Κυριακή 27 Σεπ, 2020 | Επικοινωνία
trans gif

«Η γιαγιά μου εκάθετουν, ετράβαν τα μαλλιά της τζιαι έκλαιε τον εγγονό της»

Φοινιώ Σάββα  14/08/2020 06:53
«Η γιαγιά μου εκάθετουν, ετράβαν τα μαλλιά της τζιαι έκλαιε τον εγγονό της»

«Η γιαγιά μου εκάθετουν, ετράβαν τα μαλλιά της τζιαι έκλαιε τον εγγονό της»

Φοινιώ Σάββα  14/08/2020 06:53
«Καρτερούμεν μέραν νύχταν, να φυσήσει ένας αέρας, στουν τον τόπον πο'ν καμένος τζι' εν θωρεί ποτέ δροσιάν. Για να φέξει καρτερούμεν, το φως τζιήνης της μέρας πο'ν να φέρει στον καθ' έναν τζιαι δροσιάν τζαι ποσπασιάν»…
 
Στις 14 Αυγούστου, οι συνομιλίες που είχαν ξεκινήσει στη Γενεύη, ώστε να βρεθεί μία λύση, μετά την τουρκική εισβολή, κατέρρευσαν… Τότε ξεκίνησε η δεύτερη φάση της τουρκικής εισβολής. Οι τουρκικές δυνάμεις επιτίθονται ξανά και ολοκληρώνουν το έγκλημα που είχαν ξεκινήσει στις 20 Ιουλίου.
 
Στόχος των τουρκικών επιθέσεων η πεδιάδα της Μεσαορίας, η οποία κατελήφθη αμέσως. Οι τουρκικές δυνάμεις συνέχισαν και έφτασαν μέχρι την Αμμόχωστο…
 
Σαράντα έξι χρόνια έχουν περάσει από την βάρβαρη τουρκική εισβολή του 1974… Ακόμη οι πληγές είναι ανοιχτές, ο αριθμός 1,619 μένει ανεξίτηλος στις μνήμες. Τόσοι είναι οι αγνοούμενοι από την εισβολή.
 
Η τουρκική εισβολή έχει και άλλη πλευρά… Οι κάτοικοι που έζησαν την επίθεση από τις ελεύθερες περιοχές. Αυτοί που έβλεπαν τις επιθέσεις των Τούρκων στρατιωτών και δεν ήξεραν πότε θα φύγουν κι αυτοί από το σπίτι τους, για να γλυτώσουν. Κάποιοι έφυγαν, αλλά επέστρεψαν, άλλοι έμειναν και φιλοξένησαν στο σπίτι τους πρόσφυγες και στρατιώτες που έχασαν τον δρόμο τους.
 
Στο REPORTER μίλησαν άτομα, που κατάγονται από τις ελεύθερες περιοχές και θυμούνται πως έζησαν την τουρκική εισβολή.
 
«Ακούαμεν τα αεροπλάνα και εφοούμαστουν πολλά»
Η κυρία Τούλλα Ορφανού ήταν 27 χρόνων όταν έγινε η εισβολή στην Κύπρο. Έμενε στην Περιστερώνα, με τον άνδρα της και τα δύο της παιδιά, ενώ στο ίδιο χωριό έμενε και η υπόλοιπή της οικογένεια. Στην πρώτη εισβολή δεν χρειάστηκε να φύγουν από το σπίτι τους.
 
«Την πρώτη εισβολή, ακούαμε τα αεροπλάνα και εφοούμασταν πολλά, πάρα πολλά. Εξεκινούσαν οι Κερυνιώτες τζιαι έρκουνταν ξυπόλυτοι. Έδωκα τους παπούτσια, ρούχα, σεντόνια. Εν εφύαμε που την Περιστερώνα. Εφύαμε και επήαμε σπίτι της μάμας μου, αλλά ο παπάς μου εμείνισκε στο σπίτι μας, επειδή τις 20 του Ιούλη, είπε μας, ήταν η πιο επικίνδυνη νύχτα επειδή εν να γίνουν οι ληστείες.
 
