powered by inbusiness-news-logo cbn omada-logo celebrity-logo LOGO-PNG-108

Αποκαλυπτική έρευνα για το ναυάγιο στο Κάβο Γκρέκο, τι περιγράφουν για πρώτη φορά οι δύο επιζώντες-64 ώρες στο νερό, σήμα κινδύνου από δύο μέρες πριν

Τον Μάρτιο του 2025, ένα μικρό σκάφος που μετέφερε 21 Σύρους μετανάστες από τον Λίβανο προς την Κύπρο βυθίστηκε στα ανοιχτά του Κάβο Γκρέκο, μετατρέποντας το ταξίδι διαφυγής σε μια πολύνεκρη τραγωδία. Δεκαεννέα άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, ενώ μόνο δύο - ο Μπασάμ και ο Ράαντ - κατάφεραν να επιβιώσουν, παραμένοντας για περισσότερες από 60 ώρες στα παγωμένα νερά της Μεσογείου, κρατημένοι από φουσκωτά λάστιχα, χωρίς τροφή, νερό ή βοήθεια.

Έρευνα του CIReN συνθέτει με λεπτομέρεια τα γεγονότα πριν και μετά το ναυάγιο, βασιζόμενο σε μαρτυρίες των επιζώντων, συνεντεύξεις με συγγενείς θυμάτων, ΜΚΟ και αρμόδιες αρχές, καθώς και σε επίσημες δηλώσεις και δεδομένα εντοπισμού πλοίων και εναέριων μέσων. Παράλληλα, διερευνά τα σοβαρά ερωτήματα που προκύπτουν για την ανταπόκριση των κυπριακών αρχών έρευνας και διάσωσης, τις χρονικές καθυστερήσεις και τις αντιφάσεις στις επίσημες εκδοχές, αλλά και τις συνέπειες που είχε το ναυάγιο στις ζωές όσων επέζησαν.

Όπως αναφέρεται σε έρευνα του CIReN, o Μπασάμ και ο Ράαντ επέζησαν για περισσότερες από 60 ώρες σε παγωμένα νερά ανοιχτά του Ακρωτηρίου Γκρέκο τον Μάρτιο, αφού ένα μεταναστευτικό σκάφος από τον Λίβανο βυθίστηκε, με άλλους 19 να χάνουν τη ζωή τους. 

Ένα βροχερό απόγευμα του Απριλίου, ο Μπασάμ καθόταν σε μια καφετέρια στη Λεμεσό και αφηγούνταν ανατριχιαστικές λεπτομέρειες από τις τρεις νύχτες και τις τρεις ημέρες που πέρασε κρατημένος από ένα φουσκωτό λάστιχο στην ανοιχτή θάλασσα, περιμένοντας τη διάσωση ή τον θάνατο.

Τις πρώτες πρωινές ώρες της Παρασκευής 14 Μαρτίου 2025, ο Μπασάμ, ο αδελφός του, ο ξάδελφός του και ένας γείτονας ακολούθησαν έναν διακινητή πέρα από τα συριακά σύνορα προς τον Λίβανο, όπου επιβιβάστηκαν σε ένα μικρό σκάφος από υαλοβάμβακα με μηχανή Yamaha. Εκτός από τους 21 άνδρες που επέβαιναν, το σκάφος ήταν φορτωμένο με γαλόνια καυσίμων και νερού, καθώς και δύο κιβώτια χουρμάδων. Το ταξίδι τους προς την Κύπρο, περίπου 160 χιλιόμετρα δυτικά, μπορούσε να διαρκέσει από ώρες έως ημέρες, ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες και τις δεξιότητες πλοήγησης.

Όπως αναφέρεται στην έρευνα, ο Μπασάμ ήρθε σε επαφή με διακινητή, ο οποίος του ανέφερε πως το ταξίδι προς την Κύπρο κοστίζει 3.300 δολάρια, με 2.000 προκαταβολή, όπως είπε στη Συριακή Ένωση Ερευνητικής Δημοσιογραφίας για τη Λογοδοσία (SIRAJ). Με καλό καιρό και ήρεμη θάλασσα, το σκάφος από υαλοβάμβακα στο οποίο επιβιβάστηκαν οι άνδρες τις προ-αυγινές ώρες θα έπρεπε να είχε φτάσει στην Κύπρο όσο υπήρχε ακόμα φως ημέρας, όμως το ταξίδι κράτησε περισσότερο από το αναμενόμενο.

