Πέντε εβδομάδες μετά τη φονική πυρκαγιά στη Λεμεσό, ο Αρχηγός και ο Υπαρχηγός Αστυνομίας βρέθηκαν και πάλι στο προσκήνιο με φόντο το υπόμνημα που κατέθεσαν στη Βουλή και έδειξαν άπαντες εκτός από τον ίδιο τους τον εαυτό, για τα κενά και την ασυνεννοησία που υπήρξε, καθότι έριξαν το βάρος της ευθύνης στα αναρμόδια πρόσωπα και τους δημοσιογράφους που βρίσκονταν στο συντονιστικό κέντρο, στις ΥΚΕ για την ανάγκη δημοσιοποίησης τηλεφωνικών αριθμών σε περιπτώσεις σοβαρών πυρκαγιών και στην Υπηρεσία Ασθενοφόρων για την ανάγκη παρουσίας ασθενοφόρων στην περιοχή.
Το υπόμνημα της Αστυνομίας έρχεται σε σύγκρουση και με την παραδοχή του ίδιου του Προέδρου της Δημοκρατίας, ο οποίος δεν άφησε εκτός ευθυνών οποιαδήποτε υπηρεσία τονίζοντας πως «ως Πολιτεία, οφείλουμε να εντοπίσουμε όλα τα κενά, παραλείψεις και να αναγνωρίσουμε ότι σε μια κρίσιμη στιγμή όπως αυτή, δεν ανταποκριθήκαμε όπως έπρεπε». Η Αστυνομία, ωστόσο, πέραν του γεγονότος ότι δεν άφησε το παραμικρό ανοιχτό παράθυρο για οποιαδήποτε ευθύνη από μέρους της, ούτε καταγράφει οποιαδήποτε παράλειψη ή ζήτημα που θα πρέπει να τύχει βελτίωσης, φρόντισε ταυτόχρονα να δείξει ως υπεύθυνους για το θάνατό τους, τα ίδια τα θύματα της τραγωδίας.
Κατά την κοινή συνεδρία των Επιτροπών Εσωτερικών, Γεωργίας και Περιβάλλοντος της Βουλής, ο Αρχηγός Αστυνομίας, Θεμιστός Αρναούτης, ανέφερε ότι ο Δημήτρης και η Μάρω Φιλιππίδου αγνόησαν τις οδηγίες και κινήθηκαν στο δρόμο Τριμίκλινης-Άλασσας, παρά τις υποδείξεις των Αρχών. Γεγονός, που προκάλεσε νέες αντιδράσεις από την κοινή γνώμη που έδειξε ασέβεια προς τα θύματα από τον ίδιο τον Αρχηγό, αλλά και από βουλευτές που επέκριναν την στάση του, ενώ την ίδια ώρα, ο κ. Αρναούτης, αν και ανέφερε πως ο δρόμος είχε καταστεί επικίνδυνος, δεν απάντησε στο βασικό ερώτημα γιατί παρέμεινε ανοιχτός.
Η στιχομυθία που προκάλεσε παγωμάρα
Μετά την αναφορά του Θεμιστού Αρναούτη, ακολούθησε η πιο κάτω στιχομυθία μεταξύ του Αρχηγού Αστυνομίας και του Προέδρου Προέδρου της Επιτροπής Εσωτερικών της Βουλής, Άριστου Δαμιανού, που προκάλεσε για λίγα δευτερόλεπτα παγωμάρα σε όλους τους παρευρισκόμενους.
Άριστος Δαμιανού: Κύριε Αρχηγέ η θέση της Αστυνομίας είναι ότι οι δύο συμπολίτες μας που έχασαν τη ζωή τους ενημερώθηκαν ότι είναι επικίνδυνος ή φλεγόμενος ο δρόμος και το αγνόησαν; Αυτό έχετε πει;
Αρχηγός Αστυνομίας: Έχουμε συγκεκριμένη κατάθεση ότι τους είπαν από πού να παν. (σ.σ δεν διευκρίνισε από ποιον και αν η κατάθεση προέρχεται από αστυνομικό)
Άριστος Δαμιανού: Άρα υπήρχε γνώση ότι ήταν κλειστός ο δρόμος…
Αρχηγός Αστυνομίας: Όχι ότι ήταν κλειστός ο δρόμος. Τους είπαν από πού να παν.
