Πέμπτη 6 Αυγ, 2020 | Επικοινωνία
trans gif

ΒΙΝΤΕΟ: Η γιαγιά Μαρούλλα ετών…101-Τρίγλωσση και από τις πρώτες τηλεφωνήτριες

Νατάσα Χριστοφόρου  10/01/2020 06:49
ΒΙΝΤΕΟ: Η γιαγιά Μαρούλλα ετών…101-Τρίγλωσση και από τις πρώτες τηλεφωνήτριες

ΒΙΝΤΕΟ: Η γιαγιά Μαρούλλα ετών…101-Τρίγλωσση και από τις πρώτες τηλεφωνήτριες

Νατάσα Χριστοφόρου  10/01/2020 06:49
Σ’ όλη τη διαδρομή προς το σπίτι της στην περιοχή Αμερικανικής Ακαδημίας στη Λάρνακα, σκεφτόμουν τι θα τη ρωτήσω. Μου είπαν ότι έχει πλήρη διαύγεια, αλλά και πάλι διερωτάσαι, πόσα να θυμάται μια γιαγιά που έζησε πάνω από έναν αιώνα; Εγώ δεν θυμάμαι τι έφαγα χθες.
 
Το πρώτο που μου ήρθε να ρωτήσω, όπως είθισται άλλωστε, όταν παίρνεις συνέντευξη από μία γιαγιά 101 χρόνων, ήταν το μυστικό της μακροζωίας της.  Αυτό που ήλπιζα, όμως, ήταν να θυμάται ακόμη, την εποχή που ήταν τηλεφωνήτρια. Αυτό, άλλωστε, μας οδήγησε στο κατώφλι της. Tο γεγονός ότι ήταν από τις πρώτες τηλεφωνήτριες της Κύπρου κι από τις ελάχιστες γυναίκες της εποχής της, που κατάφεραν να μπουν στην αγορά εργασίας.
 
Φεύγοντας και αφότου μιλούσαμε επί σχεδόν δύο ώρες, διαπίστωσα ότι λίγο έλειψε να ξεχάσω να ρωτήσω το μυστικό της μακροζωίας της. Κι αυτό, επειδή θυμόταν με απίστευτες λεπτομέρειες όλες τις πτυχές της ζωής της.
 
Η κυρία Μαρούλλα Λάμπρου από τη Λάρνακα, είναι μια γυναίκα που ήταν και παραμένει, μπροστά από την εποχή της. Μεγάλωσε φτωχικά, αλλά αποπνέει ακόμη και τώρα στα βαθειά γεράματα, έναν αριστοκρατικό αέρα. Ήθελε να γίνει θεατρίνα, αλλά δεν το επέτρεπε η εποχή, έσκιζε τα ποιήματά που έγραφε, επειδή δεν το επέτρεπε η εποχή, σταμάτησε να δουλεύει, επειδή δεν το επέτρεπε η εποχή.
 
Δεν τα έβαλε, όμως, ποτέ κάτω. Μιλά τρεις γλώσσες, ελληνικά, αγγλικά και γαλλικά, στα 70 της αρθρογράφησε για τη θέση της γυναίκας στην Κύπρο, στα 94 της εξέδωσε την πρώτη ποιητική της συλλογή, μέχρι και πριν έξι μήνες διάβαζε ακατάπαυστα βιβλία, με το τελευταίο να είναι η Λυσιστράτη, ενώ έχει στο ενεργητικό της και σημαντικό φιλανθρωπικό έργο .
Μας υποδέχθηκε στο σαλόνι του σπιτιού της. Είχε μόλις γράψει ένα γράμμα για μια οικογενειακή τους φίλη, την Έλενα Κυριακίδου που έφυγε από τη ζωή, δύο ημέρες πριν την Πρωτοχρονιά. Μου το έδωσε και ζήτησε να το διαβάσω μεγαλόφωνα, αλλά μου είπε ότι δεν έχω το κατάλληλο ύφος. «Εγεννήθηκα και λίγο ηθοποιός. Θέλω ο άλλος να τα λέει όπως τα νοιώθω εγώ», υποδεικνύει και αρχίζει να το διαβάζει η ίδια. (βίντεο κάτω)

Μόλις διάβασε το αποχαιρετιστήριο γράμμα με το σωστό ύφος, η κ. Μαρούλλα Λάμπρου άρχισε να διηγείται άλλοτε με χιούμορ, άλλοτε με πόνο, άλλοτε με νοσταλγία την ιστορία της. Ο τρόπος που τη μεταφέρει, σε κάνει να είσαι κρεμασμένος από τα χείλη της και να μην θέλεις να τελειώσει ποτέ αυτή η κουβέντα.
 
«Γεννήθηκα τον Νοέμβριο του 1918 στη Λάρνακα. Φέτος έγινα 101ος χρόνων. Έφτασα τις Φοινικούδες μωρά».
 
Η φτώχεια και η βίτσα
«Αυτό που θυμάμαι τότε, ήταν η φτώχεια. Φτώχεια, φτώχεια, φτώχεια. Πηγαίναμε στο σχολείο, με ένα ζευγάρι παπούτσια που εβρέχονταν μες το χειμώνα. Δεν είχε άσφαλτο τότε, οι δρόμοι ήταν χώμα. Το συνάχι δεν μας έλειπε. Πήγα σχολείο στο Ευρυβιάδειο Παρθεναγωγείο. Διευθύντρια ήταν η κ. Παρασκευή Ιωάννου».
 
