Τρίτη 29 Σεπ, 2020 | Επικοινωνία
trans gif

«Όταν έφτασα δεν φαντάζεσαι… Μαύρος καπνός, φωτιά… Έκαιαν οι πετρελαιοδεξαμενές»

Νατάσα Χριστοφόρου  12/09/2020 07:00
«Όταν έφτασα δεν φαντάζεσαι… Μαύρος καπνός, φωτιά… Έκαιαν οι πετρελαιοδεξαμενές»

«Όταν έφτασα δεν φαντάζεσαι… Μαύρος καπνός, φωτιά… Έκαιαν οι πετρελαιοδεξαμενές»

Νατάσα Χριστοφόρου  12/09/2020 07:00
«Στις επτά Οκτωβρίου του 1965, έγινε τρομοκρατικό κτύπημα στις πετρελαιοδεξαμενές της Λάρνακας. Με πήραν τηλέφωνο ξημερώματα και με ενημέρωσαν. Ήμουν 22 χρονών. Εν τω μεταξύ, όπου πήγαινα βράδυ για να καλύψω ένα ρεπορτάζ ερχόταν και ο παπάς μου μαζί, δεν ήθελε να με αφήνει μόνη μου. Όταν έφτασα δεν φαντάζεσαι… Μαύρος καπνός, φωτιά… Έκαιγαν οι πετρελαιοδεξαμενές και το πετρέλαιο μέσα», λέει και βυθίζεται στη σκέψη της, προσπαθώντας να ανασύρει λεπτομέρειες. Δεν είναι εύκολο... Έχουν περάσει άλλωστε 55 χρόνια από τότε. Πλέον είναι 77 χρόνων…
 
Ήταν η πρώτη δημοσιογράφος, που έφτασε στη σκηνή και η πρώτη που μετέφερε τη φοβερή είδηση. «Πήρα τηλέφωνο και τους ενημέρωσα. Ξύπνησε ο αρχισυντάκτης που ήταν ο κ. Γαλανός και πήγε στην εφημερίδα. Με ρωτούσε συνέχεια, εάν είμαι σίγουρη για το τι συνέβη. Tου είπα πως είμαι. Ξήλωσαν την πρώτη σελίδα και έβαλαν το θέμα της πυρκαγιάς. Την επομένη «η Μάχη» ήταν η μόνη εφημερίδα που είχε το θέμα αποκλειστικά. Έβγαλα και φωτογραφίες, τις οποίες έστειλα την επομένη. Έκαιγε πολλές μέρες η φωτιά».

Τις πρώτες μέρες ουδείς ήξερε τους δράστες της βομβιστικής επίθεσης, που σκόρπισε τον τρόμο και τον πανικό στη Λάρνακα. Αργότερα έγινε γνωστό πως η επίθεση στις πετρελαιοδεξαμενές της εταιρείας ΣΙΕΛΛ, ήταν μέρος του σχεδίου των Τούρκων, που ήθελαν προκαλέσουν αποσταθεροποίηση. Είχαν επιστρατεύσει τότε τρεις Γάλλους υπηκόους, οι οποίοι συνελήφθησαν και ομολόγησαν πως πληρώθηκαν αδρά, για να βάζουν βόμβες σε διάφορα σημεία της Κύπρου.

Κάποιες από αυτές τις λεπτομέρειες τις θυμάται, κάποιες ξεθώριασαν στο πέρασμα των χρόνων. Δεν έζησε και λίγα. Δέχθηκε να μοιραστεί την ιστορία της μετά από πολλές παραινέσεις… Κι αυτό λόγω σεμνότητας. Ένα προσόν που κάποιοι μπορεί να ισχυρίζονται πως δεν ταιριάζει σε μια δυναμική γυναίκα. Η Αιμίλια Σεχριάν-Μπλούνα, όμως έχει και τα δύο και μάλιστα στον υπερθετικό βαθμό.

