powered by inbusiness-news-logo cbn omada-logo celebrity-logo LOGO-PNG-108

Η έλλειψη εμπιστοσύνης στους θεσμούς και η επιλογή της μη καταγγελίας που μοιάζει συχνά πιο ασφαλής επιλογή για τα θύματα

Η έλλειψη εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς στην Κύπρο δεν αποτελεί ένα στιγμιαίο φαινόμενο, αλλά μια βαθιά και συσσωρευμένη φθορά, η οποία επηρεάζει άμεσα τη σχέση των πολιτών με το κράτος και τη Δικαιοσύνη. Η αμφισβήτηση της αξιοπιστίας της Εκτελεστικής, της Νομοθετικής και της Δικαστικής Εξουσίας, καθώς και των ανεξάρτητων αρχών και των μηχανισμών ελέγχου, έχει δημιουργήσει ένα περιβάλλον δυσπιστίας, όπου ο πολίτης αισθάνεται ότι δεν υπάρχει σαφές σημείο αναφοράς για να αναζητήσει προστασία ή δικαίωση. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η κρίση των θεσμών δεν περιορίζεται σε πολιτικό ή διοικητικό επίπεδο, αλλά αγγίζει τον πυρήνα της κοινωνικής συνοχής και του αισθήματος ασφάλειας.

Ιδιαίτερα έντονα βιώνουν αυτή την πραγματικότητα τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας και σεξουαλικής παρενόχλησης, τα οποία καλούνται να εμπιστευτούν μια αλυσίδα θεσμών που συχνά εμφανίζεται αποδυναμωμένη ή αναποτελεσματική. Η απώλεια εμπιστοσύνης στην Αστυνομία και στη Δικαιοσύνη λειτουργεί αποτρεπτικά για την καταγγελία, ενισχύοντας τη σιωπή και τον φόβο, ενώ παράλληλα οδηγεί σε δευτερογενή θυματοποίηση. Όταν το θύμα αμφιβάλλει για το αν μια υπόθεση θα διερευνηθεί ουσιαστικά, αν θα φτάσει στο δικαστήριο ή αν τελικά θα αποδοθεί δικαιοσύνη, η επιλογή της μη καταγγελίας μοιάζει συχνά πιο ασφαλής από τη διαδρομή μέσα από ένα σύστημα που θεωρείται προβληματικό.

Η θεσμική κρίση, όπως καταγράφεται τα τελευταία χρόνια, δεν αφορά μεμονωμένους φορείς, αλλά το σύνολο του θεσμικού συστήματος, γεγονός που καθιστά δυσκολότερη την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης. Η συνεχής εναλλαγή της δημόσιας κριτικής από θεσμό σε θεσμό, χωρίς μια συνολική και ολιστική προσέγγιση, ενισχύει την αίσθηση αδιεξόδου και αδυναμίας αλλαγής. Σε αυτό το περιβάλλον, η απουσία πολιτικής βούλησης για ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις και αξιολόγηση των θεσμών εντείνει την απογοήτευση των πολιτών. Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης, ιδιαίτερα για τις ευάλωτες ομάδες και τα θύματα βίας, προϋποθέτει έμπρακτες ενέργειες, διαφάνεια και λογοδοσία, ώστε το κράτος να μπορεί ξανά να λειτουργήσει ως ασπίδα προστασίας.

Σε δηλώσεις της στον REPORTER, η καθηγήτρια στο Τμήμα Διοίκησης, Επιχειρηματικότητας και Ψηφιακού Επιχειρείν του ΤΕΠΑΚ, Μαρία Καπαρδή, ανέφερε πως «γενικά σε κάθε χώρα υπάρχουν 13 θεσμοί, η Νομοθετική, η Εκτελεστική, η Δικαστική Εξουσία, η επιβολή του νόμου, το εκλογικό όργανο, ο Συνήγορος του Πολίτη, ο Ελεγκτικός Φορέας, οι Υπηρεσίες Καταπολέμησης της Διαφθοράς, τα πολιτικά κόμματα, τα Μέσα Ενημέρωσης, η κοινωνία των πολιτών και οι επιχειρήσεις. Ο κόσμος δεν εμπιστεύεται μόνο έναν τομέα. Έχει αρχίσει να χάνει την εμπιστοσύνη του, αν όχι σε όλους, στους πλείστους θεσμούς».

