Η περίπτωση της Annie Alexui, που συνεχίζει να βρίσκεται στο επίκεντρο ολόκληρης της Κύπρου χάρη στην Αστυνομία, δεν είναι απλώς μια σειρά καταγγελιών, κάποιες εκ των οποίων αποτελούσαν κοινό μυστικό. Είναι η μετατροπή μιας προσωπικότητας σε καθημερινό ριάλιτι, με την κοινή γνώμη να είναι καθηλωμένη στα social media της πρωταγωνίστριας, ανυπομονώντας για το επόμενο επεισόδιο. Είναι το πρόσωπο στο οποίο οι πολίτες νιώθουν την ανάγκη να στηριχθούν, ως η ελπίδα για ενεργοποίησης διαδικασιών για κάθαρση. Είναι μια γυναίκα, που για μια μερίδα πολιτών, λειτούργησε ως σημείο ταύτισης. Όχι κατ’ ανάγκη λόγω της ακρίβειας των ισχυρισμών της, αλλά λόγω του τρόπου με τον οποίο εκφράζεται. Ωμά, απερίσκεπτα, χωρίς να φαίνεται να υπολογίζει συνέπειες. Είναι το λεγόμενο κοινωνικό «φαινόμενο Στρέιζαντ», όπου στην προσπάθεια της η Αστυνομία να ελέγξει τα όσα ισχυρίζεται και τις πληροφορίες που διακινούνται στην δημόσια σφαίρα, είχε ως αποτέλεσμα τη μεγαλύτερη διάδοσή τους.
Η ακατανόητη απόφαση με βούλα Αρχηγού Αστυνομίας για δημοσιοποίηση της φωτογραφίας της 43χρονης, για εντάλματα μάλιστα που εκκρεμούν εδώ και ένα χρόνο, πέραν του ότι άφησε το στίγμα της εκδίκησης - δεδομένου πως πολλές φορές στρέφεται εναντίον στελεχών της Δύναμης - κατάφερε να την απογειώσει επικοινωνιακά. Η απόφαση του, αντί να λειτουργήσει ως τεκμήριο «ενοχής» για την Annie, αφού πρόκειται για καταζητούμενη με 12 εντάλματα, λειτούργησε ως «απόδειξη» ότι κάτι μεγαλύτερο υπάρχει από πίσω, με την ίδια την Αστυνομία, από την οποία προέρχονται οι περισσότεροι παραπονούμενοι που την κατήγγειλαν και εναντίον των οποίων προέβαλε διάφορους ισχυρισμούς, να εμφανίζεται λες και θέλει να της κλείσει το στόμα. Ακόμα και αυτό να μην ίσχυε, αυτό είναι το μήνυμα που αποστάλθηκε στην κοινή γνώμη, με την εκδοχή να ενισχύεται με τα όσα κατήγγειλε στην πορεία η 43χρονη.
Και ενώ καταζητείτο για δημοσίευση ψευδών ειδήσεων, με το περιεχόμενο των καταγγελιών της να αποτελεί ένα διαφορετικό κεφάλαιο, οι εξελίξεις στην σκιά των ισχυρισμών και την δημοσιοποίηση στοιχείων από πλευράς της, ήρθαν να ανεβάσουν το πήχη της αξιοπιστίας της. Και αυτό διότι, με αφορμή τα στοιχεία που έδωσε στο φως της δημοσιότητας για τον Δήμαρχο Πάφου, Φαίδωνα Φαίδωνος, όχι μόνο κατάφερε να προκαλέσει σάλο, αλλά δρομολόγησε ποινική έρευνα για ξυλοδαρμό, ένα κατ΄ ισχυρισμό θύμα φαίνεται δέκα χρόνια μετά να έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία η οποία άνοιξε και υπόθεση βιασμού, ενώ την ίδια ώρα ο Δήμαρχος τέθηκε σε αργία.