Στη δεύτερη εισβολή, τα αεροπλάνα ήταν τέλεια που πάνω μας. Εφύαμε τζιαι επήαμε σε ένα σπίτι που ήταν από πλιθάρι. Οι γυναίκες ούλλης της γειτονιάς εμαζευτήκαμε τζιμέσα. Ως το δειλινό, δεν ήρτε άντρας σπίτι. Ήρτε ο παπάς μου τζιαι λαλεί μας “’ατε σαστείτε τζιαι εν να φύουμε μόλις νυχτώσει λλίο”. Επιάσαμε ήντα που ήταν να πιάσουμε, έβαλα τις κοτζιακαρούες της γειτονιάς, μέσα στο αυτοκίνητο, τα μωρά τζιαι εξεκίνησα για την Αγία Μαρίνα (σ.σ. το χωριό του άνδρα της). Οι άλλοι ήταν να ξεκινήσουν περπατητοί να έρτουν. Άντρας εν εστράφηκε σπίτι που το στρατό τζιαι ο άντρας μου, ο Νεόφυτος ήταν στρατιώτης στα Κότζινα.
 
Μετά που εβομβαρδίζαν την Κατωκοπιά, τη Ζώδια, τα αεροπλάνα έρχονταν να στρίψουν πάνω που την Αγία Μαρίνα για να στραφούν πίσω. Οι κάτοικοι της Αγίας Μαρίνας εστέκουνταν τζιαι έβλεπαν τα αεροπλάνα, εγώ εφώναζα τους “ρε παιδιά, για όνομα του Θεού, μα κάθεστε τζιαι θωρείτε τα; Κρυφτείτε”. Επήαμε στο σπίτι της πεθεράς μου, η γειτονιά ούλλη. Ερκούμαστε κάτω για να πλύνουμε τα ρούχα επειδή η Αγία Μαρίνα εν είχε νερό.
 
Είχα θκύο μωρά, τον Άντρο και τη Γεωργία. Ο αδελφός μου ο Αβράμης, επήεννε γυμνάσιο. Είπε μας “ρε άμαν σας φωνάξουν να φύετε, εσείς έσιετε πολλά ρούχα εν μπορείτε να τα πιάσετε να φύετε. Τα δικά μου, έτα ούλλα μέσα στην βαλίτσα τζιαι να τα πιάσετε να φύετε”. Όταν επήαμε σπίτι της μάμας μου, εμάζεψα λλία πράματα των μωρών να έχουν. Μία ημέρα ήρταν τζιαι είπαν μας «γλήροα, φύετε τζιαι οι Τούρτζοι εν μέσα στον ποταμό τζιαι έρκουνται πάνω”. Όπως εκράτουν στο ένα σιέρι τη Γεωργία τζιαι στο άλλο τον Άντρο, έχασα τον γιο μου. Βούρος ο Άντρος. “Έπιασα την βαλίτσα του Αβράμη. Ο Αβράμης εν μας είπε να πιάσουμε την βαλίτσα του που εν να φύουμε;”.
 
Εγώ ελυπήθηκα τους στρατιώτες, όταν εφύαμε που την Περιστερώνα τζιαι είπα τους «ρε παιθκιά, θα σας αήκω την πόρτα της κουζίνας ανοιχτή τζιαι να μπαίνετε να κάμνετε μπάνιο. Άηκα την πόρτα, εμπαίναν, εκάμναν μπάνιο, εβάλαν το νερό να παγώσει να πιουν.
 
Εμείναμε ένα μήνα στην Αγία Μαρίνα. Εν ήταν να στραφούμε αλλά εν εγράφαν τα μωρά στην Αγία Μαρίνα. Έπρεπε να στραφούμε ούλλοι κάτω για να παν τα μωρά στο σχολείο. Εφέρναμε τα μωρά σχολείο τζιαι τη νύχτα επηένναμε πίσω Αγία Μαρίνα επειδή τα ακρινά τα σπίθκια (σ.σ. το σπίτι της είναι στον κύριο δρόμο του χωριού) εν ήταν να κατοικηθούν. Ύστερα είπα τους “πάμε τζιαι να μεινίσκουμε στην μάμα μου”. Έτσι, εστραφήκαμε πίσω. Μετά που κανένα μήνα εστραφήκαμε τζιαι σπίτι μας».
 
«Είδα όνειρο τον Αρχιεπίσκοπο πριν το πραξικόπημα»
Η κυρία Ειρήνη μας άνοιξε το σπίτι της ένα απόγευμα και μας είπε όλα όσα έζησε στην εισβολή. Μαζί της και η φίλη της, η κυρία Μαρία, που και αυτή ξεκίνησε να θυμάται όλα όσα συνέβησαν εκείνες τις μαύρες ημέρες του καλοκαιριού του 1974.
 
