Νέα δεδομένα δημιουργεί η απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου να απορρίψει την ένσταση της Ντόριας Βαρωσιώτου, που είχε υποβάλει λόγω της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου να μην επικυρώσει το διορισμό της στη θέση της Δικαστού του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, επισφραγίζοντας με αυτό τον τρόπο την απόλυσή της. Μία απόφαση που δεν ήταν ομόφωνη, αφού υπέρ της κας. Βαρωσιώτου τάχθηκαν ο πρόεδρος του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, Αντώνης Λιάτσος και άλλοι δύο δικαστές.
Συγκεκριμένα, ο κ. Λιάτσος και οι δικαστές Τεύκρος Οικονόμου και Τερέζα Καρακάννα, τάχθηκαν υπέρ της ένστασης που κατέθεσε η Ντόρια Βαρωσιώτου, εκδίδοντας ξεχωριστή απόφαση, στην οποία ανέπτυξαν τους λόγους που διαφώνησαν με τα άλλα πέντε. Μία απόφαση η οποία ουσιαστικά υπογραμμίζει ότι η συνεδρία που αποφάσισε την απόλυση της κας. Βαρωσιώτου ήταν αντικανονική, μη νομότυπη και αναπόδραστα, άκυρη.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ: Διχασμένο το Ανώτατο για την επικύρωση απόλυσης Βαρωσιώτου, εγείρει σοβαρά ζητήματα συνταγματικότητας η μειοψηφία
Την ίδια ώρα, στην απόφαση της μειοψηφίας γίνεται αναφορά και στο ζήτημα της παραπομπής προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τονίζοντας πως είναι το κατάλληλο στάδιο για να παραπεμφθεί σχετικό προδικαστικό ερώτημα. Όπως υποδεικνύεται στην απόφαση, οι προϋποθέσεις για υποβολή προδικαστικού ερωτήματος συντρέχουν, καθώς όπως εξηγείται εγείρονται ζητήματα ενωσιακού δικαίου.
Στο μεταξύ, ο δικηγόρος της κας. Βαρωσιώτου, Αχιλλέας Δημητριάδης, ξεκαθάρισε πως δεν έχει τελειώσει ακόμη η μάχη, αφού θα παραπέμψει το θέμα στο ΕΔΑΔ.Όπως είπε, σε δηλώσεις του μετά την ανακοίνωση της απόφασης για επικύρωση της απόφασης απόλυσης της κας. Βαρωσιώτου, «στην ευρωπαϊκή Κύπρο που ζούμε, ο δρόμος για τη δικαιοσύνη δεν σταματά στη Λευκωσία. Προχωρά και στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στο Στρασβούργο, υπό το φως του κειμένου της διιστάμενης άποψης, ιδίως όσον αφορά τη μη παραπομπή του ερωτήματος, στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Νομίζω ότι η προσπάθεια αυτή θα συνεχίσει και σε ευρωπαϊκό επίπεδο».
Σημειώνει πως «στο τέλος της ημέρας, το ΕΔΑΔ θα κληθεί να δικάσει την ορθότητα της απόφασης αυτών των δικαστών, υπό το πρίσμα της παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Πρέπει να διαβάσουμε τη σοβαρότητα την απόφαση και να κάνουμε τις επόμενες μας ενέργειες, όπως πρέπει. Σημειώνω το πρωτοφανές της υπόθεσης, που είχε να κάνει με τη δημοσιοποίηση όλων των δικογράφων και των αποφάσεων, πράγμα που συνάδει με την έννοια της διαφάνειας και της δικαιοσύνης».
Πολυδιάστατα και πολύμορφα νομικά σημεία
Συγκεκριμένα, στην απόφαση της μειοψηφίας αναφέρεται πως με η ένσταση της κας. Βαρωσιώτου για την απόφαση απόλυσής της από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, εδράζεται σε πολυδιάστατα και πολύμορφα νομικά σημεία, ενώ προστίθεται πως καλύπτουν θέματα που αφορούν στην αμφισβήτηση του διορισμού Επαρχιακού Δικαστή υπό δοκιμαστική περίοδο και εκτείνονται σε ζητήματα που διέπουν, μεταξύ άλλων, το κυπριακό και ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο διορισμού και τερματισμού της υπηρεσίας Δικαστή, μη δέουσα έρευνα και ή νόμιμη έρευνα και αιτιολογία, παραβίαση του δικαιώματος ακρόασης, έλλειψη δικαιοδοσίας και αρμοδιότητας του ΑΔΣ και ελλιπή τήρηση πρακτικών.
