Σημαντικές αλλαγές στη νομοθεσία, ώστε να μην υπάρχουν διακρίσεις για τα άτομα με ψυχοκοινωνικές δυσκολίες, που είναι ουσιοεξαρτώμενα ή έχουν αποφυλακισθεί στην προσπάθειά τους να ενταχθούν στην κοινωνία και την αγορά εργασίας, ζητά η Βουλή των Νέων, η οποία σε έκθεσή της καταγράφει σημαντικά κενά στη νομοθεσία, με αποτέλεσμα αυτά τα άτομα να ζουν στο περιθώριο. Την ίδια ώρα, η Βουλή των Νέων έχει προβεί σε κάποιες εισηγήσεις προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης, αλλά και προς το Υπουργείο Εργασίας και το Υφυπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας για λήψη μέτρων, που θα αποκαταστήσουν αυτές τις ανισότητες που έχουν καταγράψει.
Η έκθεση της Επιτροπής Εργασίας της Βουλής των Νέων αναμένεται να τεθεί προς συζήτηση στην Επιτροπή Εργασίας, στην παρουσία των εκπροσώπων των αρμόδιων Υπουργείων, σε μία προσπάθεια να υπάρχει μία χαρτογράφηση της κατάστασης, όπως αυτή καταγράφεται στην έκθεση που έχει ετοιμαστεί. Ουσιαστικά, η συζήτηση θα επικεντρωθεί στο ζήτημα της κοινωνικής και εργασιακής επανένταξης των ατόμων με ψυχοκοινωνικές δυσκολίες, που είναι εξαρτημένα από ουσίες και των αποφυλακισθέντων. Μία έκθεση που αναδεικνύει θεσμικά κενά, όπως η έλλειψη ρητής προστασίας από διακρίσεις και η απουσία αυτοτελούς θεραπευτικού προγράμματος στις Κεντρικές Φυλακές.
Σημειώνεται πως πρόκειται για στοιχεία που δυσχεραίνουν την επανένταξη αυτών των ατόμων, που βιώνουν τη διάκριση, ακόμη και όταν προσπαθούν να επανενταχθούν στην κοινωνία. Συγκεκριμένα, στην έκθεση της Επιτροπής Εργασίας της Βουλής των Νέων καταδεικνύει ουσιώδη κενά στην προστασία και επανένταξη ατόμων με ιστορικό εξαρτήσεων ή εγκλεισμού. Ο Περί Ίσης Μεταχείρισης στην Απασχόληση και την Εργασία Νόμος του 2004 (Ν. 58(Ι)/2004) δεν τα κατονομάζει ρητά, το σωφρονιστικό σύστημα στερείται αυτοτελούς θεραπευτικού προγράμματος με ολοκληρωμένη ιατρική/ ψυχοκοινωνική υποστήριξη, και το πλαίσιο «ποινικού μητρώου–επαγγελματικών αδειών οδήγησης» παραμένει άκαμπτο, διατηρώντας/ενισχύοντας το στίγμα και περιορίζοντας την πρόσβαση στην εργασία.
Παράλληλα, αναφέρεται στην έκθεση, υπάρχουν ελλείψεις σε εκπαίδευση/κατάρτιση εντός και μετά την αποφυλάκιση, ασθενής διασύνδεση με εργοδότες και εκπαιδευτικά ιδρύματα, ανεπαρκείς πόροι (κοινωνική πρόνοια/ψυχική υγεία) και μη επαρκής αξιοποίηση του «Σχεδίου Κινήτρων για Εργασιακή Αποκατάσταση Αποφυλακισθέντων».