Συγκεκριμένα η κυρία Μαρία θυμάται ότι «επήεννα σε μία γειτόνισσα μου τζιαι εππέφταμε μαζί. Εφύαμε που την Περιστερώνα τζιαι για κανένα χρόνο εμείναμε στην Κάτω Μονή που ήταν η μάνα μου. Η Περιστερώνα εφκέρωσε μετά την Εισβολή.
 
Την ημέρα της εισβολής επήα ως το σπίτι μας που είχαμε νοικιασμένο που Τούρκο. Στη δεύτερη εισβολή εφύαμε. Εκοινωνίσαμε τον δεκαπενταύγουστο τζιαι μετά εφύαμε. Εμείναμε ένα χρόνο στην μάνα μου στην Κάτω Μονή. Μετά επιάσαμε την κόρη μου τζιαι ήρταμε Περιστερώνα, επειδή ετέλειωσε τζιαι το Δημοτικό».
 
Η κυρία Ειρήνη επιστρέφει πίσω στις 15 Ιουλίου και θυμάται ότι ήταν σπίτι με τον άνδρα της και άκουσε φασαρία. Όταν βγήκε έξω της είπαν ότι έγινε πραξικόπημα.
 
«Θκυό μέρες πριν το πραξικόπημα είδα όνειρο ότι ήρτε ο Αρχιεπίσκοπος τζιαι εστάθηκε που πάνω στην τζεφαλαρκά του κρεβαθκιού μου τζιαι είπε μου “Ειρήνη, πιάσε τη μαντία μου τζιαι κράτε τη”. Λαλώ του “μα εν βαρετή, που να τη σώσω” τζιαι λαλεί μου “τη μισή βάρτη πάνω στην καρέκλα τζιαι τη μισή κράτε την” τζιαι εχάθηκε. Εγώ εξύπνησα τζιαι εν το είπα κανενού. Είπα το μόνο την ημέρα του πραξικοπήματος. “Μα για τζίνο ήρτε ο Αρχιεπίσκοπος τζιαι είπε μου να κρατώ τη μαντία του”. Όταν το ελάλουν της γειτόνισσας, είπε μου “εν που εν να πιάσει την μισή Κύπρο ο Τούρκος και η μισή να μείνει ελεύθερη”.
 
Την ημέρα της εισβολής ο κόσμος έφεφκε, ακούαμε και τα αεροπλάνα. Εμείς εμείναμε έσσω. Ο πεθερός μου, όταν άκουσε τα νέα, έπαθε εγκεφαλικό. Που ήταν να πάμε; Ο παπάς επήε να φκάλει ένα πρόχωμα, τζιαμέ στην εκκλησιά. Τα μωρά ήθελαν να παν να δουν το πρόχωμα, αλλά εν μας άφηνε ο άντρας μου. Όταν έφυε επίαμε που πίσω του να δούμε το πρόχωμα. Μόλις άκουσε αεροπλάνα η γειτονιά εβούρησε στο πρόχωμα τζιαι εμπήκε ούλλη τζιμέσα. Ήρτε ένας στρατιώτης τζιαι λαλεί μας “μα ήντα που κάμνετε ούλλοι δαμέσα; Να πάτε έσσω σας τζιαι είδε σας αεροπλάνο δαμέσα εν να σας σκοτώσει ούλλους”.
 
Εφκήκαμε που το πρόχωμα τζιαι επιάσαμε τα μωρά τζιαι επήαμε σε ένα περβόλι τζιαι εμείναμε κάτω που τις πορτοκαλιές. Τα αεροπλάνα επηένναν τζιαι έρκουνταν. Λαλώ του άντρα μου “σήκου πάνω, να πιάμε τα μωρά μας να πάμε έσσω μας τζιαι αν εν το τυχερό μας να μας πιάσουν οι Τούρτζοι εν να μας πιάσουν”. Έπιασα τα μωρά μου τζιαι ήρτα έσσω μου.
 
Στην δεύτερη εισβολή εφύαμε. Μετά την πρώτη εισβολή ήρτε ο αρφός μου που τη Σκυλλούρα. Η γυναίκα του ήθελε να φύει, επειδή είπαν τους εμπήκαν Τούρτζοι στο χωρκό. Εμπήκαμε στο αμάξι, έπιασα τζιαι τα μωρά μου τζιαι επήαμε στην Κάτω Μονή.
 