Πέραν τούτου, στην απόφαση της μειοψηφίας αναφέρεται πως η ένσταση ήγειρε θέμα δημόσιας τάξεως, που έγκειται στη σύνθεση του οργάνου (σ.σ. Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου), που έλαβε την απόφαση μη επικύρωσης του διορισμού της Ντόριας Βαρωσιώτου, στη μόνιμη θέση επαρχιακού Δικαστή. Στην απόφαση, οι τρεις δικαστές έκαναν αναφορά στο επιχείρημα που πρόβαλε ο συνήγορος της κας. Βαρωσιώτου, Αχιλλέας Δημητριάδης, ο οποίος είχε υποδείξει πως «η σύνθεση του οργάνου ήταν κακή, καθότι, ως είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός, δεν προσκλήθηκαν να συμμετέχουν στην κρίσιμη συνεδρία, και, κατά προέκταση, δεν συμμετείχαν, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ο Πρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου και οι δύο νομικοί, ως προβλέπεται σχετικά από το ΄Αρθρο 10(5)(γ) του Νόμου».
Σημειώνεται πως το άρθρο 10(5)(γ), προβλέπει ότι σε κάθε συνεδρία του «… η οποία αφορά σε διορισμό, προαγωγή …. δύναται να συμμετέχουν χωρίς δικαίωμα ψήφου …. ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας …. ο Πρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου …. δύο νομικοί ….».
Στη συνέχεια, στην απόφαση της μειοψηφίας γίνεται αναφορά στο γεγονός ότι η επίδικη συνεδρία του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου είχε ως αποκλειστικό αντικείμενο την επικύρωση ή μη του διορισμού της κας. Ντόριας Βαρωσιώτου στη μόνιμη θέση Επαρχιακού Δικαστή. Όπως εξηγείται «η διαδικασία διορισμού Δικαστή δεν περιορίζεται στο στάδιο των συνεντεύξεων των υποψηφίων, ούτε και εξαντλείται με την αρχική πράξη επιλογής τους προς διορισμό υπό δοκιμαστική βάση. Εκτείνεται – υπό την αίρεση επιτυχούς ολοκλήρωσης της δοκιμαστικής περιόδου - στη λήψη τελικής απόφασης επικύρωσης του διορισμού στη μόνιμη θέση του Επαρχιακού Δικαστή. Τούτο, όχι μηχανιστικά, αλλά κατόπιν και ως αποτέλεσμα αξιολόγησης όλων των σχετικών παραγόντων. Παράγοντες ουσιαστικής σημασίας, άμεσα συναρτημένοι – όπως άλλωστε δηλώνει και το ίδιο το περιεχόμενο της υπό κρίση απόφασης του ΑΔΣ – με το έργο και τη συμπεριφορά του Δικαστή κατά το στάδιο πλέον της δοκιμαστικής περιόδου και την εξ αυτών συναγόμενη καταλληλότητά του. Υπό το πρίσμα αυτό, η διαδικασία επικύρωσης και η μονιμοποίηση μετά από δοκιμαστική περίοδο, ως διορισμός σε μόνιμη θέση, υποδηλώνει την βαρύτητα της γνώμης και την αξία του ρόλου των Συμμετεχόντων».
Στην απόφαση τονίζεται πως «επιβάλλεται, κατά ξεκάθαρη κανονιστική πρόβλεψη, να κληθούν και δύνανται, κατά νομοθετική πρόνοια, να μετέχουν από κοινού στις συνεδρίες του ΑΔΣ και τα πρόσωπα που καθορίζονται από το ΄Αρθρο 10(5)(γ) του Νόμου. Κατά ταυτόσημο τρόπο με τις περιπτώσεις προαγωγής, όπου και πάλιν δύνανται να μετέχουν, ασχέτως και πάλιν του καθήκοντος εποπτείας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στοιχείο που δεν επηρεάζει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο την εκ του Νόμου δυνατότητα συμμετοχής των προσώπων που καθορίζονται στο πιο πάνω άρθρο».