Το χρονοδιάγραμμα είναι ασαφές, όμως τηλεφωνικά αρχεία που εξασφάλισαν δημοσιογράφοι δείχνουν ότι ένας από τους επιβάτες που χάθηκαν, ο 21χρονος Χασάν, τηλεφώνησε στον πατέρα του από το δορυφορικό τηλέφωνο του κυβερνήτη στις 18:16. Ο ήλιος είχε ήδη δύσει και, σύμφωνα με τον Μπασάμ, μπορούσαν να δουν τα φώτα της κυπριακής ακτής

Σύμφωνα με τα όσα διηγείται Μπασάμ, σε κάποια στιγμή το σκάφος άρχισε να γεμίζει νερό, ενώ ένα μεγάλο κύμα κατακρήμνισε τη βάρκα από πίσω και οι μετανάστες βρέθηκαν στο απόλυτο σκοτάδι της θάλασσας.

Ο Μπασάμ είχε μια μικρή πλαστική φιάλη νερού χωμένη στην τσέπη του παντελονιού του, καθώς και το φουσκωτό λάστιχο που είχαν μοιράσει οι διακινητές σε κάθε επιβάτη. Το παγωμένο νερό, με θερμοκρασία έως και 16 βαθμούς, ήταν ταραγμένο. Στην αρχή βρισκόταν κοντά σε πέντε άνδρες, ανάμεσά τους και τον αδελφό του, αλλά σύντομα τα κύματα τους χώρισαν. Όταν ανέτειλε ο ήλιος το επόμενο πρωί, ο Μπασάμ είπε ότι πρώτα αναζήτησε τον αδελφό του. Τον είδε από μακριά αλλά δεν μπορούσε να τον πλησιάσει. Άκουγε τους άλλους να φωνάζουν ο ένας στον άλλον και να προσεύχονται.

Ο Μπασάμ φύλαγε το μικρό μπουκάλι νερού του, αλλά καθώς προσπαθούσε να βοηθήσει έναν άνδρα δίπλα του που γλίστρησε από το φουσκωτό του λάστιχο, ένα κύμα το παρέσυρε. Αργότερα είδε έναν άλλο άνδρα να αφήνει το λάστιχό του για να προσπαθήσει να κολυμπήσει προς την Κύπρο, μόνο και μόνο για να πνιγεί.

Ο Μπασάμ δεν ήξερε κολύμπι, οπότε κρατήθηκε, επέπλεε και προσευχόταν στον Θεό. Είπε ότι είδε πολλά σκάφη – εμπορικά και αλιευτικά – και τους φώναζε, αλλά τον προσπερνούσαν. Κάποια στιγμή είδε ένα στρατιωτικό ελικόπτερο, αλλά κι αυτό πέρασε. Τελικά, ο ξεραμένος του λαιμός σταμάτησε να βγάζει ήχο. Όταν ξύπνησε τη Δευτέρα, ήταν εντελώς μόνος.

Ο Μπασάμ επέζησε περίπου 64 ώρες πριν εμφανιστεί από πάνω του, στις 17 Μαρτίου, ένα ελικόπτερο και τον ανασύρει από τη θάλασσα. Μία ώρα νωρίτερα, σκάφος της κυπριακής ακτοφυλακής είχε εντοπίσει τον μοναδικό άλλο επιζώντα, τον Ράαντ, ενώ οι υπόλοιποι άνδρες του σκάφους είχαν όλοι χάσει τη ζωή τους.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ: Επτά οι σοροί που ανασύρθηκαν από το ναυάγιο ανοιχτά του Κάβο Γκρέκο-Ψάχνουν ακόμη τους αγνοούμενους

Ο πρώτος επιζών

Ο Ράαντ, 20 ετών, περιέγραψε στο CIReN τα γεγονότα με παρόμοιο τρόπο με τον Μπασάμ, λέγοντας μεταξύ άλλων πως όλοι βρέθηκαν να παλεύουν στο σκοτάδι.