Άριστος Δαμιανού: Κύριε Αρχηγέ να είσαστε ακριβόλογος για να αποτυπωθεί η θέση σας. Τι ακριβώς τους λέχθηκε;
Αρχηγός Αστυνομίας: Θα αναφερθεί στην κατάθεση που θα κατατεθεί στην θανατική ανάκριση.
Άριστος Δαμιανού: Όχι, εμείς δεν είμαστε ποινικό Δικαστήριο, είμαστε η Βουλή και ψάχνουμε πολιτικές και θεσμικές ευθύνες, εάν υπάρχουν. Η θέση της Αστυνομίας είναι ότι οι μακαριστοί συμπολίτες μας ενημερώθηκαν για τι; Ότι ήταν επικίνδυνος ή φλεγόμενος ο δρόμος και το αγνόησαν; Αυτό έχετε πει;
Αρχηγός Αστυνομίας: Ότι ήταν επικίνδυνος ο δρόμος.
Άριστος Δαμιανού: Και το αγνόησαν. Αυτή είναι θέση σας;
Αρχηγός Αστυνομίας: Μάλιστα.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ: Ρίχνει ευθύνη στους νεκρούς της πυρκαγιάς ο Αρναούτης-Υποστηρίζει ότι αγνόησαν τις οδηγίες
Το να καταλογίζονται ευθύνες σε δύο πρόσωπα που έχασαν τη ζωή τους από τη φονική πυρκαγιά και τα οποία δεν μπορούν να πουν την δική τους αλήθεια, θα έλεγε κανείς ότι είναι το λιγότερο προσβλητικό προς τη μνήμη τους. Ακόμα όμως και να συνέβησαν τα πράγματα όπως τα περιέγραψε ο Αρχηγός Αστυνομίας, είναι άξιο απορίας πώς κατάφεραν δύο άτομα να περάσουν σε ένα κλειστό δρόμο και να χάσουν τη ζωή τους, αλλά και τι έπραξαν τα ίδια τα μέλη της Αστυνομίας για να αποκλείσουν την πρόσβαση από την Τριμίκλινη προς Άλασσα. Βέβαια, από την άλλη, στα αξιοσημείωτα είναι πως η ευθύνη μετατοπίζεται στους νεκρούς, όχι από οποιοδήποτε άλλο, από τον ίδιο τον Αρχηγό Αστυνομίας, ο οποίος θα έπρεπε να ήταν ο πρώτος που θα ζητούσε εξηγήσεις ως προς το γιατί επιτράπηκε η πρόσβαση σε ένα δρόμο που η ίδια η Αστυνομία ανέφερε πως ήταν επικίνδυνος.
Αυτή ήταν και η αναφορά του βουλευτή του ΕΛΑΜ, Λίνου Παπαγιάννη προς τον Αρχηγό Αστυνομίας, ο οποίος ανέφερε «ακούστηκε μια ανακρίβεια, ο δρόμος Άλασσας με Τριμίκλινη δεν ήταν κλειστός. Κλειστός δρόμος είναι αυτός που δεν μπορεί να περάσει κανένας. Αν θέλετε μπορώ να μιλήσω ακόμα τέσσερις ώρες για αυτό το πράγμα».
Μάλιστα, ο Αρχηγός Αστυνομίας κατά την διάρκεια της ίδιας συνεδρίας έδωσε στοιχεία που δεν είχαν καταγραφεί στην έκθεση της Δύναμης που δόθηκε στη δημοσιότητα και αφορούσε τα χρονικά πλαίσια που έκλεισε ο δρόμος, αλλά και τη στιγμή που αναχώρησαν οι δύο ηλικιωμένοι από το εξοχικό τους στη Συλίκου, για να μεταβούν στην μόνιμη κατοικία τους στη Λεμεσό.