Δεν είναι τυχαίο άλλωστε, που σε μια εποχή όπου η θέση της γυναίκας ήταν στο σπίτι, σπούδασε στο εξωτερικό, απέκτησε εφόδια και γνώσεις που λίγοι επαγγελματίες του χώρου είχαν και έγινε η πρώτη δημοσιογράφος της Λάρνακας και μία από τις πρώτες της Κύπρου. Εργάστηκε στη Μάχη και τον Αγώνα και κατάφερε να ξεχωρίσει σ’ ένα καθόλα ανδροκρατούμενο επάγγελμα και σε μια εποχή πολύ δύσκολη και σκοτεινή, για την Κύπρο.
Η δημοσιογράφος και συγγραφέας, ζει ανάμεσα στην Αθήνα και τη Λάρνακα, τις πόλεις που καθόρισαν την πορεία της. Συναντηθήκαμε, λίγες μέρες πριν την παρουσίαση του δεύτερου της βιβλίου στην γενέτειρά της.

«Γεννήθηκα στη Λάρνακα τον Ιούλιο του 1943. Η θεία μου, η Ερασμία Μιχαηλίδου, που ήταν η πρώτη γυμνάστρια της Λάρνακας, δίδασκε σε δημοτικά, γυμνάσια και στις Καλογριές. Όταν ήμουν τριών χρονών με έπαιρνε μαζί της στο σχολείο. Καθόμουν σε ένα θρανίο στη γωνιά, χωρίς να μετέχω. Όταν ήρθε η εποχή να πάω σχολείο, ήξερα τα μαθήματα “νερό”. Γι’ αυτό μετά πήγα κατευθείαν τρίτη τάξη, δεν έκανα τη δευτέρα. Τέλειωσα το σχολείο πριν κλείσω τα 17. Είχα σπουδαίες δασκάλες. Ήμασταν άριστα καταρτισμένοι, όταν τελειώσαμε».
«Φοίτησα στο Παγκύπριο Λύκειο Λάρνακας. Ήμασταν η πρώτη τάξη που δημιουργήθηκε. Δεν είχαμε κτήριο και κάθε χρόνο, είμαστε και αλλού. Κάναμε μάθημα όπου περίσσευε. Την πρώτη χρονιά, είχαν ενοικιάσει ένα ισόγειο διαμέρισμα για να κάνουμε μάθημα. Ήμουν άριστη μαθήτρια. Τελείωσα με βαθμό 19 και 18 εικοστά».

Έγινε τυχαία δημοσιογράφος
«Ο παπάς μου, είχε μου μεγάλη αδυναμία και ήθελε να σπουδάσω, αλλά να μην λείψω περισσότερα από τρία χρόνια. Έψαξα σχολή στην Αθήνα και όλες ήταν τέσσερα χρόνια. Η μόνη σχολή που ήταν αξιόλογη και η φοίτηση ήταν τρία χρόνια, ήταν τότε του Δοξιάδη. Υποτίθεται πήγα για εσωτερική διακοσμήτρια, αλλά εμένα το χέρι μου δεν πιάνει.

Το 1960 πήγα να δώσω εξετάσεις και έπρεπε να σχεδιάσω ένα βάζο σε ένα τραπέζι. Το τραπέζι το έκαμα τέλειο, επειδή χρησιμοποίησα τη γεωμετρία. Το βάζο, όμως ήταν στραβό και κακορίζικο… Γράψαμε, όμως και μία έκθεση. Όταν πήγα να πάρω τα αποτελέσματα, μου λέει η κοπέλα “δυστυχώς κοπήκατε”, αλλά θέλει να σας δει ο κ. Δοξιάδης. Νόμιζα ήθελε να με “συλλυπηθεί”.

Πήγα στο γραφείο του, ήταν ένας πολύ συμπαθητικός άνθρωπος. Μου λέει “κοριτσάκι μου δεν κάνεις  για διακοσμήτρια, αλλά η έκθεσή σου είναι καταπληκτική. Είναι κάτι που είχα χρόνια να διαβάσω. Γιατί δεν σκέφτεσαι τη δημοσιογραφία;”.