Ανοίξαν τα σχολεία, η Μαρία τζιαι η Ελένη εκάμαν μία εφτομάδα στο σχολείο τζιπάνω, αλλά μετά έπιασα τα μωρά μου τζιαι ήρταμε έσσω μας. Είπα του άντρα μου “ας πιάσουμε τα μωρά μας, να πάμε έσσω μας να τα λούσουμε τζιόλας τζιαι να λουθούμε τζιαι εμείς, τζιαι να πάμε στο μποστάνι μας”. Επήε στον καφενέ ο Γιώργος τζιαι ήρτε έσσω τζιαι είπε μου “άνου πάνω να φύουμε τζιαι άκουσα ότι εμπήκαν οι Τούρτζοι στο χωρκό, να φύουμε”. Απάντησα του “ηντά μόλις εμπήκαν οι Τούρτζιοι εν να έρτουν έσσω του Πετρή του Σκόρτου να πιαν τον γιο του, τη γυναίκα του τζιαι τις κόρες του;”.
 
Επιάσαμε τα κοπελλούθκια, με τις παντόφλες τζιαι επήαμε στην Ορούντα. Εβρέθηκε ένας τζιαι λαλεί μας “έχω ένα στάβλο δαμέ, να τον καθαρίσετε, να μείνετε”. Λαλώ του άντρα μου “εγώ εν καθαρίζω στάβλο να μείνω. Για εν να με πάρεις τζιπάνω που έχουμε τα πράματα μας, για εν να πιάσω τη στράτα να πάω μόνη μου”. Επήαμε τελικά. Εμείναμε ένα μήνα τζιαι μετά ήρταμε έσσω μας».
 
«Η γιαγιά μου εκάθετουν χαμέ τζιαι ετράβαν τα μαλλιά της για τον εγγονό της που εσκοτώθηκε»
Ήταν εννιά χρονών η Άννα Κυπριανού όταν έγινε η πρώτη εισβολή. Στις 5:30 το πρωί, όταν ξεκίνησαν οι βομβαρδισμοί, βρισκόταν με τον αδελφό της στην βρύση του σχολείου, όπου πήγαν να γεμίσουν τα παγούρια με νερό.
 
«Εσηκωθήκαμε στις 5:00-5:15 το πρωί για να πάμε να γεμώσουμε. Στις 5:20 έφκηκε ένας άνθρωπος, που το σπίτι του ήταν κοντά στη βρύση τζιαι είπε μας “ήντα που εν τούτο που ακούεται; Γίνεται πόλεμος;”. Ξαφνικά εβουρήσαν ούλλοι να παν στο σπίτι μας, επειδή ήταν σε ύψωμα, για να δουν τι συμβαίνει. Εμείς εκλαίαμε, επειδή εβουρούσαν προς το σπίτι μας τζιαι εν ηξέραμε τι έγινε. Επήαμε και εμείς σπίτι μας, ήταν όλοι τζιαι εθωρούσαν κάτω στον Πενταδάκτυλο, στη Λευκωσία. Εβλέπαμε τα αεροπλάνα που εβομβαρδίζαν. Ο παπάς μου έκοψε στο αεροδρόμιο της Λευκωσίας, ήρτε σπίτι με το αυτοκίνητο του. Ήθελε να πάει να πολεμήσει αλλά η μάμα μου εκράτησε τον πίσω επειδή εν είχε στρατόπεδο να γραφτεί.
 
Στην Αγία Μαρίνα ήρταν οι πρόσφυγες της δεύτερης εισβολής. Ήρταν τζιαι οι θείοι μας που τη Λευκωσία και εφιλοξενήσαμε τους. Εφιλοξενήσαμε τζιαι κάποιους στρατιώτες που έχασαν τις ομάδες τους. Εγέμισε το χωρκό με πρόσφυγες. Τα λεωφορεία ήταν γεμάτα κόσμο, ακόμα τζιαι  πάνω στην οροφή. Ακόμα τζιαι τα άχτιστα σπίτια, που απλά είχαν πουπάνω τούβλα, εγεμώσαν, ερκετούν ο Ερυθρός Σταυρός τζιαι έφερνε φαή στους πρόσφυγες κάθε μέρα. Η μάμα μου εζήμωνε ψωμιά κάθε μέρα τζιαι έπερνε σε όσους ήταν κοντά.
 