Σύγκρουση εκδοχών Αρχηγού
Από τη διερεύνηση της Αστυνομίας, διαπιστώθηκε σύμφωνα με τον Αρχηγό, πως «το ζεύγος αναχώρησε η ώρα 19:55 από το χωριό Συλίκου. Προηγουμένως ενημερώθηκαν για να ακολουθήσουν το δρόμο Τριμίκλινης προς Άγιο Μάμα, γεγονός το οποίο αγνόησαν. Ακολούθησαν άγνωστη πορεία και εισήλθαν στον κύριο δρόμο προς Άλασσα. Ο δρόμος Τριμίκινης προς Άλασσα έκλεισε η ώρα 20:05. Το σύνολο των αυτοκινήτων που μαζεύτηκαν στο γήπεδο του χωριού, σύμφωνα με τις οδηγίες, τελικά οδηγήθηκαν με ασφάλεια προς τον Ύψωνα».
Οι εν λόγω χρονικές αναφορές συγκρούονται με την αρχική έκθεση της Αστυνομίας, η οποία όπως κατέγραψε, στις 19:47 δόθηκαν οδηγίες σε μέλος της Δύναμης που ήταν στη Συλίκου «ώστε να χρησιμοποιηθεί στην απομάκρυνση των κατοίκων. Καθοδόν προς την Άλασσα, το μέλος της Αστυνομίας συνάντησε πυκνούς καπνούς και αναγκάστηκε να επιστρέψει, με κατεύθυνση προς Τριμίκλινη. Τα οχήματα που ακολουθούσαν τα κατηύθυνε προς την Τριμίκλινη και προχώρησε σε αποκοπή δρόμων για 2,5 ώρες. Ο δρόμος Τριμίκλινης-Άλασσας αποκόπηκε και στις δύο κατευθύνσεις από περιπολικά της Αστυνομίας».
Εάν παραδείγματος χάρη το μέλος της Δύναμης ξεκίνησε άμεσα, δηλαδή στις 19:47 με κατεύθυνση την Άλασσα, διαπιστώνεται σύμφωνα με το αξιόπιστο Google Maps, ότι ο χρόνος που χρειάζεται για να μεταβεί στον δρόμο της Άλασσας, περνώντας από Άγιο Γεώργιο Συλίκου και Μονάγρι, είναι έντεκα λεπτά. Με βάση το συγκεκριμένο δεδομένο, ο αστυνομικός αφίχθηκε στο χώρο στις 19:58. Ένα λεπτό προηγουμένως, στον ίδιο δρόμο, είχε εντοπιστεί η εγκαυματίας Α.Χ., παρά το σκοπευτήριο Μοναγριού, ωστόσο από την έκθεση δεν διευκρινίζεται ποιος την εντόπισε και κατά πόσον αυτός ήταν ο αστυνομικός ή άλλο πρόσωπο.
Από το σημείο του σκοπευτηρίου, που θα μπορούσε να προσεγγίσει στη χειρότερη των περιπτώσεων, μέχρι την Τριμίκλινη χρειάζεται σύμφωνα πάντα με το google maps άλλα έντεκα λεπτά, ως εκ τούτου θα μπορούσε να προσεγγίσει το σημείο στην καλύτερη περίπτωση στις 20:09.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ: Αμετακίνητος ο Λογγίνος, επιμένει στη θέση του παρά την έκθεση των Αμερικανών-«Εμπρησμός με είκοσι τσιγάρα»
Έντονες οι αντιδράσεις για το υπόμνημα
Επιστρέφοντας στο θέμα των αντιδράσεων για το υπόμνημα της Αστυνομίας που κατατέθηκε στη Βουλή, προέκυψαν έντονες αντιδράσεις τόσο στη δημόσια σφαίρα, όσο και στο παρασκήνιο, με τις πληροφορίες να αναφέρουν πως οι υπηρεσίες που δακτυλοδείχνει η ηγεσία της Δύναμης, εξέφρασαν την έντονη δυσφορία τους για τις αναφορές που καταγράφονται από τον Υπαρχηγό και τον Αρχηγό Αστυνομίας.