Έτσι μπήκα στη δημοσιογραφία. Με πήρε ο ίδιος στη σχολή του Σπύρου Μελά. Με έβαλε και αυτός να γράψω έκθεση και μου είπε, “είσαι καταπληκτική, θα μείνεις εδώ και θα έρχεσαι να κάθεσαι και πρώτο θρανίο να σε βλέπω”. Η σχολή ήταν 7-10 το βράδυ, επειδή πήγαιναν δημοσιογράφοι, που δεν είχαν δίπλωμα, μετά τη δουλειά τους.
 
Διαπίστωσα πως είχα πολύ χρόνο ελεύθερο. Έτσι γράφτηκα στην σχολή Πάλμερ και έκανα Ελληνική στενοδακτυλογραφία, γράφτηκα στη Χεν όπου έκανα στενοδακτυλογραφία και εμπορική αλληλογραφία στα Αγγλικά και ταυτόχρονα στη σχολή της Αρώνη και του Μιχαηλίδη, όπου παρακολουθούσα μαθήματα θεάτρου, σκηνοθεσίας κ.λπ. Έλεγα πως για να γίνω δημοσιογράφος και να μπορώ να κρίνω μια παράσταση για παράδειγμα, θα έπρεπε να έχω γνώσεις. Γι’ αυτό έκανα και στενογραφία. Ήθελα ότι έκαμνα να είναι τέλειο».
Η επιστροφή και η αναζήτηση δουλειάς
«Ήταν δύο χρόνια η σχολή δημοσιογραφίας και την τέλειωσα με άριστα. Το 1962, επέστρεψα στην Κύπρο και άρχισα να ψάχνω για δουλειά, αλλά στην αρχή δεν έβρισκα. Πήγα στον Νίκο Σαμψών, που είχε τη “Μάχη” και ζήτησα δουλειά. Μου λέει, “εδώ είμαστε συμπληρωμένοι αλλά αν θέλεις μπορείς να αναλάβεις τις ανταποκρίσεις αλλά και τις διαφημίσεις της Λάρνακας”. Δέχθηκα…

Δεν άφησα πέτρα που να μην τη σηκώνω. Στην Αστυνομία με έμαθαν όλοι. Με έπαιρναν τηλέφωνο ότι ώρα γινόταν κάτι. Ακόμα και ξημερώματα. Όταν ήταν αργά έδινα μέσω τηλεφώνου την είδηση, αλλιώς έστελνα φάκελο στη Λευκωσία στις επτά το απόγευμα με τον Καρυδά (ταξί). Μέσα ήταν δακτυλογραφημένες οι ανταποκρίσεις μου. Είχα πάρει και μια φωτογραφική και έβαζα στο φάκελο τα αρνητικά του φιλμ και τα εμφάνιζαν».

Η αποκλειστικότητα που την έκανε περιζήτητη
«Στις επτά Οκτωβρίου του 1965, έγινε τρομοκρατικό κτύπημα στις πετρελαιοδεξαμενές της Λάρνακας. Με πήραν τηλέφωνο ξημερώματα και με ενημέρωσαν. Ήμουν 22 χρονών. Εν τω μεταξύ, όπου πήγαινα βράδυ για να καλύψω ένα ρεπορτάζ ερχόταν και ο παπάς μου μαζί, δεν ήθελε να με αφήνει μόνη μου. Όταν έφτασα δεν φαντάζεσαι… Μαύρος καπνός, φωτιά… Έκαιγαν οι πετρελαιοδεξαμενές και το πετρέλαιο μέσα.

Πήρα τηλέφωνο και τους ενημέρωσα. Ξύπνησε ο αρχισυντάκτης, που ήταν ο κ. Γαλανός και πήγε στην εφημερίδα. Με ρωτούσε συνέχεια, εάν είμαι σίγουρη για το τι συνέβη. Tου είπα πως είμαι. Ξήλωσαν την πρώτη σελίδα και έβαλαν το θέμα της πυρκαγιάς. Την επομένη η Μάχη ήταν η μόνη εφημερίδα που είχε το θέμα αποκλειστικά. Έβγαλα και φωτογραφίες, τις οποίες έστειλα την επομένη. Έκαιγε πολλές μέρες η φωτιά.

