Δύο προτάσεις νόμου στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών, κατέθεσε η βουλεύτρια του ΑΚΕΛ, Ειρήνη Χαραλαμπίδου, οι οποίες αφορούν την Ανεξάρτητη Αρχή κατά της Διαφθοράς και τον Έφορο Φορολογίας.
Όπως ανέφερε η ίδια σε γραπτή της δήλωση «σκοπός της πρώτης πρότασης νόμου είναι η τροποποίηση του περί της Σύστασης και Λειτουργίας της Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς Νόμου, ώστε η Ανεξάρτητη Αρχή κατά της Διαφθοράς, σε περίπτωση που σε πόρισμα της, καταδεικνύεται εμπλοκή αξιωματούχου σε ενδεχόμενη διάπραξη αδικημάτων διαφθοράς, να ενημερώνει τον Έφορο Φορολογίας, ώστε να προβεί σε φορολογικό έλεγχο δυνάμει των διατάξεων της οικείας νομοθεσίας.
Τόνισε πως «οι προτεινόμενες ρυθμίσεις κρίνονται αναγκαίες, ώστε να καθίσταται δυνατή η άμεση ενεργοποίηση των διαδικασιών φορολογικού ελέγχου που προβλέπονται στο άρθρο 39Α του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου, στις περιπτώσεις όπου υπάρχουν σοβαρά ευρήματα που ενδέχεται να σχετίζονται με απόκρυψη εισοδημάτων ή απόκτηση περιουσιακών στοιχείων που δεν δικαιολογούνται από τα δηλωθέντα οικονομικά δεδομένα».
Επιπρόσθετα, υπογράμμισε πως «συναφώς, με την πρόταση νόμου επιδιώκεται η ενίσχυση της αποτελεσματικότητας του κράτους στην πρόληψη και αντιμετώπιση φαινομένων διαφθοράς, μέσω της έγκαιρης ανταλλαγής πληροφοριών και της άμεσης αξιοποίησης των αρμοδιοτήτων των αρμόδιων αρχών στο πλαίσιο των αντίστοιχων εξουσιών τους».
Σε σχέση με τη Δεύτερη Πρόταση Νόμου που κατέθεσε η βουλεύτρια, σημείωσε πως «τροποποιείται ο του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου, ώστε ο Έφορος Φορολογίας, σε περίπτωση που ενημερωθεί από την Ανεξάρτητη Αρχή κατά της Διαφθοράς ότι έχει εκδοθεί πόρισμα το οποίο περιλαμβάνει ευρήματα που δύνανται να καταδεικνύουν εμπλοκή αξιωματούχου, ως ο όρος αυτός προβλέπεται στις διατάξεις του περί της Σύστασης και Λειτουργίας της Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς Νόμου, σε ενδεχόμενη διάπραξη αδικημάτων διαφθοράς, να δύναται να προβεί σε φορολογικό έλεγχο αυτού».
Ειδικότερα, όπως εξήγησε, «σε υποθέσεις διερεύνησης αδικημάτων διαφθοράς η ποινική διαδικασία η οποία διεξάγεται από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας δεν ταυτίζεται με την ανάγκη για άμεση φορολογική αξιολόγηση και διερεύνηση των περιουσιακών στοιχείων και των εισοδημάτων του υπό διερεύνηση αξιωματούχου, ιδίως όταν υφίστανται ενδείξεις απόκρυψης εισοδημάτων ή περιουσιακών στοιχείων που δεν δικαιολογούνται από τα δηλωθέντα οικονομικά δεδομένα».
Καταλήγοντας επισήμανε πως «τις προτεινόμενες ρυθμίσεις επιδιώκεται η θέσπιση ενός σαφούς και θεσμικά κατοχυρωμένου μηχανισμού ενεργοποίησης φορολογικών ελέγχων σε τέτοιες περιπτώσεις, με γνώμονα την ενίσχυση της διαφάνειας και της αποτελεσματικότητας του κράτους στην πρόληψη και αντιμετώπιση φαινομένων διαφθοράς».