Τις ώρες και τις ημέρες μετά τη βύθιση, όπως αναφέρει, έβλεπε ανθρώπους να υποκύπτουν στην εξάντληση και την απόγνωση, να χάνονται κάτω από την επιφάνεια, ενώ εκείνος επέπλεε πάνω σε ένα λάστιχο που ξεφούσκωνε αργά, χωρίς τροφή ή νερό. Η θάλασσα ήταν διαπεραστικά κρύα και μέχρι τη δεύτερη νύχτα ένιωθε το μυαλό του να αρχίζει να διαλύεται. Ήπιε θαλασσινό νερό που του έκαιγε τον λαιμό – ένα κάψιμο που παρέμεινε για πολύ καιρό μετά τη διάσωσή του – και επέπλεε με ελάχιστη ελπίδα επιβίωσης.

Ακόμη και την Κυριακή, είπε ο Ράαντ, δεν είδε κανένα σημάδι έρευνας, παρότι η ακτή ήταν ορατή. Κατάλαβε ότι υπήρχε διάσωση μόνο όταν εμφανίστηκε ένα σκάφος τη Δευτέρα, 17 Μαρτίου, και τον ανέσυρε. Ανίκανος να σηκώσει ακόμη και ένα δάχτυλο, μεταφέρθηκε εσπευσμένα σε νοσοκομείο.

Έως τον Αύγουστο του 2025, ο Ράαντ είπε ότι είχε εκδιωχθεί από το διαμέρισμα που μοιραζόταν με άλλους τρεις, όταν δεν μπόρεσαν να πληρώσουν το ενοίκιο. Ένας από τους συγκατοίκους είχε βρει άλλη στέγη και ο Ράαντ ζήτησε να μείνει εκεί προσωρινά. Το βράδυ πριν συναντήσει τους δημοσιογράφους, κοιμήθηκε σε εξωτερικό χώρο, όπως είπε.

Ο Ράαντ έλαβε μία μόνο κοινωνική παροχή ύψους 210 ευρώ, είπε, μετά την οποία – όπως υποστήριξε – η βοήθεια σταμάτησε. Περιέγραψε τον εαυτό του ως βαθιά χρεωμένο και τους τελευταίους μήνες του έχουν συνταγογραφηθεί φάρμακα για την ψυχική του υγεία. Ο Ράαντ – Σουνίτης μουσουλμάνος – ήταν παιδί όταν το σπίτι της οικογένειάς του στη Χάμα καταστράφηκε στον συριακό εμφύλιο πόλεμο και μετακόμισαν στον Λίβανο. Δεν είχε την ευκαιρία να μορφωθεί, είπε, έτσι πουλούσε λαχανικά από καρότσι, ενώ τοπικές συμμορίες εκμεταλλεύονταν τους πρόσφυγες εργάτες. Το όνειρό του στην Κύπρο, είπε, είναι να βρει οποιαδήποτε εργασία με ανθρώπινες συνθήκες που θα του επιτρέψει να βοηθήσει τους γονείς του.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ: «SOS για 23 άτομα σε κίνδυνο, φόβοι για PushBack»-Από το πρωί της Κυριακής ενημερώθηκε το ΚΣΕΔ από την «Alarm Phone»

Η πρώτη ειδοποίηση, δύο ημέρες πριν 

Όταν οι συγγενείς των μεταναστών σταμάτησαν να έχουν νέα από τους άνδρες εκείνο το βράδυ και δεν μπορούσαν να επικοινωνήσουν με κανέναν μέσω του δορυφορικού τηλεφώνου, άρχισαν να πανικοβάλλονται.

Η Watch The Med Alarm Phone, μια ομάδα εθελοντών που βοηθά πρόσφυγες σε κίνδυνο στη Μεσόγειο, ανέφερε ότι συγγενής επικοινώνησε μαζί τους το Σάββατο 15 Μαρτίου και τους έδωσε τον αριθμό του δορυφορικού τηλεφώνου, καθώς και μια φωτογραφία που είχε σταλεί από το ταξίδι. Η εικόνα περιείχε μεταδεδομένα γεωεντοπισμού, τα οποία επέτρεψαν στο Alarm Phone να εκτιμήσει τις συντεταγμένες και τον χρόνο λήψης της φωτογραφίας. 

