Δευτέρα 13 Ιουλ, 2020 | Επικοινωνία
trans gif

«Μιτσιοί ήμασταν δυστυχισμένοι... Ήταν ο γάδαρος, τζιαι τζοιμούμασταν δίπλα του»

  23/02/2020 07:07
«Μιτσιοί ήμασταν δυστυχισμένοι... Ήταν ο γάδαρος, τζιαι τζοιμούμασταν δίπλα του»

«Μιτσιοί ήμασταν δυστυχισμένοι... Ήταν ο γάδαρος, τζιαι τζοιμούμασταν δίπλα του»

  23/02/2020 07:07
Από παιδί, ζούσε μέσα στη φτώχεια και στη στέρηση. Στα 15 έφυγε από το σπίτι του. Στα 20 αποφάσισε να γραφτεί στην ΕΟΚΑ και να αγωνιστεί για την απελευθέρωση της πατρίδας. Στον πόλεμο του 1974, περνούσαν τα τουρκικά αεροπλάνα από πάνω του, καθώς έτρεχε να φτάσει στο σπίτι του.
 
Μιλώντας στον REPORTER ο Σταυρής Κυπριανού, από την Αγία Μαρίνα κάνει μια αναδρομή στο παρελθόν και θυμάται τα παιχνίδια στους δρόμους, τη δουλειά στη Λευκωσία, αλλά και τον αγώνα  στην ΕΟΚΑ.
«Που ήμασταν μιτσιοί ήμασταν πολλά δυστυχισμένοι. Το σπίτι μας ήταν ίσια με μια κάμαρη τζιαι ήταν ασιερωνάρι μαζί. Ήταν ο γάδαρος, τζιαι εππέφταμε τζιαι εμείς. Θυμούμαι μια περίπτωση που η μάνα μας έβαλε σταφύλι πάνω στα βολίτζια για να το πάρει τα Φώτα στην εκκλησία. Εγώ με τις αδελφές μου εππέφταμε που κάτω, τζιαι εθωρούσαμε το τταβάνι τζιαι το σταφύλι. Εζητήσαμε που τη μάνα μας να μας κατεβάσει λλίο να φάμε, τζιαι είπε μας “εν να το πάρω να το βαφτίσω, εν θα σας κατεβάσω”. Εμείς εξεκινήσαμε να λαλούμε “μακάρι να ππέσει, μακάρι να ππέσει”.  Τζιαι έππεσε. Λαλεί μας, τότε η μάνα μας, “φάτε το”».
 
«Επιάνναμε τη φούσκα του σιοίρου τζιαι εκάμναμε τη μάππα»
Τότε, τα παιδιά έβγαιναν στους δρόμους και έπαιζαν, δεν έμεναν κλεισμένα μέσα στο σπίτι. Δεν είχαν  παιχνίδια... Είχαν μόνα όσα μπορούσαν να φτιάξουν.
 
«Επαίζαμε πιριλιά τζιαι σκατούλικα στο σχολείο. Επαίζαμε μες τους δρόμους με μάππαν που εκάμναμε με τα ρούχα. Κάθε φορά που ήταν γιορτές τζιαι εσφάζαν τον σιοίρο, επιάνναμε τη φούσκα του τζιαι εκάμναμε τη μάππα. Το 1950 γράφτηκα στην Ομόνοια. Εγώ και άλλοι δύο χωρκανοί. Επαίζαμε τζιαμέ που εν το «ΌΧΙ» τωρά. Όπως επαίζαμε, έφεφκε μας η μάππα που τα τείχη και ήταν άλλοι χωρκανοί που μας την επιάναν και επιένναν στην Παλλουρκώτισσα. Ιδρύσαμε και τη Νέα Γενεά το 1954 στην Αγία Μαρίνα. Το 1954 επαίξαμε με το Τσέρι τζιαι ενικήσαμε».

«Έφυγα από σπίτι μου χωρίς να το ξέρουν οι γονείς μου»

Στα 15 του, αποφάσισε να φύγει από το σπίτι του, επειδή τσακώθηκε με την αδελφή του.