Παράλληλα εξήγησε πως «υπάρχει σοβαρή απώλεια νομιμότητας. Αμφισβητούν τη θεμελιώδη, τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα αυτών των θεσμών. Αυτό πηγάζει από τις αποτυχίες στην απόδοση, τη μειωμένη εμπιστοσύνη, την αυξανόμενη εξωτερική κριτική, δηλαδή κάνουμε κριτική ακόμα και εκεί που δεν θα έπρεπε να κάνουμε, επειδή μας φταίνε όλα. Είναι διαφοροποιημένη από μία τυπική κρίση, αφού αφορά όλους τους θεσμούς στην Κύπρο, κάτι το οποίο είναι πάρα πολύ ανησυχητικό. Ο κόσμος δεν εμπιστεύεται κανέναν και τίποτε πλέον, πού να βρει το δίκιο του».

Την ίδια ώρα η κ. Καπαρδή σημείωσε πως η κρίση στους θεσμούς «δεν έγινε από τη μία μέρα στην άλλη. Εδώ και χρόνια παρατηρείται το συγκεκριμένο φαινόμενο και φθείρονται οι θεσμοί. Πριν από αρκετά χρόνια είχα προτείνει να γίνει μία αξιολόγηση των εθνικών συστημάτων ακεραιότητας, κάτι που αν γίνει θα μπορεί να αξιολογήσει όλους τους θεσμούς, να δούμε πού υπάρχουν προβλήματα για να προλάβουμε το κακό. Ωστόσο θεώρησαν πως δεν υπήρχε λόγος να γίνει, αφού όπως είπαν, είμαστε μία χαρά έτσι όπως είμαστε. Θεωρώ όμως ότι τα πράγματα δεν βελτιώνονται, αλλά χειροτερεύουν».

Σχολιάζοντας το γεγονός ότι από την κρίση των θεσμών επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό τα θύματα ενδοοικογενειακής ή σεξουαλικής βίας, αφού έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους τόσο στην Αστυνομία όσο και στην ίδια τη Δικαιοσύνη, ανέφερε πως «και να διερευνήσει η Αστυνομία, θα προχωρήσει η υπόθεση; Όλοι οι θεσμοί είναι μία αλυσίδα και δεν είναι μόνο η Αστυνομία, αφού το θέμα θα προχωρήσει παρακάτω. Αυτή τη στιγμή η κριτική επικεντρώνεται στην Αστυνομία, ωστόσο πριν από καιρό ήταν η Ελεγκτική Υπηρεσία, πριν ήταν η Εκτελεστική Εξουσία. Άρα πρέπει να τα δούμε όλα μαζί ολιστικά για να λύσουμε τα προβλήματα. Δεν είναι μόνο το τι πρέπει να κάνουμε με την ακεραιότητα της Αστυνομίας, αλλά πώς θα βελτιώσουμε όλους τους θεσμούς».

Επιπρόσθετα τόνισε πως «το gender and corruption έχει να κάνει με το γεγονός ότι εάν κάποιος είναι θύμα σεξουαλικής κακοποίησης, δεν υπάρχει κάπου που να μπορεί να το καταγγείλει, άρα θυματοποιείται. Δεν είναι μόνο στον συγκεκριμένο τομέα που οι γυναίκες θυματοποιούνται, καθώς υπάρχουν πάρα πολλοί τομείς που γίνεται κάτι τέτοιο και θα πρέπει να τα δούμε». Επίσης πρόσθεσε πως «πάρα πολλές γυναίκες είναι θύματα εκφοβισμού και φοβούνται να το πουν».

