Μία λύση στην οποία η Δανία θα κληθεί να παραχωρήσει κυριαρχία στις ΗΠΑ θα ήταν ταπεινωτική για τη Δανία, γιατί δεν είναι αποτέλεσμα αμοιβαίας βούλησης, αλλά γίνεται υπό την απειλή χρήσης βίας, είπε στο ΚΥΠΕ ο Αν. Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής και Διακυβέρνησης στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, Γιώργος Κέντας.
Κληθείς να σχολιάσει δημοσιεύματα που φέρουν ως πιθανή μια λύση στο ζήτημα της Γροιλανδίας, στο πρότυπο των Βρετανικών Βάσεων στην Κύπρο, ο κ. Κέντας εξήγησε στο ΚΥΠΕ τις ιστορικές και νομικές διαφορές που μπορεί να έχει μια τέτοια λύση.
Όπως είπε, το καθεστώς των Βάσεων στην Κύπρο είναι ένα ιδιότυπο καθεστώς, το οποίο αφορά τη μη εκχώρηση κυριαρχίας και ελέγχου του εδάφους των Βρετανικών Βάσεων, οι οποίες παρέμειναν υπό τον έλεγχο του Ηνωμένου Βασιλείου, όταν ανακηρύχθηκε η ανεξαρτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1960.
«Η περίπτωση της Κύπρου έχει μια ιστορική και μία γεωπολιτική ιδιαιτερότητα», που δεν υπάρχει στη Γροιλανδία, η οποία έχει το ίδιο νομικό και πολιτικό καθεστώς για πάρα πολλά χρόνια, ανέφερε.
Σημείωσε ότι μία συμφωνία κατά την οποία οι ΗΠΑ «θα αποκτήσουν κυριαρχικό έλεγχο επί της γεωγραφικής επικράτειας της Γροιλανδίας και θα δώσουν κάποια δικαιώματα, ίσως κάποιο καθεστώς αυτοκυβέρνησης», δεν φαίνεται να γίνεται αποδεκτή από τους πολίτες της Γροιλανδίας, ούτε από το κράτος της Δανίας, σημειώνοντας ότι το κρίσιμο ερώτημα είναι το πώς θα επιτευχθεί μια τέτοια συμφωνία. «Στη Γροιλανδία αυτή τη στιγμή οι πολίτες δεν το επιθυμούν αυτό. Δεν υπάρχει έδαφος, ούτε πολιτικό, ούτε κοινωνικό», επισήμανε.
Από την άλλη, μία συμφωνία για δημιουργία αμερικανικών βάσεων στη Γροιλανδία, αντίστοιχες με άλλες βάσεις των ΗΠΑ σε διάφορα μέρη του κόσμου, όπως πχ η αμερικανο-βρετανική βάση του Diego Garcia στα νησιά Τσάγκος, ίσως είναι μια προοπτική λύσης, είπε. Σε αυτή την περίπτωση, θα δοθεί κάποιος χώρος στη Γροιλανδία, που θα χρησιμοποιηθεί από τις ΗΠΑ ως βάση, όπου θα ασκούν κυριαρχικό έλεγχο.
Συγκριτικά, ανέφερε, η Βρετανία μέχρι το 1923, στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου, ασκούσε διοικητικό έλεγχο επί της Κύπρου. Μονομερώς το 1914 ανακήρυξε την Κύπρο ως αποικία. «Αλλά κυριαρχικό έλεγχο απέκτησε το 1923, μετά τη συναίνεση της Τουρκίας, στο πλαίσιο της Συνθήκης της Λοζάνης», διευκρίνισε.
Άρα, συνέχισε, για να υπάρχει κυριαρχικός έλεγχος, είτε αυτό θα γίνει ντε φάκτο, όπως στην περίπτωση της Ρωσίας στην Κριμαία, στην Αμπχαζία και στη Νότια Οσσετία, ή όπως της Τουρκία στην Κύπρο, «δηλαδή χωρίς να υπάρχει αναγνώριση κυριαρχικών δικαιωμάτων, μονομερώς και με τη βία» ή θα γίνει με συναίνεση.
Παρόλο που, όπως είπε ο κ. Κέντας, αμερικανικές βάσεις υπάρχουν σε αρκετά κράτη μέλη της ΕΕ, μία μονομερής βίαιη ενέργεια θα κατέλυε τη βορειοατλαντική συνοχή, «διασπάται η συμμαχική σχέση». Πρόκειται για «πρωτοφανή πράγματα για τη νατοϊκή συμμαχία», υπογράμμισε.