«Εμάλλωσα με την αδελφή μου τη Ζηνοβία, επειδή εν μου εσιέρωσε το πουκάμισο. Έφυα που το σπίτι τζιαι επήα περπατητός στη Χώρα. Έκαμα τρεις ώρες να πάω που την Αγία Μαρίνα στην Περιστερώνα. Ώσπου να φτάσω Λευκωσία, ενύχτωσε. Στην Λευκωσία, επήα να έβρω δουλειά τζιαι για τρεις ημέρες, εμείνισκα μέσα στους στάβλους.  Στις τρεις ημέρες, ήβρα δουλειά στον Άνθιμο, που ήταν που τα Λιβάδια. 

Επήα και ήβρα ένα χτίστη στην Ακρόπολη, ήταν ο μακαρίτης ο Γιαννής τζιαι τούτος που τα Λιβάδια. Έβαλε με να ανοίξω ένα λάκκον, αλλά εν μου άρεσε. Το μεσημέρι τζιήνης της ημέρας, είπα του μάστρου να γίνω χτίστης. Εδιούσεν 8 σελίνια την ημέρα στους χτίστες και στο τέλος εσυμφωνήσαμε να μου διά 5 σελίνια για να πάω να μάθω να χτίζω. 

Στην Αγία Μαρίνα μπορεί να έκαμα και μήνα να επιστρέψω. Οι δικοί μου εν τζιαι εξέραν που ήμουν. Εμάθαν το μετά που ένα μήνα. Εν εμπορούσαν να μάθουν. Την ημέρα που επήα σπίτι, ενομίζαν ότι ήρτε Θεός».

Ο αγώνας της ΕΟΚΑ
Στις 28 Οκτωβρίου 1955 αποφασίζει να εγγραφεί στην Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών.
 
«Το 1955 αποφάσισα να γραφτώ στην ΕΟΚΑ. Ήρτα στην Αγία Μαρίνα, εβρέθηκα με έναν άλλο χωρκανό, τον Ανδρέα Παπακυριάκου και είπαμε να γραφτούμε στην ΕΟΚΑ. Ένας επιστάτης, που έσαζε τους δρόμους και ήταν που τον Άη Γιάννη του Αγρού, έφυε αντάρτης τζιαι εσκεφτήκαμε να πάμε να τον έβρουμε. Επιάσαμε τα μονοπάτια, που μέσα στο δάσος και επήαμε. Εν τον ήβραμε, αλλά ερωτήσαμε και ήβραμε το γιο του. Είπε μας “εν ηξέρω που εν ο παπάς μου”. Εφύαμε. Όταν ήρταμεν στο χωρκό, επλησιάσαν μας άλλοι χωρκανοί τζιαι είπαν μας να γραφτούμε στην ΕΟΚΑ. Επλησίασε με, συγκεκριμένα, ο Ανδρέας Βενιζέλος και έφερε μου τον όρκο της ΕΟΚΑ, για να ορκιστώ. Επήαμε στον παπά-Νεόφυτο και όρκισε μας στις 28 Οκτωβρίου του 1955. Ήταν πολλά δύσκολο να γραφτεί κάποιος στην ΕΟΚΑ, επειδή έπρεπε να ήσουν Χριστιανός και πατριώτης. Θα έπρεπε να δείξεις έργα για να σε γράψουν στην ΕΟΚΑ».
 
Η πορεία για τον Πολύστυπο και η παγίδα που τους έθεσε σε συναγερμό
«Όταν εγράφτηκα στην ΕΟΚΑ, ειδοποιήσαν μας να πάμε στον Πολύστυπο και θέλουν μας. Εφύαμεν που την Αγία Μαρίνα, γύρω στις 5:00 το απόγευμα και επήαμεν στον Πολύστυπο περπατητοί, μέσα στα δάση. Επήαμε τζιαι ήβραμεν τον Αυξεντίου. Εδώσαν μας τέσσερα κυνηγετικά όπλα, ένα αυτόματο και ένα πιστόλι να τα φέρουμε στην Αγία Μαρίνα.