Μετά το τρομοκρατικό κτύπημα, με φώναξε ο Νίκος Κόσιης που ήταν εκδότης της εφημερίδας “ο Αγών”. Είχε μιλήσει με τον Σαμψών και ζήτησε την άδειά του, για να δίνω ανταποκρίσεις και στον “Αγώνα” από τη Λάρνακα. Δέχθηκε και κάλυπτα και τον αγώνα.

Ένα άλλο θέμα που θυμάμαι έντονα, ήταν τη δολοφονία του Φίλιου Τσιγαρίδης το 1964 από τους Τούρκους. Ήταν Αστυνόμος στη Λάρνακα, κατατάχθηκε στις Ειδικές Δυνάμεις και είχε διμοιρία δική του. Πυροβολήθηκε την ώρα του καθήκοντος στον Άγιο Θεόδωρο. Κάλυψα το γεγονός, πήγα και στην κηδεία. Ήταν πολύ συγκινητικό».

Ο Μακάριος και το… αυτόγραφο
«Μια χρονιά ήρθε ο Μακάριος στη Λάρνακα. Εγώ κρατούσα το σημειωματάριο και έτρεχα από πίσω του, για να σημειώνω ότι λέει. Νόμιζε ότι ήθελα αυτόγραφο. Λέει μου, “έλα δα ρα μιτσικουρού, να σου δώσω το αυτόγραφο που θέλεις”. Απαντώ του, “εν θέλω αυτόγραφο”, “ε τι θέλεις”, ρωτά με. Απάντησά του, “είμαι δημοσιογράφος στη Μάχη και θέλω να μου πείτε πότε θα ξεκινήσει το λιμάνι της Λάρνακας”. Είχε μου πει τότε, ότι θα ξεκινήσει μαζί με το λιμάνι της Αμμοχώστου. Όντως ξεκίνησαν μαζί».

«Στην αρχή δεν μου είχαν εμπιστοσύνη»
«Όταν ήμουν εγώ, θυμάμαι ότι δούλευε ακόμα μια γυναίκα δημοσιογράφος στη Λευκωσία. Νομίζω δούλευε στην εφημερίδα “Ελευθερία”. Στη Λάρνακα ήμουν όμως, η πρώτη δημοσιογράφος. Στη Μάχη που ήμουν από το 1962-1968 και στον Αγώνα από το 1965-1968, δεν υπήρχαν άλλες γυναίκες.

Στην αρχή, δεν μου είχαν πολλή εμπιστοσύνη. Δεν με λάμβαναν και πολύ υπόψη, αλλά εγώ έμπαινα σε όλα. Στην εφημερίδα, βέβαια μου έδειξαν πολλή εμπιστοσύνη από την αρχή. Ειδικά ο κ. Γαλανός, μου φέρθηκε σαν πατέρας. Στην πορεία, όχι μόνο κέρδισα την εμπιστοσύνη τους, αλλά μου έδιναν και συνέχεια πληροφορίες. Οι ειδήσεις που έβγαζα ήταν αποκλειστικές. Κυνηγούσα πολύ την είδηση.

Κάλυπτα τα πάντα. Από κλεψιές, μέχρι φόνους. Είχε πολλά γεγονότα τότε. Κάθε μέρα υπήρχε φάκελος να στείλω. Σπάνιες φορές δεν υπήρχε είδηση να στείλω. Έκανα και έρευνες, αλλά έγραφα και χρονογραφήματα. Έγραφα ότι ήθελα και δεν είχα ποτέ παρεμβάσεις.

Παράλληλα, δούλευα ως στενοδακτυλογράφος στο Δικαστήριο Λάρνακας. Εάν γινόταν κάτι σοβαρό, ζητούσα άδεια και πήγαινα.