Στην έκθεση, όσον αφορά στο δικαίωμα στην εργασία, αναφέρεται πως «αποτελεί το πιο βασικό εργαλείο για επανένταξη των ατόμων με ιστορικό εξαρτήσεων ή εγκλεισμού για την κοινωνία. Τα εν λόγω άτομα, χρήζουν στήριξης τόσο από την κοινωνία, όσο και τους θεσμικούς φορείς του κράτους, έτσι ώστε να αποφεύγονται φαινόμενα υποτροπής και δυσμενών διακρίσεων. Ωστόσο, παρατηρείται κενό στον Ν. 58(I)/2004 , στον οποίο δεν αναγράφονται τα άτομα της υπό συζήτηση ομάδας πληθυσμού. Θεωρούμε σκόπιμο, όπως το σχετικό άρθρο τροποποιηθεί, έτσι ώστε τα άτομα που ανήκουν σε αυτές τις ομάδες πληθυσμού να προστατεύονται ρητώς από το γράμμα του ως άνω αναφερόμενου Νόμου. Θεωρούμε σκόπιμο, όπως το σχετικό άρθρο τροποποιηθεί, έτσι ώστε τα άτομα που ανήκουν σε αυτές τις ομάδες πληθυσμού να προστατεύονται ρητώς από το γράμμα του ως άνω αναφερόμενου Νόμου».
Στην έκθεση γίνεται αναφορά και στην ανάγκη για ένα αυτοτελές θεραπευτικό πρόγραμμα απεξάρτησης εντός των Κεντρικών Φυλακών. Συγκεκριμένα, αναφέρεται πως το Σωφρονιστικό σύστημα της Κύπρου δεν διαθέτει εξειδικευμένο και θεσμοθετημένο μηχανισμό ολιστικής θεραπείας, αποκατάστασης και κοινωνικής επανένταξης για εξαρτημένα άτομα που κρατούνται. Σημειώνεται πως η Βουλή των Νέων, παραθέτει ως βιβλιογραφία την έκθεση της Επιτροπής Πρόληψης κατά των Βασανιστηρίων (CPT) για τον Μάιο του 2023.
«Ως αποτέλεσμα, πολλά άτομα με ιστορικό εξάρτησης, μετά την αποφυλάκισή τους, επιστρέφουν σε περιβάλλοντα που ευνοούν την υποτροπή, αναπαράγοντας τον φαύλο κύκλο εξάρτησης και παραβατικότητας . Η απουσία μιας ενιαίας δομής που να συνδυάζει ιατρική παρακολούθηση, ψυχολογική υποστήριξη, θεραπευτικές παρεμβάσεις και κοινωνική επανένταξη, αποδυναμώνει την αποστολή του σωφρονιστικού συστήματος και μετατρέπει τον εγκλεισμό σε μέτρο προσωρινής απομάκρυνσης αντί σε ουσιαστικό βήμα επανένταξης. Ένα τέτοιο κενό πολιτικής, στερεί από το άτομο τη δυνατότητα να επανακτήσει την αυτονομία και την αξιοπρέπειά του, ενώ παράλληλα επιβαρύνει το κράτος με αυξημένα ποσοστά υποτροπής και υπερπληθυσμού στις φυλακές», αναφέρεται στην έκθεση.
Όσον αφορά στην επαγγελματική και εκπαιδευτική κατάρτιση καταδικασθένων και ατόμων με ιστορικό εξαρτήσεων, αυτό που αναφέρεται είναι ότι πρόκειται για ένα εκ των βασικών ζητημάτων που εντοπίστηκαν, αφού διαπιστώθηκε πως υπάρχει ανεπαρκής πληροφόρηση, σχετικά με την κατάσταση που επικρατεί στις Φυλακές και τον περιορισμένο διαθέσιμο χώρο στις Κεντρικές. «Γεγονός που εγείρει ερωτήματα ως προς την εφαρμογή των δικαιωμάτων εκπαίδευσης που προβλέπονται από τον Περί Φυλακών Νόμος του 1996 (62(I)/1996)». Στην έκθεση προστίθεται πως «παρά τους περιορισμούς στα δεδομένα, είναι απαραίτητο να διασφαλιστεί η απρόσκοπτη πρόσβαση των κρατουμένων στην εκπαίδευση, την επαγγελματική καθοδήγηση και την ψυχοκοινωνική στήριξη. Ωστόσο, η ύπαρξη μόνο ενός λειτουργού κοινωνικής πρόνοιας και ψυχικής υγείας για περίπου 1.000 κρατούμενα άτομα με διαφορετικό γλωσσικό υπόβαθρο, καθιστά δύσκολη την αποτελεσματική υλοποίηση προγραμμάτων επανένταξης και κοινοτικής εργασίας. Παράλληλα, η συνεργασία με εκπαιδευτικά ιδρύματα παραμένει περιορισμένη με βάση τις πρόσφατες δημοσιεύσεις, αν και πρόσφατα υπεγράφη τριετές Μνημόνιο Συνεργασίας μεταξύ πανεπιστημίου και των Κεντρικών Φυλακών το οποίο αναδεικνύει την ανάγκη ενίσχυσης τέτοιων πρωτοβουλιών».