Εξεκινήσαμε φορτωμένοι να έρτουμε, τα μεσάνυχτα. Όπως ερκούμαστε που μέσα στο δάσος, ο Βενιζέλος επιάστηκε σε μια παγίδα για λαούς. Επιάστηκε το πόδι του και ενομίσαμε ότι επιάσαν μας οι Εγγλέζοι και εβοηθήκαμε. Εφκάλαμε το πόδι του και ήρταμε στην Αγία Μαρίνα».

 
Η μάχη του Μιτσερού
«Σημαντική μάχη ήταν τζίηνη του Μιτσερού, που επιάσαμε τους δυναμίτες που μέσα στο μεταλλείο. Η δουλειά μου για την οργάνωση ήταν να φκάλλω τους δυναμίτες που το μεταλλείο, στο οποίο εδούλεφκα. Ήξερε το και ο διευθυντής του μεταλλείου και οι επιστάτες ότι η δουλειά μου ήταν τούτη. Κανένας εν εμπορούσε όμως να μου πει τίποτε. Οι δυναμίτες ετροφοδοτούσαν ούλλη την οργάνωση, σε ούλλη την Κύπρο.

Οι Εγγλέζοι ήταν μέσα στα αντίσκηνα τζιαι εγλέπαν το μεταλλείο. Αποφασίσαμε τζιαι εκάμαμε μια στρατιωτική μάχη με τους Εγγλέζους, εν εδιάρκησε πολλές ώρες, ήταν περίπου μια ώρα η επίθεση που εκάμαμε. Αλλά οι σφαίρες εππέφταν βροσιή».

Η προδοσία και το κέρφιου στην Αγία Μαρίνα
«Όταν ήμασταν στην Αγία Μαρίνα, ήμασταν 17 αντάρτες, ένας εγώ 18 και ένας ο Βενιζέλος 19. Εμείναμε μια εβδομάδα τζιαι μετά ο ομαδάρχης μας, που ήταν ο Νίκος Κόσιης, εχώρησε μας. Επήαν 4 στην Κάτω Ζώδια και επιάσαν τους. Εμαρτυρήσαν πως ήταν που την Αγία Μαρίνα, ήρτεν ο στρατός και επέβαλε κέρφιου. Εγώ ήμουν στο κρησφύγετο με άλλους 7, μαζί και με το Βενιζέλο. Εφύα που το κρησφύγετο η ώρα 5 το πρωί και επήα δουλειά. Πενήντα μέτρα που τον δρόμο, άναψε ο προβολέας και επαρακολουθούσαν οι Εγγλέζοι. Έππεσα σ' ένα μονοπάτι μέσα στο δρόμο τζιαι επήα στο κρησφύγετο. Είπα τους ότι η Αγία Μαρίνα είναι σε κέρφιου.

Εξεκινήσαμε να πάμε στο Ποτάμι. Εγίνηκε μεσημέρι να φτάσουμε. Επεινάσαμε τζιόλας, ήμασταν νηστιτζιοί. Το κρησφύγετο εκλείσαμεν το και εφύαμεν, εν επιάσαμεν τίποτε μαζί μας. Στο Ποτάμι που επήαμεν είπα τους “ρε παιδκιά, έχω μιαν αδελφή δαμέ, να πάω να μας φέρω κάτι να φάμε”. Έφυα και επήα στην αδελφή μου. Είπα της την ιστορία και είπα της "σάσε μας μια τσάντα να πάρω να φάμε". Έβαλε μας πέντε-έξι χαλούμια, ένα-δύο ψωμιά και έφυα. Την ώρα που επέστρεφα, επήεννα αντίθετα του ποταμού. Τα κοπέλια ήταν μέσα στον ποταμό και εκρατούσαν τις κκελάες τους. Που πάνω που τον ποταμό, ένας γέρος ήθελε να βάλει πατάτες στο χωράφι του. Έφκαλλε πέτρες και έσυρνεν τες μέσα στον ποταμό. Έσυρνε τους τις πέτρες.