Μια μέρα, κατά τη δεύτερη εισβολή, επήαμε να γεμώσουμε με την αρφή μου τζιαι μια μιτσιά πρόσφυγα, νερό από τη βρύση στο σχολείο, που ήταν γεμάτο πρόσφυγες. Επεράσαν τα αεροπλάνα για να παν να βομβαρδίσουν την Παναγιά το στρατόπεδο, που ήταν πάνω στα βουνά, αλλά εν το ήβραν και επήαν στην Πάφο. Ο παπάς μας είπε μας τι να κάμουμε όταν περάσουν τα αεροπλάνα που πάνω μας, να ππέσουμε, δηλαδή, χαμέ τζιαι να βάλουμε που πάνω στην κεφαλή μας τα χέρια μας, με τους αγκώνες μας χαμέ. Ούλλοι οι άλλοι επήαν κάτω που τα δεντρά τζιαι εχωστήκαν. Εμείς, εππέσαμε χαμέ τζιαι ετσιλλούσαμε τζιαι τη μιτσιά χαμέ να μεν σηκωστεί. Οι άλλοι εφωνάζαν “τα μωρά, τα μωρά”.
 
Δεν είχαμε τις τραγωδίες που είχαν οι πρόσφυγες. Εζήσαμε τζιαι εμείς τον πόλεμο όμως. Μέσα στο Σεπτέμβρη, εβάλαν με να ζωγραφήσω η μάμα μου, επειδή επαρακολουθούσε τις ειδήσεις τζιαι εζωγράφησα αεροπλάνα που ερύφκαν αλεξιπτωτιστές. Έμεινε μας τζιαι εμάς ένα στίγμα της εισβολής. Εχάσαμε τζιαι συγγενή στον πόλεμο. Ο ξάδελφος μου τζιαι θυμούμαι τη γιαγιά μου που εκάθετουν πάνω στις πέτρες τζιαι ετράβαν τα μαλλιά της τζιαι έκλαιε για τον εγγονό της. Άλλη θεία μου εφύρνετουν που επιάστηκε εγκλωβισμένος ο γιος της, στην Άσια».
 
«Όταν ήρτε ο θείος μου που ήταν αιχμάλωτος, ήταν παραπάνω που το παναήρι»
Η Πετρούλλα Παπαχριστοφόρου ήταν τριών χρόνων όταν έγινε η εισβολή. Μπορεί να μην θυμάται πολλά, ωστόσο οι ιστορίες που άκουγε από εκείνες τις ημέρες, έμειναν ανεξίτηλες στο μυαλό της.
 
«Στην τουρκική εισβολή ήμουν τριών χρόνων, εν θυμούμαι και πολλά πράγματα, αλλά θυμούμαι χαρακτηριστικά όταν ακούαν αεροπλάνα οι δικοί μου, η μάμα μου, ο παπάς μου, οι θείοι μου, οι θείες μου, επιάνναν με, με το πιπερό και επηένναμε στο αυλάτζι, έξω από το σπίτι μας, μέχρι να φύουν οι Τούρκοι. Έτσι μωρό που ήμουν, άκουα τον θόρυβο και έκλαια. Άκουα και τη θεία μου που έκλαιε και ελάλουν της “γιατί κλαίεις;”. “Μαραζώνω το Μελή μας”, ελάλε μου “που επιάστηκε αιχμάλωτος”.
 
Εφύγαμε από το σπίτι μας και επήαμε στο Ξυλιάτο στη δεύτερη εισβολή. Εμείνησκα με τη γιαγιά μου επειδή οι γονείς μου έρχονταν στην Περιστερώνα που είχαμε ζώα και χωράφια. Ο παπάς μου ήταν γεωργός.
 
Ο αδελφός της μάμας μου, ο μικρός, είχε πιαστεί αιχμάλωτος. Ήρτε μέσα στους τελευταίους, στο τέλος του Οκτώβρη. Η αγωνία ήταν πάρα πολλή, άκουαν συνέχεια τις ειδήσεις στο ραδιόφωνο, ακούαν τα ονόματα και άκουαν ότι τις τάδε του μήνα εν να έρτουν τούτοι οι αιχμάλωτοι. Ώσπου εν ακούαν το όνομα του, αγωνιούσαν παραπάνω. Ήρτε μέσα στους τελευταίους και τζιαμέ στο σπίτι τους, την ημέρα που ήρτε ήταν παραπάνω που το παναήρι. Ο κόσμος εμαζεύτηκε για να τον δει».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: 

Για να σχολιάσετε κάντε κλικ εδώ
 
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Πίσω στην αρχή της σελίδας