Το Alarm Phone έστειλε ένα αρχικό email ειδοποιώντας τις αρχές για σκάφος σε κίνδυνο, μαζί με τις εκτιμώμενες συντεταγμένες, στις 23:11 ώρα Κύπρου. Μέχρι τότε, είχαν ήδη περάσει περισσότερες από 24 ώρες από τη βύθιση.

Όταν οι εθελοντές του Alarm Phone ακολούθησαν τα email τους με τηλεφωνικές κλήσεις στο Κοινό Κέντρο Συντονισμού Έρευνας και Διάσωσης (JRCC) στην Κύπρο, το οποίο επιβλέπει πολυκλαδικές επιχειρήσεις έκτακτης ανάγκης, ενημερώθηκαν ότι οι αρχές διερευνούσαν το περιστατικό.

Το Κέντρο Διάσωσης δήλωσε στους δημοσιογράφους του CIReN, ότι ξεκίνησε άμεσα επιχείρηση έρευνας και διάσωσης εκείνο το βράδυ, αλλά υπογράμμισε επίσης ότι θεωρούσε την ειδοποίηση κινδύνου του Alarm Phone ως μη επιβεβαιωμένη. Όπως ανέφερε ο τότε Υποδιοικητής του ΚΣΕΔ, Γιώργος Οικονόμου (έκτοτε έχει διοριστεί διοικητής), το περιπολικό σκάφος που βρισκόταν στη θάλασσα εκείνη τη νύχτα – το «Πενταδάκτυλος» – έλαβε εντολή να κατευθυνθεί προς το σημείο που κοινοποίησε το Alarm Phone στο email του.

Δεδομένα εντοπισμού πλοίων που εξασφάλισε το OCCRP και ανέλυσαν οι δημοσιογράφοι, δείχνουν ότι το «Πενταδάκτυλος» βρισκόταν στη συνήθη διαδρομή περιπολίας του εκείνη τη νύχτα, αλλά δεν πλησίασε τις συντεταγμένες του Alarm Phone, παραμένοντας σε απόσταση τουλάχιστον 30 χιλιομέτρων μεταξύ μεσάνυχτων και 8 π.μ. Μόνο αφού το «Πενταδάκτυλος» προσέδεσε στη μαρίνα της Αγίας Νάπας, γύρω στις 9 π.μ. την Κυριακή, τα δεδομένα δείχνουν δραστηριότητα στην περιοχή που υπέδειξε το Alarm Phone.

30 ώρες πριν το τελευταίο σήμα, αντικρουόμενα δεδομένα

Οι αρχές δήλωσαν στο CIReN ότι περίπου στις 9 π.μ. ήταν η στιγμή που έλαβαν ανεξάρτητα από την εταιρεία δορυφορικής τηλεφωνίας τις συντεταγμένες της τελευταίας τοποθεσίας του τηλεφώνου του κυβερνήτη του σκάφους, μόλις 20 ναυτικά μίλια από τις συντεταγμένες του Alarm Phone, καθώς και επιβεβαίωση ότι το τελευταίο σήμα είχε σταλεί 30 ώρες νωρίτερα.

Δεδομένα εντοπισμού δείχνουν ότι το σκάφος της κυπριακής αστυνομίας «Ευαγόρας Παλληκαρίδης» περιπολούσε σε περιοχή 20–25 χιλιομέτρων βόρεια των συντεταγμένων του Alarm Phone την Κυριακή.

Σύμφωνα με αξιωματούχους, ελικόπτερα έρευνας και διάσωσης αναπτύχθηκαν επίσης την Κυριακή, 16 Μαρτίου, και δεδομένα εναέριας παρακολούθησης δείχνουν αεροσκάφος επιτήρησης να κάνει κύκλους στην περιοχή. Οι αξιωματούχοι δήλωσαν αργότερα ότι ερεύνησαν περίπου 2.750 τετραγωνικά ναυτικά μίλια.