Ακόμα και αν στην ίδια δόθηκαν στοιχεία από πρόσωπα με πολιτικά κίνητρα, αυτό δεν αναιρεί την ουσία των καταγγελιών. Και η ουσία δεν είναι άλλη από το εάν έχουν ή όχι διαπραχθεί τα κατ΄ισχυρισμό αδικήματα, ανεξαρτήτως με τα κίνητρα των πληροφοριοδοτών. Εξάλλου, η ίδια η Αστυνομία σε επίσης σοβαρές υποθέσεις, αξιοποιεί πρόσωπα του υποκόσμου, τα οποία προέρχονται από αντίπαλα στρατόπεδα, γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι τα κίνητρά τους κάθε άλλο παρά αγνά είναι.
Χωρίς να σημαίνει πως τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον της Αστυνομίας επιβεβαιώνουν τις καταγγελίες, οι εξελίξεις και μόνο γύρω από τον Δήμαρχο, ενός προσώπου με έντονο δημόσιο καταγγελτικό λόγο κατά πάντων, που πολλές φορές και ο ίδιος λειτουργούσε ως «Annie Alexui», προβάλλοντας ισχυρισμούς και παίζοντας επικοινωνιακά, για αρκετό κόσμο οι καταγγελίες της 43χρονης απέκτησαν μεγαλύτερο βάρος. Εξάλλου και ο ίδιος ο Φαίδωνος με τις καταγγελίες του σε διάφορες περιπτώσεις δρομολόγησε εξελίξεις, ωστόσο σε αυτή την περίπτωση φαίνεται να αντιστράφηκαν οι ρόλοι. Με την μόνη διαφορά βέβαια να εστιάζεται στα κίνητρα του κάθε ενός. Για παράδειγμα, στον Δήμαρχο πολλές φορές αποδόθηκαν πολιτικά παιχνίδια με φόντο τις εκλογές του 2028, ενώ στην περίπτωση της Annie, διαφαίνεται πως τα δεδομένα είναι εντελώς διαφορετικά. Δηλαδή, συστήνεται ως ένα πρόσωπο, που είχε εμπλοκή στα «πράγματα», χωρίς να υπολογίζει κινδύνους και χωρίς να δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στην ίδια της την ζωή, περπατώντας σε ναρκοπέδιο, με μοναδικό σκοπό την εκδίκηση.
Και ο λόγος, με βάση τα όσα δημοσιεύει, η προσωπική της ιστορία και η κακοποίηση της και τα ζητήματα με την οικογένεια της που την οδήγησαν στην χρήση σκληρών ναρκωτικών, που μέχρι σήμερα, κατά τους ισχυρισμούς της, όχι μόνο δεν έχει αποδοθεί δικαιοσύνη, αλλά ουδείς έδειξε ενδιαφέρον για διερεύνηση. Αποτέλεσμα, να μετατραπεί η ίδια σε «ανακριτής» και την ίδια ώρα «δικαστής», αποδίδοντας δικαιοσύνη με τους δικούς της «νόμους», αφού αυτοί που όφειλαν αρκέστηκαν - σύμφωνα πάντα με τα όσα προκύπτουν από τα όσα αναφέρει - να διαδίδουν πως πρόκειται για μια «πελλή» ή ένα «πρεζόνι» ή διάφορα άλλα επίθετα. Ωστόσο, ακόμη και αυτά να ήταν, ήταν ένας πολίτης μιας ευρωπαϊκής χώρας, με τα ίδια συνταγματικά δικαιώματα όλων των υπόλοιπων.
Μπορεί σήμερα να είναι 43 ετών, αλλά κάποτε ήταν μια νεαρή που ζητούσε και χρειαζόταν βοήθεια, όπως άλλα τόσα άτομα, τα οποία χρειάζονται την στήριξη του κράτους, των θεσμών του, οι οποίοι πολλές φορές προτρέχουν να βάλουν τα ταμπέλες, χωρίς να δουν την ρίζα του προβλήματος. Που αν την έβλεπαν, ίσως τα πράγματα για πολλούς να είναι διαφορετικά. Και όταν βλέπεις μια μεγάλη Κυρία να μην φοβάται να κλάψει σαν ένα παιδί μπροστά σε όλους, περιγράφοντας τα όσα βίωσε και ακούγοντας την να διηγείται τα συναισθήματα της, καταλαβαίνοντας πως στην ουσία ήθελε πραγματική στήριξη και αγάπη, τότε διαπιστώνεις δύο πράγματα. Πως ακόμη είναι ένα παιδί που το κράτος δεν είδε όπως έπρεπε να δει, όπως και πολλά άλλα, και ότι η ρίζα του πραγματικού προβλήματος είναι οι ίδιοι που σήμερα την βλέπουν ως πρόβλημα.