Από τους μισθούς μου, αγόρασα ένα αυτοκίνητο. Λίγες γυναίκες οδηγούσαν τότε. Έπαιρνα 15 λίρες από τη Μάχη, 15 λίρες από τον Αγώνα, έπαιρνα ποσοστά από τις διαφημίσεις και το μισθό από το δικαστήριο. Συνολικά ήταν περίπου 120 λίρες το μήνα, που ήταν πολύ μεγάλο ποσό για την εποχή».

Η μετακόμιση στην Ελλάδα
«Τον σύζυγό μου, τον οποίο έχασα πριν δυόμιση χρόνια, τον γνώρισα τυχαία στην Ελλάδα. Μια συμφοιτήτριά μου αφότου ήρθα Κύπρο, παντρεύτηκε και με κάλεσε στο γάμο. Επειδή δεν μπόρεσα να πάω, πήγα το καλοκαίρι στην Αθήνα. Ο άντρας μου ήταν φίλος με τον άντρα της και έτσι τον γνώρισα. Όταν επέστρεψα, ήταν τότε το 1968, ήρθε και με ζήτησε από τον πατέρα μου και έτσι μετακόμισα στην Αθήνα.

Τον πρώτο καιρό, έστελνα αμισθί ανταποκρίσεις στις δύο εφημερίδες από την Ελλάδα. Μετά έκανα τα δύο μου παιδιά και σταμάτησα για λίγο. Ακολούθως ασχολήθηκα με το ρεπορτάζ του Υπουργείου Συγκοινωνιών και έγραφα στην Καθημερινή στην Ελλάδα. Όμως, ήταν βραδινές οι ώρες και δεν μπορούσα με δύο μωρά στο σπίτι.

Όταν το 1987 γεννήθηκε η ελεύθερη ραδιοφωνία στην Ελλάδα, ο Κώστας Βιολάρης, αδελφός του Μιχάλη, άνοιξε ραδιοσταθμό που λεγόταν “Ελληνοκυπριακός σταθμός Αθηνών”. Μου πρότεινε συνεργασία και ανέλαβα ως υπεύθυνη των προγραμμάτων. Ο Ανδρέας Παπανδρέου, αποφάσισε να κάνει νόμιμους τους σταθμούς και κάναμε αίτηση. Έπιασε μας όμως την συχνότητα και την έδωσε στον Γιώργο Λιάνη, τον ξάδελφο της Δήμητρας. Μάλιστα, τότε έγραψαν οι εφημερίδες, “O ξάδελφος έκλεισε τον Eλληνοκυπριακό σταθμό”.

Μετά έγινα αρχισυντάκτρια του περιοδικού Benissimo, που εκδιδόταν στην Ιταλία και άνοιξε και στην Ελλάδα. Ήταν περισσότερο περιοδικό μόδας, αλλά είχε και άλλα θέματα, ιατρικά κ.λπ. Έμεινα τέσσερα χρόνια και μετά επειδή μετακομίσαμε στο Μαρούσι, έφυγα. Ήταν πολύ μακριά».

Η βοήθεια στους πρόσφυγες το 1974
«Παράλληλα, ασχολήθηκα και με διάφορες οργανώσεις. Το 1974 όταν άρχισαν να έρχονται στην Ελλάδα πρόσφυγες, μαζευτήκαμε 20-25 Κύπριες και μαζεύαμε λεφτά και τα δίναμε στην Πρεσβεία. Με την πάροδο του χρόνου κάναμε επίσημο τον σύλλογο και μαζεύαμε λεφτά, μέσω διαφόρων εκδηλώσεων. Κάποιους που δεν βρήκαν δουλειά, τους δίναμε ένα ποσό κάθε μήνα. Ήταν συγκλονιστικές οι ιστορίες των ανθρώπων αυτών. Ήταν πολύ βασανισμένος κόσμος.
 