Οι εισηγήσεις προς τα αρμόδια Υπουργεία
Η Επιτροπή Εργασίας της Βουλής των Νέων προβαίνει και σε κάποιες εισηγήσεις προς τα αρμόδια Υπουργεία. Συγκεκριμένα, μία εισήγηση προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης είναι να ιδρύσει αυτοτελή μονάδα θεραπευτικής απεξάρτησης εντός του σωφρονιστικού ιδρύματος, υπό κοινή εποπτεία του Υπουργείου Δικαιοσύνης, του Υπουργείου Υγείας και την ΑΑΕΚ.
«Παράλληλα, προτείνεται η επέκταση των ρυθμίσεων του περί Θεραπείας Κατηγορούμενων Χρηστών ή Ουσιοεξαρτημένων Νόμος του 2016 (Ν. 41(I)/2016) ώστε να καλύπτουν και καταδικασθέντα εξαρτημένα άτομα, με δυνατότητα μείωσης ποινής και πρόωρης αποκατάστασης για όσους ολοκληρώνουν επιτυχώς το πρόγραμμα».
Την ίδια ώρα, προτείνεται η τροποποίηση του άρθρου 5 του περί Αποκαταστάσεως Καταδικασθέντων Νόμος του 1981 (Ν. 70/1981) με την εισαγωγή ενός νέου άρθρο 5Α, το οποίο θεσπίζει ειδικό καθεστώς αποκατάστασης με το πέρας τριών (3) ή πέντε (5) ετών για πρόσωπα που καταδικάστηκαν για αδικήματα σχετιζόμενα με κατοχή μικρής ποσότητας ή προσωπική χρήση ψυχοτρόπων ουσιών.
«Προτείνεται η τροποποίηση του Άρθρου 7Β του Περί Αστυνομίας Νόμος του 2004 (Ν. 73(I)/2004) ώστε να καθιερωθεί μηχανισμός περιορισμένης γνωστοποίησης στο ποινικό μητρώο, να δημιουργηθεί Επιτροπή Αποκατάστασης για αποκατάσταση καταδικών και να δύναται οι εργοδότες να αιτιολογούν τη ζήτηση πιστοποιητικού ποινικού μητρώου μόνο όταν αυτό σχετίζεται με τη φύση της θέσης».
Άλλες εισηγήσεις που αναγράφονται στην έκθεση είναι:
-Σύσταση Συμβουλίου Αποφυλακισθέντων.
-Αγορά υπηρεσιών από τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
- Εργοδότηση υπό την εποπτεία του θεσμού του Κοινωνικού Λειτουργού της Γειτονιάς με επέκταση του θεσμού ανά δημοτικό διαμέρισμα για στήριξη, πρόβλεψη ρητρών σε συμβάσεις με ιδιώτες υπέρ της εργοδότησης αποφυλακισθέντων, ατόμων με ψυχοκοινωνικές δυσκολίες και με ιστορικό εξαρτήσεων.
-Πλαίσιο για προσλήψεις, εφαρμογή σε Δήμους–Κοινότητες.
-Θεσμός Κοινωνικού Λειτουργού της Γειτονιάς ανά διαμέρισμα, Κοινωνικός Λειτουργός-Κλινικός Ψυχολόγου για αξιολόγηση και εντατική στήριξη.
-Πρόβλεψη κοινωνικών ρητρών σε προσφορές του Δημοσίου: προβάδισμα/μόρια σε αναδόχους που εργοδοτούν αποφυλακισθέντες, ατόμων με ψυχοκοινωνικές δυσκολίες και με ιστορικό εξαρτήσεων.
-Αξιολόγηση του Σχεδίου σε πλάνο διετίας και επιβράβευση επιχειρήσεων που ακολουθούν τον σχηματισμό της Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη (ΕΚΕ).