Ανεξαρτήτως με τι λέει, τι ισχυρίζεται, τι είναι αλήθεια και τι όχι, το πρόβλημα δεν είναι η Annie και η κάθε Annie. Είναι το ίδιο το κράτος. Και η Έλενα Φραντζή, 29 ετών. Ήταν ένα ορφανό που πήγαινε από οικογένεια σε οικογένεια. Αναζητούσε αγάπη και στήριξη. Κακοποιήθηκε σεξουαλικά από τον πατριό της, ιερέα. Προσπάθησε να μιλήσει αλλά δεν την πίστευε κανείς, την πολέμησαν όσο μπορούσαν. Τελικά βρέθηκε νεκρή.
Και ο Στυλιανός. Ήταν μόλις 14 ετών. Βρέθηκε νεκρός στην κτηνοτροφική μονάδα του πατέρα του, ένα χρόνο μετά τον θάνατο της Έλενας Φραντζή. Αρχικά υπήρξε βουβαμάρα από τις υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας. Επικαλούνταν σχετικούς κανονισμούς, δεδομένου πως επρόκειτο για αυτοκτονία, προς αποφυγή φαινομένων μιμητισμού. Και ποιοι μιλούσαν για μιμητισμό; Αυτοί που μιμήθηκαν τις ενέργειες και τις εγκληματικές παραλήψεις τους, που ήταν η αιτία ένα παιδί μόλις δεκατεσσάρων χρονών να οδηγηθεί στον θάνατο. Ένα παιδί που ζούσε κάτω από άθλιες συνθήκες, βίωνε την βία, εργαζόταν στην φάρμα. Και όλοι γνώριζαν για χρόνια. Και τελικά, βρέθηκε νεκρός, αυτοκτόνησε.
Είναι και ο Τζακ, τότε ήταν 25 ετών. Θύμα ενδοοικογενειακής βίας και κακοποίησης. Μια διαφορετική περίπτωση από την Έλενα και τον Στυλιανό, αλλά με τον ίδιο κοινό παρονομαστή. Θύμα του συστήματος και της ανεπάρκειας του κράτους. Οι συνθήκες όμως δεν τον οδήγησαν στον θάνατο αλλά στην φυλακή, αφού πήρε τον νόμο στα χέρια του και έβαλε τέλος, όχι μόνο στα όσα βίωνε ο ίδιος, αλλά και η οικογένεια του. Αποτέλεσμα να μετατραπεί από θύμα σε θύτη και να καταδικαστεί δεκαέξι χρόνια φυλάκιση, ποινή η οποία μειώθηκε στο Εφετείο στα δώδεκα, λόγω των συνθηκών που τον οδήγησαν στην δολοφονία του πατέρα του, τον Αύγουστο του 2020.
Το κοινό στοιχείο σε όλες αυτές τις περιπτώσεις δεν είναι τα πρόσωπα, οι χαρακτήρες, τα λάθη, τα κίνητρα ή οι επιλογές. Είναι οι θεσμοί και η επαναλαμβανόμενη αδυναμία τους να εντοπίσουν, να ακούσουν, να προστατεύσουν, να παρέμβουν και να αποδώσουν εκεί και όπου πρέπει, δικαιοσύνη, κατά ίσο τρόπο. Όταν η δικαιοσύνη απονέμεται εκ των υστέρων ή μέσω των social media, δεν πρόκειται για απονομή δικαιοσύνης αλλά για αποτυχία κράτους. Και αυτή η αποτυχία δεν είναι ούτε μεμονωμένη ούτε τυχαία. Είναι επαναλαμβανόμενη. Και όσο το κράτος συνεχίζει να αντιμετωπίζει τις συνέπειες αντί τις αιτίες, η επόμενη «Annie» δεν θα αργήσει να εμφανιστεί. Εξάλλου, πριν την Annie, ήταν ο Jho low, που αποκάλυψε το θανατηφόρο του 2012, ήταν η Emily Tomson με το περιβόητο βίντεο...