«Η Γροιλανδία καλύπτεται από το Άρθρο 5. Αν εισβάλει η Αμερική, εισβάλλει σε συμμαχικό έδαφος», είπε, αναφέροντας ότι είναι «η πρώτη φορά μετά τη διαμάχη Ελλάδας-Τουρκίας, που αναδεικνύεται μια ενδονατοϊκή διένεξη που εμπεριέχει το στοιχείο της απειλής χρήσης βίας».
Ερωτηθείς αν η Δανία θα μπορούσε να συμφωνήσει στην παραχώρηση βάσεων, με εκχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων, ο κ. Κέντας εκτίμησε ότι αυτό θα ήταν «ταπεινωτικό, διότι δεν προήλθε από μία κοινή βούληση ενόψει αντιμετώπισης μιας κοινής απειλής, ενός κινδύνου. Είναι μονομερώς και υποβόσκει έντονα η απειλή χρήση βίας».
Σύμφωνα με δημοσιεύματα, οι ΗΠΑ επιδιώκουν, πέραν της εγκαθίδρυσης στρατιωτικής βάσης, και το δικαίωμα εκμετάλλευσης των πόρων της Γροιλανδίας. Κληθείς να σχολιάσει αν κάτι τέτοιο θα ήταν κατ’ αναλογία των Βρετανικών Βάσεων στην Κύπρο, ο κ. Κέντας είπε ότι στη Συνθήκη Εγκαθίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας υπάρχουν «πολλές δουλείες που επιβάλλονται στην Κυπριακή Δημοκρατία από μέρους της Βρετανίας, για παραχώρηση διευκολύνσεων, για χρήση εδάφους, αλλά όχι για χρήση πλουτοπαραγωγικών πόρων, ούτε στη στεριά, ούτε στη θάλασσα».
Πρόσθεσε ότι οι Βρετανοί έχουν τρία ναυτικά μίλια για χώρους πρόσβασης στο έδαφος των Βρετανικών Βάσεων. «Αλλά σε αυτούς τους χώρους δεν τους εκχωρούνται δικαιώματα εκμετάλλευσης πόρων».
Επανέλαβε ότι μία μονομερής εκμετάλλευση πόρων από τις ΗΠΑ θα ήταν πρωτοφανής. «Από τον καιρό του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, από τον Γούντροου Γουίλσον, οι ΗΠΑ πάντα έλεγαν ότι είναι εναντίον της αποικιοκρατίας και της εκμετάλλευσης της Αφρικής και της Ασίας από τα ευρωπαϊκά κράτη. Στο ηθικό υπόβαθρο της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ διαχρονικά υπάρχει μια αντίθεση σ’ αυτό», ανέφερε, αν και σημείωσε ότι αυτό το δόγμα παραβιάστηκε από τις ΗΠΑ, τόσο κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, όσο και μετά, πχ στο Ιράκ και το Αφγανιστάν. Ωστόσο, «προς μία συμμαχική χώρα, αυτό είναι παράλογο, δεν υπάρχει προηγούμενο», υπογράμμισε.
Ερωτηθείς αν η ρωσική και κινεζική απειλή που επικαλείται ο Ντόναλντ Τραμπ είναι υπαρκτή, είπε ότι η κλιματική αλλαγή και το λιώσιμο των πάγων δημιούργησαν νέες θαλάσσιες οδούς στην περιοχή, που δεν υπήρχαν προηγουμένως. «Άρα η Ρωσία και η Κίνα απέκτησαν διόδους στην περιοχή της Γροιλανδίας», οι οποίες δίνουν κάποια προβολή μιας νέας γεωπολιτικής. «Ο Τραμπ λέει ότι αυτή η νέα γεωπολιτική στην περιοχή πρέπει να ελεγχθεί από εμάς, όχι από άλλους. Οι άλλοι όμως, Ρωσία και Κίνα, έχουν μια πλωτή διέλευση», δεν έχουν κάποια στρατιωτική βάση. Αντίθετα, οι ΗΠΑ θέλουν να ελέγχουν την περιοχή, από τη στιγμή που περνούν τα ρωσικά και κινέζικα πλοία από εκεί. «Υπάρχει φυσικά μια λογική προστασίας της αμερικάνικης ασφαλείας, αλλά αυτό δεν απαιτεί κατάληψη της Γροιλανδίας», σημείωσε.
Πηγή: ΚΥΠΕ