Ο ΟΚΥΠΥ, στον οποίο υπάγεται η Υπηρεσία Ασθενοφόρων, διαμήνυσε δια του εκπροσώπου Τύπου του οργανισμού, Χαράλαμπου Χαριλάου ότι «υπήρχαν ασθενοφόρα στο σημείο, στήσαμε σταθμούς. Είμαστε οι μόνοι που ανταποκριθήκαμε στο ακέραιο. Είναι λυπηρό αυτό που λέει η Αστυνομία. Δεν συμφωνούμε με τα όσα γράφει στο υπόμνημα. Έχουμε στοιχεία με τις ενέργειες που κάναμε. Διαψεύδουμε τις αναφορές, είναι ανυπόστατες και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα».
Πληροφορίες αναφέρουν ότι πέραν του ΟΚΥΠΥ έντονος εκνευρισμός προκλήθηκε και στην Υπηρεσία Ασθενοφόρων, με σχετικές αντιδράσεις από την πλευρά τους προς τον Αρχηγό, αφού η παρέμβαση τους κατά τη διάρκεια της πυρκαγιάς ήταν άμεση και επιχείρησαν σε πολύ αντίξοες συνθήκες και σε πολλαπλά μέτωπα, για να σώσουν πολίτες από τις φλεγόμενες οικίες.
Ο Αρχηγός Αστυνομίας, Θεμιστός Αρναούτης, εν τέλει, ανακάλεσε ή αναγκάστηκε να ανακαλέσει τις αναφορές του για την Υπηρεσία Ασθενοφόρων ενώπιον της Βουλής και απολογήθηκε, λέγοντας πως αυτό που κατέγραφαν ήταν ότι θα μπορούσαν να ήταν καλύτερα την επόμενη φορά, και «βεβαίως και υπήρχαν ασθενοφόρα».
Σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες, εκνευρισμός προκλήθηκε και στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, για τα όσα τους καταλόγισε ο Υπαρχηγός και Αρχηγός της Αστυνομίας, με τις δύο υπηρεσίες να έχουν επικοινωνία και να δίδονται διευκρινίσεις για όσα καταγράφηκαν στο υπόμνημα και τα οποία άφησαν εκτεθειμένες τις ΥΚΕ.
Πέραν των πιο πάνω, πληροφορίες αναφέρουν πως η στάση της Αστυνομίας δεν άφησε ικανοποιημένο ούτε το Προεδρικό, αφού από την μια ο Αρχηγός και Υπαρχηγός δημιούργησαν «ακύρωσαν» με ανακρίβειες το έργο Υπηρεσιών, όπως για παράδειγμα την Υπηρεσία Ασθενοφόρων, ενώ από την άλλη, χαρακτηρίστηκε «ολίσθημα» η μετατόπιση της ευθύνες στα θύματα, από την στιγμή που ο ίδιος ο Πρόεδρος παραδέχθηκε πως το κράτος δεν ανταποκρίθηκε ως έπρεπε, χωρίς να εξαιρεί οποιοδήποτε και χωρίς να καταλογίζει ευθύνες στο ζεύγος ηλικιωμένων, που έπρεπε να προστατευτεί, όπως η κάθε ανθρώπινη ζωή, κάτι που τόνισε εξαρχής ο Νίκος Χριστοδουλίδης όταν βρέθηκε στο Συντονιστικό Κέντρο.
Σημειώνεται ότι αυτό το οποίο δεν ανακάλεσε ήταν τις θέσεις της Αστυνομίας υπέρ της εκδίωξης των δημοσιογράφων από το συντονιστικό κέντρο, που δεν φαίνεται να λαμβάνουν υπόψιν την υψηλή αξία που έχει η σωστή και έγκαιρη ενημέρωση σε μία κατάσταση μεγάλης κρίσης. Επανέλαβε, συνεπώς, ότι η Αστυνομία θεωρεί πως δεν πρέπει να υπάρχουν αναρμόδια άτομα.