Μετά επί Παπανδρέου το ΚΑΤ (Κέντρο Αποκατάστασης Τραυματιών), έγινε νοσοκομείο γενικής ιατρικής και είχαν μόλις δύο καρδιογράφους. Κάναμε ένα σύλλογο, με κάποιες Ελληνίδες. Επειδή αυτές οι γυναίκες ήταν γνωστές στην Αθήνα, μαζέψαμε πολλά λεφτά μέσω εκδηλώσεων. Αγοράσαμε 25 καρδιογράφους, ψυγεία για μοσχεύματα και για το φαρμακείο του νοσοκομείου».
Συγγραφέας μετά τα εβδομήντα
Δεν είχα σκεφτεί ποτέ να γράψω βιβλίο. Όμως, η μάμα μου είχε καημό να γράψω ένα βιβλίο. Πέθανε το 2019 σε ηλικία 103 χρόνων. Ήθελε να γράψω ένα βιβλίο πριν πεθάνει. Έγραψα το πρώτο μου βιβλίο τα Ολέθρια Λάθη, που είναι μυθιστόρημα και της το έκανα δώρο στα εκατοστά γενέθλιά της.

Το δεύτερο βιβλίο, το Ουδέν Κρυπτόν είναι η συνέχεια του πρώτου και θα κάνω την παρουσίασή στη Λάρνακα. Αυτό το βιβλίο, το έγραψα πριν πεθάνει ο άντρας μου. Του το είχα δώσει να το διαβάσει, μου έκανε υποδείξεις και έκανα κάποιες αλλαγές. Πριν προλάβει να το διαβάσει με τις αλλαγές, τον έχασα και το παράτησα, ούτε το ξανασκέφτηκα. Με πήρε όμως η εκδότριά μου και αποφάσισα να το εκδώσω.

Με τον άντρα μου περάσαμε πολύ όμορφα. Ήταν Γενικός Διευθυντής στο Υπουργείο Οικονομικών και αφυπηρέτησε ως Γενικός Διευθυντής στην Υπηρεσία Έρευνας και Τεχνολογίας. Ερχόμασταν πολύ συχνά Κύπρο, ειδικά τα τελευταία έξι χρόνια. Έχω δύο κόρες, η μία είναι δικηγόρος στην Αθήνα και η άλλη σπούδασε πληροφορική, με μεταπτυχιακό στο Λονδίνο και παντρεύτηκε στην Ισπανία. Έχω και τρία εγγόνια.

Οι πρόγονοί μου ήταν Ιταλοί και Γάλλοι από τη γιαγιά μου και Αρμένιοι της Κωνσταντινούπολης από τον παππού μου, που ήταν Διευθυντής της Οθωμανικής Τράπεζας. Ο πατέρας μου ο Ερρίκος Σεχριάν, παντρεύτηκε τη μητέρα μου,  Ιωάννα Κλεοβούλου.

Το μόνο ρατσιστικό που αντιμετώπισα, επειδή είχα Αρμένικη καταγωγή, ήταν στο σχολείο. Ήμουν πρώτη στην τάξη και ως είθισται ο αριστούχος κρατά τη σημαία. Κανονικά έπρεπε να κρατώ τη σημαία στην έκτη γυμνασίου. Όμως, παρόλο που ήμουν και βαπτισμένη ορθόδοξη Χριστιανή, πάτησε πόδι ο τότε διευθυντής του σχολείου και δεν με άφησε. Ήμουν παραστάτης τελικά. Ήταν κάτι που με ενόχλησε και ήταν το μόνο περιστατικό που αντιμετώπισα στη ζωή μου».

Αυτή είναι η ιστορία της Σκαλιώτισσας, Αιμίλιας Σιεχριάν-Μπλούνα. Μιας γυναίκας πρότυπο, που δεν σκέφτηκε ποτέ ότι το φύλο της, θα μπορούσε να ανακόψει τα όνειρά της. Μιας γυναίκας που θέλει να κάνει τέλεια ότι καταπιάνεται και δεν σταματά μέχρι να το καταφέρει.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ:

Για να σχολιάσετε κάντε κλικ εδώ
 
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Πίσω στην αρχή της σελίδας