Ωστόσο, όταν ο πρώτος επιζών εντοπίστηκε από την Ακτοφυλακή το απόγευμα της Δευτέρας, 17 Μαρτίου, ο Υπουργός Δικαιοσύνης, Μάριος Χαρτσιώτης, δήλωσε δημόσια ότι ήταν «εντελώς τυχαίο και συμπτωματικό», επαναλαμβάνοντας δηλώσεις του Υπουργού Άμυνας. Το Κέντρο Διάσωσης δήλωσε επίσης ότι το απόγευμα της Δευτέρας ξεκίνησε επιχείρηση έρευνας και διάσωσης που οδήγησε στη διάσωση του δεύτερου επιζώντα και στον εντοπισμό επτά σορών.

Σύμφωνα με τον κ. Οικονόμου, βρέθηκαν εντός 12 ναυτικών μιλίων από τις συντεταγμένες της ΜΚΟ και εντός 14 ναυτικών μιλίων από την τελευταία γνωστή τοποθεσία του δορυφορικού τηλεφώνου, 37 ώρες μετά την έναρξη της έρευνας.

Επίσης, στην έρευνα του CIReN, αναφέρεται ότι το Κέντρο Διάσωσης αρνήθηκε να εξηγήσει τις ασυνέπειες που εντοπίστηκαν σε αυτή την έρευνα και παρέπεμψε τους δημοσιογράφους σε δελτίο Τύπου της 19ης Μαρτίου 2025, στο οποίο αναφερόταν ότι υπήρχαν αποκλίσεις στις καταθέσεις των επιζώντων που διασώθηκαν δύο ημέρες νωρίτερα και ότι ενδέχεται να μην σχετίζονταν με το ναυάγιο που είχε επισημανθεί από το Alarm Phone το βράδυ του Σαββάτου.

Θάβοντας τους νεκρούς

Συγγενείς των θυμάτων που ανασύρθηκαν την ημέρα που διασώθηκαν οι δύο επιζώντες δήλωσαν στους δημοσιογράφους του CIReN ότι πλήρωσαν 3.000 ευρώ για να τους στείλουν πίσω στη Συρία για ταφή.

Το κυπριακό γραφείο τελετών που χειρίστηκε τα διαδικαστικά επιβεβαίωσε ότι οργάνωσε τη μεταφορά έξι από τις επτά σορούς που ανασύρθηκαν και ότι το συνολικό κόστος περιλάμβανε 2.500 ευρώ για τη μεταφορά κάθε σορού από το αεροδρόμιο Λάρνακας στο αεροδρόμιο του Λιβάνου, καθώς και άλλα 500 ευρώ για διερμηνέα που μετέφρασε τα επίσημα έγγραφα επαναπατρισμού από τα ελληνικά στα αραβικά πριν από τη μεταφορά των σορών στη Συρία.

Οι σοροί των θυμάτων έφτασαν στις γενέτειρές τους μέσα σε χαρτόκουτα, με έγχρωμες φωτογραφίες τυπωμένες σε χαρτί και κολλημένες στο μπροστινό μέρος. Υπάλληλος του γραφείου τελετών δήλωσε στους δημοσιογράφους ότι οι οικογένειες περίμεναν 77 ημέρες μέχρι οι κυπριακές αρχές να εκδώσουν τα έγγραφα επαναπατρισμού και ότι το κόστος μεταφοράς καλύφθηκε από τις οικογένειες, χωρίς καμία βοήθεια από τις κυβερνήσεις.

Ένα από τα επτά θύματα που ανασύρθηκαν στις 17 Μαρτίου – ο 25χρονος ξάδελφος του Μπασάμ – ήταν ο μόνος που θάφτηκε στην Κύπρο. Είπε ότι το κόστος της ταφής – 1.500 ευρώ – καλύφθηκε από φίλο της οικογένειας. Ο Μπασάμ ανέφερε ότι το σώμα του γείτονά του ανασύρθηκε ανοιχτά των ακτών του Λιβάνου, ενώ ο αδελφός του εξακολουθεί να αγνοείται.

*Ολόκληρη η έρευνα εδώ

;