Σημείωσε πως θα πρέπει «να τους πιάσουμε έναν έναν και να βρίσκουμε πού μπορούν να βελτιωθεί ο κάθε θεσμός ξεχωριστά, γιατί τρόποι υπάρχουν. Δεν είμαι της άποψης ότι θα πρέπει να πιάσουμε σήμερα το μαστίγιο για να μαστιγώσουμε την Αστυνομία και μετά από λίγο καιρό έναν άλλο θεσμό. Δεν θα καταφέρουμε κάτι με τον συγκεκριμένο τρόπο. Πρέπει να πάρουμε μία πιο σφαιρική άποψη για να αντιμετωπίσουμε αυτό το θέμα, διότι δεν είναι ωραίο να βγαίνει προς τα έξω ότι κατηγορούν την Εκτελεστική Εξουσία ή μετά από λίγο καιρό τη Δικαστική Εξουσία. Έχουμε χάσει την εμπιστοσύνη μας».

Ερωτηθείσα εάν μπορεί να αναστραφεί η κατάσταση με την κρίση που περνούν οι θεσμοί και την έντονη κριτική που δέχονται, απάντησε θετικά, σημειώνοντας πως «φτάνει να υπάρχει η βούληση και να πει ένας ανεξάρτητος φορέας ότι θα γίνει η αξιολόγηση σε όλους τους θεσμούς και να έρθει με συγκεκριμένες εισηγήσεις για τον καθένα ξεχωριστά για το τι πρέπει να γίνει. Θα πρέπει να υπάρξει πολιτική βούληση, ειδικότερα η Εκτελεστική Εξουσία να πει ότι θα δώσει ένα συγκεκριμένο ποσό για να φέρει κάποιους φορείς είτε από το εξωτερικό και να βελτιώσει την εικόνα της Κύπρου. Τότε ο πολίτης θα μπορεί να εμπιστεύεται όλους τους θεσμούς».

Επιπρόσθετα η κ. Καπαρδή, αναφερόμενη στις σκανδιναβικές χώρες, τόνισε πως «ό,τι γίνει λύνεται αμέσως, δεν περιμένουν να ξεχειλίσει το ποτήρι. Εμείς μπορεί να θεωρούμε ότι θα μας κακολογήσουν για λίγο καιρό, θα μας γράψουν οι εφημερίδες για δύο εβδομάδες και μετά θα πάνε παρακάτω στον επόμενο θεσμό. Έτσι δεν λύνεται το πρόβλημα, αντιθέτως το κρύβουμε κάτω από το χαλί».

Επιπρόσθετα υπογράμμισε πως «όταν ο κόσμος βλέπει ότι έμπρακτα γίνονται ενέργειες και όχι απλά έρευνες μέσω επιτροπών, βγάζουν ένα πόρισμα και μετά αυτό μένει στο συρτάρι. Στο εξωτερικό δεν θα γίνει ποτέ κάτι τέτοιο. Συγκεκριμένα, στην Αυστραλία είχε γίνει μία έρευνα και αυτός που έκανε την έρευνα και έπρεπε να τη δώσει στον αρμόδιο υπουργό, δεν ήθελε καν να κάνει χειραψία μαζί του και του είπε πως είναι τόσο λερωμένο το χέρι σου που δεν θέλω καν να σε αγγίξω. Στην Κύπρο εκείνοι που κάνουν την έρευνα φοβούνται ότι θα χάσουν τη δουλειά τους και θα επηρεαστεί η οικογένειά τους. Η Διεθνής Διαφάνεια Κύπρου έπαψε να υπάρχει. Γιατί σταμάτησε ο κόσμος να μιλάει για τη διαφθορά και να βγαίνει προς τα έξω και να λέει τα προβλήματα που υπάρχουν. Κουράστηκε να λέει τα ίδια και τα ίδια».

Παράλληλα η κ. Καπαρδή σημείωσε πως «επειδή ο κόσμος έχει καεί, σταμάτησε να ασχολείται, τραβήχτηκαν όλοι στο σπίτι τους, βλέπουν μόνο την οικογένειά τους και δεν τους ενδιαφέρει τι γίνεται προς τα έξω. Όμως εκεί έξω επηρεάζει όλους, δεν ζούμε σε ένα νησί ο καθένας μόνος του. Η κρίση έχει ξεκινήσει εδώ και πάρα πολύ καιρό, απλά δεν θέλαμε να τη δούμε, γιατί νομίζαμε ότι θα ξεχαστεί».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: 

;