να τεθεί σε πιο συγκεκριμένα πλαίσια, να τα ακούσουμε. Δεν υπογράφει κάτι ένας υπουργός στη βάση της νομοθεσίας; Είναι άγνωστο στη νομική πρακτική να μεταφραστεί το εκ προθέσεως; Ζούμε σε μια εποχή με πάρα πολλές περιπέτειες και αμφισβήτηση και πρέπει να γίνει το βήμα».