Οι τρεις δικαστές, στην απόφασή τους, επεσήμαναν πως ο νόμος προβλέπει τη συμμετοχή ή τη δυνατότητα συμμετοχής ενός προσώπου στη σύνθεση συλλογικού οργάνου άνευ ψήφου με συμβουλευτική και μόνο ιδιότητα. «Σε τέτοια περίπτωση υφίσταται επιτακτική υποχρέωση για ειδοποίηση του προσώπου αυτού, επί ποινή ακυρότητας της συνεδριάσεως για την οποία δεν ειδοποιήθηκε». Πέραν τούτου, στην απόφαση αναφέρεται πως ο κανονισμός ρύθμισης του τρόπου λειτουργίας του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου, σε πλήρη ευθυγράμμιση με τη νομολογία, προβλέπει «κατά τρόπο που δεν χωρεί αμφιβολία» τη διαδικασία και τις συνέπειες παράλειψης ειδοποίησής τους.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ: Aπορρίφθηκε η αίτηση της Ντόριας Βαρωσιώτου, επισφράγισε την απόλυσή της το Ανώτατο-Προσφεύγει στο ΕΔΑΔ
«Συνεπώς, η υποχρεωτική πληροφόρηση των Συμμετεχόντων και η δυνατότητά τους να παρευρεθούν, αναδύεται με σαφήνεια, χωρίς να υπάρχει ανάγκη εφαρμογής άλλου ερμηνευτικού κανόνα ή να αφήνεται περιθώριο ερμηνείας προς την κατεύθυνση παροχής, εκ του Νόμου, ευχέρειας στο ΑΔΣ προς επιλογή αποστολής ειδοποίησης ή μη στους Συμμετέχοντες να λάβουν μέρος σε Συνεδρία. Τέτοια ερμηνεία, κατά παραγνώριση του ξεκάθαρου γράμματος της νομοθεσίας, θα εκθεμελίωνε τους σκοπούς θέσπισης της πρόνοιας του ΄Αρθρου 10(5)(γ), θα ακύρωνε τον Κανονισμό και θα οδηγούσε σε αδιέξοδες καταστάσεις και άτοπα αποτελέσματα. Ουσιαστικά, στην απουσία σταθερών κριτηρίων, το ΑΔΣ, όπως και το ΑΣΔΣ, θα ενεργούν κατά το δοκούν».
Οι τρεις δικαστές επεσήμαναν, δε, ότι ούτε η ανεξαρτησία του διορίζοντος οργάνου, η απουσία εξωτερικών παρεμβάσεων, η τήρηση πρακτικών και η αιτιολόγηση των αποφάσεων που λαμβάνονται από τα Συμβούλια, υποκαθιστούν ή καλύπτουν τη νομοθετική επιταγή για διερεύνηση της σύνθεσης των Συμβουλίων, προς πλήρωση των σκοπών που επιδιώκονται από το νόμο. «Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ο Πρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου και οι δύο νομικοί, συμμετέχοντας στις εκ του Νόμου προβλεπόμενες συνεδρίες διορισμού και προαγωγής, εκφέρουν τη γνώμη τους για τους υποψήφιους. Γνώμη ιδιαίτερα χρήσιμη λόγω του θεσμικού τους ρόλου αλλά και της συνεχούς, επαγγελματικής, επαφής τους με τους ενδιαφερόμενους προς διορισμό ή προαγωγή. Πέραν τούτου, η συμμετοχή τους συμβάλλει αποφασιστικά – ως είναι περαιτέρω σκοπός του Νόμου - στη σωστή λειτουργία του ΑΔΣ, υπό την έννοια της ενίσχυσης της διαφάνειας και εμπέδωσης της αναγκαίας εμπιστοσύνης των πολιτών στις διαδικασίες επιλογής προς διορισμό ή προαγωγή των καταλληλότερων στις θέσεις λειτουργών της Δικαιοσύνης. Στοιχεία άμεσα συναρτημένα με τους ευρύτερους σκοπούς των πρόσφατων μεταρρυθμιστικών τομών».
Στην απόφαση τονίζεται, επίσης, ότι δεδομένου ότι η συνεδρία αφορούσε σε απόφαση για επικύρωση ή μη διορισμού της κας. Βαρωσιώτου, η αποστολή έγγραφης ειδοποίησης «… και στους Συμμετέχοντες.», 112 καθώς επίσης και η καταγραφή στα Πρακτικά της σχετικής αποστολής ειδοποίησης, της απουσίας και των λόγων μη παρουσίας τους, κατά σαφή επιταγή των προαναφερθέντων Κανονισμών 8, 21 και 22, ήταν επιβεβλημένη.
«Είναι, συνακόλουθα, η κατάληξή μας – με πλήρη σεβασμό προς το έργο του ΑΔΣ - ότι η μη κλήτευση των Συμμετεχόντων, κατά παρέκκλιση του σχετικού νομικού και κανονιστικού πλαισίου και η συνακόλουθη απουσία τους από την υπό συζήτηση Συνεδρία, καθιστούσε την ίδια τη Συνεδρία αντικανονική, μη νομότυπη και, αναπόδραστα, άκυρη».
Ζήτημα παραπομπής προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ
Την ίδια ώρα, στην απόφαση της μειοψηφίας των δικαστών γίνεται αναφορά και στο ζήτημα της παραπομπής προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όπως τονίζεται, «είναι η μειοψηφούσα θέση μας ότι βρισκόμαστε ενώπιον κατάλληλης περίπτωσης ερμηνείας ευρωπαϊκού δικαίου και θα έπρεπε το ΑΣΔΣ, ως «τελικό δικαστήριο» εν τη εννοία του Άρθρου 267, εδάφιο 3, της ΣΛΕΕ, να παραπέμψει σχετικό προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ».