Όταν επέρασα που την άλλη πλευρά, εθώρουν τους και επερίμενα τους, αλλά εν έρκουνταν. Εστράφηκα πίσω τζιαι ερώτησα τους “ρε κοπέλια, εν να μείνετε να σας σκοτώσει;”. Επήαμε τζιαι ήβραμεν τον. Ήταν με τη γυναίκα του τζιαι την κόρη του. Μόλις μας είδε οπλισμένους εφοήθηκε, επιάστηκε η φωνή του τζιαι εν εμίλαν. Η γυναίκα του εν εφοήθηκε και εμίλαν. Εκατάλαβε ότι είμαστε της ΕΟΚΑ. Ο ομαδάρχης μας, έδωκε του δύο-τρεις πάτσους για να τον συνεφέρει. Έδωκε μας τζιαι τη βάττα με το νερό, εκάτσαμεν τζιαι εφάαμεν».
 
Η επιστροφή και η παραμονή στην Αγία Μαρίνα μέχρι το τέλος του αγώνα
«Τη νύχτα, επερπατήσαμε που το Ποτάμι και εφτάσαμε έξω που το Ξυλιάτο. Εκάτσαμε τζιαμέ τζιαι εστείλαμε ένα μιτσή στην Αγία Μαρίνα, για να μάθουμε τι έγινε. Εστείλαμεν να μάθει ποιους γυρέφκουν στην Αγία Μαρίνα. Εμάθαμε τελικά, πως μόνο τον Ανδρέα Βενιζέλο εγυρέφκαν. Εστράφηκα πίσω, αντί να μείνω αντάρτης. Έμεινα υπεύθυνος της Αγίας Μαρίνας».

Η ζωή μετά την ΕΟΚΑ και το 1974
Μετά το τέλος του αγώνα, ο Σταυρής παντρεύτηκε με τη Φοινικού Σταύρου, από τα Λιβάδια της Πιτσιλιάς και έκαναν τέσσερα παιδιά. Όταν έγινε η τουρκική εισβολή, τον βρήκε στο αεροδρόμιο Λευκωσίας.
 
«Το 1974 ήθελα να πάω στον πόλεμο, αλλά εν επήα, επειδή είχα οικογένεια. Όταν έγινε το πραξικόπημα και ο πόλεμους, εδούλευκα στο αεροδρόμιο της Λευκωσίας. Όταν έγινε ο πόλεμος, τη νύχτα είχαμε πολλή δουλειά τζιαι όταν ετελείωσαμεν έππεσα σε ένα αμαξούι τζιαι ετζοιμήθηκα. Εβομβαρδίζασιν το αεροδρόμιο οι Τούρκοι τζιαι εμείς ήμασταν μέσα. Όταν το έμαθα, εσηκώθηκα, είπα του σύγαμπρου “έμπα μέσα στο αυτοκίνητο” τζιαι εφύαμε. Η ώρα 6:00 έφυα. Την ώρα που ερκούμασταν στην Περιστερώνα, τα αεροπλάνα επετούσαν που πάνω μας, τέλεια που πάνω που τα σπίτια, τα αεροπλάνα με τους αλεξιπτωτιστές. Μετά τον πόλεμο, η Αγία Μαρίνα είχε 3,000 πρόσφυγες. Στο σπίτι μας εμείναν τζιαι τρεις στρατιώτες, που εχαθήκαν που την ομάδα τους και εβρεθήκαν στην Αγία Μαρίνα».
 
Η διαφορά του τότε με το σήμερα
Μετά τον πόλεμο η ζωή, ήταν δύσκολη. Υπήρχε φτώχεια, τα λεφτά ήταν λίγα. Μπορεί να μην έφυγαν από το σπίτι τους, αλλά ζούσαν τις επιπτώσεις της εισβολής. Δυσκολεύτηκαν να σταθούν στα πόδια τους, αλλά τα κατάφεραν. Τα παιδιά του παντρεύτηκαν και έκαναν δικά τους παιδιά.

«Η ζωή σήμερα έχει πολλή διαφορά από τότε. Εν μπορείς να συγκρίνεις το τότε με τη σημερινή κατάσταση. Αν έπρεπε να επιλέξω, θα επέλεγα το σήμερα. Τότες, ήταν πολλά δύσκολα με τη φτώσιεια. Εδούλεφκα για πέντε σελήνια το μήνα τζιαι εν εφκαίναμε. Σήμερα εν πολλά καλύττερα τα πράματα». 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: 

Για να σχολιάσετε κάντε κλικ εδώ
 
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Πίσω στην αρχή της σελίδας