Στην απόφαση εξηγείται πως «ένα προδικαστικό ερώτημα υποβάλλεται σε προχωρημένο στάδιο της δίκης, όταν ο εθνικός Δικαστής έχει σχηματίσει ακριβέστερη εικόνα για τα νομικά ζητήματα της υπόθεσης, ώστε να είναι σε θέση να διατυπώσει με σαφήνεια το πρόβλημα ενωσιακού δικαίου που τον απασχολεί», ενώ σε άλλο σημείο υπογραμμίζεται ότι «Η παράλειψη υποβολής προδικαστικού ερωτήματος θα μπορούσε να ελεγχθεί ως παραβίαση του ενωσιακού δικαίου, με συνακόλουθη αποστέρηση του αιτητή της δυνατότητας εξασφάλισης στην κατάλληλη περίπτωση και προς πλήρη προστασία του, έκδοσης ενδιάμεσου διατάγματος ή μέτρων, ως ήθελε κριθεί αναγκαίο».
Οι δικαστές τονίζουν πως «Στην ενώπιόν μας περίπτωση οι προϋποθέσεις υποβολής προδικαστικού ερωτήματος συντρέχουν. Κατ΄ αρχάς, απόφαση επί του ερωτήματος της δοκιμαστικής περιόδου, είναι αναγκαία για σκοπούς κατάληξης στην ΄Ενσταση. Τούτο διότι τυχόν αρνητική απάντηση ως προς τη δυνατότητα διορισμού επί δοκιμαστικής βάσεως θα είχε ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα την εκθεμελίωση της επίδικης διαδικασίας επικύρωσης του διορισμού που ακολούθησε το ΑΔΣ. Περαιτέρω, εγείρεται ζήτημα ερμηνείας του ενωσιακού δικαίου που ενεργοποιεί τον μηχανισμό διαλόγου μεταξύ του ΔΕΕ και του εθνικού Δικαστηρίου, εν προκειμένω του ΑΣΔΣ. Μηχανισμός που παρέχει στο εθνικό Δικαστήριο την αναγκαία βοήθεια σε ερώτημα σχετικά με την ερμηνεία ενωσιακού δικαίου και συμβάλλει στην ομοιομορφία εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου σε όλο το φάσμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης».
Στην απόφαση επισημαίνεται, δε, ότι «τα νομικά ζητήματα που προκύπτουν εν προκειμένω, αναμφίβολα έχουν την έννοια της «ερμηνείας ενωσιακού δικαίου», όπως αυτή αποκρυσταλλώθηκε μέσα από τη νομολογιακή στρατηγική του ΔΕΕ, με τρόπο ώστε να ενισχύεται η δικαστική ανεξαρτησία υπαγόμενη, στις κατάλληλες περιπτώσεις, κατευθείαν στον έλεγχο των θεσμών της Ένωσης. ΄Εκφραση της δικαστικής ανεξαρτησίας αποτελεί και η ισοβιότητα/μονιμότητα του Δικαστή. Υποχρέωση υποβολής ερωτήματος δεν υπάρχει εάν η απάντηση στο ερμηνευτικό ζήτημα είναι προφανής (acte clair) ή το ζήτημα είναι νομολογιακώς λελυμένο (acte éclairé)».
Σε άλλο σημείο της απόφασης, αναφέρεται πως «είναι η πρώτη φορά που τίθεται προς κρίση το όλο ζήτημα διορισμού Δικαστών με δοκιμαστική περίοδο, με παράθεση και ανάπτυξη σειράς επιχειρημάτων, προς στήριξη των εκατέρωθεν ισχυρισμών», ενώ στη συνέχεια, υπογραμμίζεται πως «στην ενώπιόν μας περίπτωση, τίθεται με επίταση το κατά πόσον η μακροχρόνια πρακτική διορισμού Δικαστών με δοκιμαστική περίοδο, καθιστά μη αναγκαίο το νομοθετικό και κανονιστικό πλαίσιο. Τούτο, σε αντιπαραβολή με τη θέση ότι η πρακτική ή το έθιμο δεν μπορεί να κατισχύσει της νομοθεσίας, πρωτογενούς ή δευτερογενούς, ή να την υποκαταστήσει».
Καταλήγοντας, οι τρεις δικαστές επεσήμαναν ότι «με δεδομένη την κατάληξή μας ως προς το θέμα της κακής σύνθεσης, καθώς επίσης και τη θέση μας ότι θα έπρεπε να υποβληθεί ερώτημα στο ΔΕΕ για το απαραίτητο προς απάντηση ζήτημα της δοκιμαστικής περιόδου και των συνεπειών που επάγονται λόγω μη υποβολής τέτοιου ερωτήματος - δεν δικαιολογείται η ανάπτυξη και ενασχόλησή μας με οποιοδήποτε άλλο λόγο ή νομικό σημείο, ήτοι επί της ουσίας της Ένστασης».