Αρχίζει να λέει ένα προς ένα τα ονόματα των δασκάλων της στο δημοτικό, τέλος τη δεκαετίας του 1920. Ήταν όλες δεσποινίδες. «Οι δασκάλες απαγορευόταν, τότε να παντρευτούν. Αν παντρεύονταν έπρεπε να σταματήσουν τη διδασκαλία. Σκέψου πόσο καθυστερημένος ήταν ο κόσμος, τότε. Απίστευτα πράματα», τονίζει εμφαντικά.
 
«Στη συνέχεια τέλειωσα το Παγκύπριο Εμπορικό Λύκειο, στη Λάρνακα. Ήμουν καλή μαθήτρια. Τέλειωσα το σχολείο το 1936.

«Δεν κατάγομαι από αριστοκρατική οικογένεια, αλλά ήταν οικογένεια που τύγχανε μεγάλου σεβασμού. Ο παπάς μου, ήταν από τη Μόρφου και είχε καφενείο, απέναντι από το Δικαστήριο Λάρνακας. Όλοι οι δικηγόροι και οι δικαστές, πήγαιναν να πιουν τον καφέ τους. Είχε έφεση στα γράμματα. Όταν μιλούσε νόμιζες ότι τέλειωσε πανεπιστήμιο. Ήταν πολύ αυστηρός.
 
Ήμασταν 9 παιδιά και ήθελε να μας σπουδάσει, επειδή τον παρότρυναν και οι δικαστές. Ήμασταν, όμως, πολύ φτωχή οικογένεια. Πόσες φορές πήγαινε ο παπάς μου στο σχολείο και έλεγε “θα την βγάλω από το σχολείο την Μαρούλλα, εν έχω ενάμιση σελίνι να πληρώσω το μήνα”. Στεναχωριούνταν οι καθηγητές και μου έκαναν χατίρι και πήγαινα ένα με δύο μήνες δωρεάν. Έτσι έγινε και με τις μικρές μου αδερφές και τα δύο αγόρια. Οι τρεις που ήταν πιο μεγάλες, πήγαν μέχρι το δημοτικό.
Πηγαίναμε ντυμένες στην τρίχα στο σχολείο, πίστευαν πως ήμασταν πλούσιες, αλλά ήμασταν πολύ φτωχές. Ξεκινούσαμε μισή ώρα πιο νωρίς να πάμε σχολείο, επειδή έβγαιναν οι γειτόνισσες να μας πουν καλημέρα και να μας πουν τι ωραία ντυθήκαμε. Φτάναμε στο δημοτικό με μισή ώρα καθυστέρηση. Η δασκάλα, ο θεός μακαρίσει την, έπιανε τη βίτσα και έδερνεν μας».
 
Μια από τις πρώτες τηλεφωνήτριες
Όταν τέλειωσε το γυμνάσιο, επίτευγμα για γυναίκα της εποχής της, η κ Μαρούλλα, πέτυχε κάτι ακόμη πιο σπάνιο. Βρήκε δουλειά και έγινε μία από τις πρώτες τηλεφωνήτριες της Κύπρου.
 
«Το 1936, ήταν για μένα μια καλή χρονιά, επειδή μόλις τέλειωσα το σχολείο, ανακοίνωσε η cable & wireless ότι ήθελε προσωπικό. Έβαλαν τα πρώτα τηλέφωνα στη Λάρνακα και είχαν και το τηλεγραφείο. Επειδή ήταν υπάλληλος κι ο αδερφός μου, με προσέλαβαν ως τηλεφωνήτρια.  Από την οικογένειά μου προσέλαβαν τέσσερα άτομα. Πάντα αυτές οι μεγάλες εταιρείες, ήθελαν να μην διαρρέουν τα μυστικά τους, ήταν και λίγο πριν τον β’ παγκόσμιο πόλεμο και υπήρχε αναβρασμός. Υπογράψαμε σύμφωνο εχεμύθειας. Δεν έπρεπε να λέμε αυτά που ακούγαμε στο τηλεφωνείο. Ο λόγος που έπαιρναν άτομα από την ίδια οικογένεια ήταν για να συζητούμε μεταξύ μας αν θέλαμε, αυτά που ακούγαμε.
 
Στο τηλεφωνείο είχε άλλες δύο γυναίκες μία Αρμενού την Αταλιάν και την Κλέο Σμιθ, η οποία ήταν κύπρια της Αγγλίας. Η Λάρνακα ολόκληρη είχε 128 τηλέφωνα. Πρώτα μπήκαν στη Λάρνακα τηλέφωνα και μετά στη Λευκωσία».
 
Την τσάκωσαν να κάνει δουλειά άντρα
«Εγώ έμεινα μόνο έξι μήνες στα τηλέφωνα. Δίπλα μας, υπήρχε ένα μεγάλο δωμάτιο που εργάζονταν όλο άνδρες που έστελναν τα τηλεγραφήματα.  Εγώ πήγαινα κρυφά στο δωμάτιο και μάθαινα σήματα μορς. Μια νύκτα, ήρθε ο Άγγλος ο διευθυντής και με τσάκωσε. Νόμιζα ότι θα μου πει “στο καλό” και εσκέφτουμουν τι θα ακούσω σπίτι, που πήγα να μάθω δουλειά που κάνουν μόνο οι άντρες. Αντί να μου πει φύγε, όμως, μου είπε ότι από την επομένη πιάνω δουλειά στο τηλεγραφείο. Κι επέρασα μία ζωή υπέροχη».
 
Περίμενε να δει το τηλεγράφημα να… «πετά» στην Αυστραλία
Το πρόσωπο της αστράφτει και αρχίζει να γελά δυνατά όταν θυμάται τα ευτράπελα της εποχής και την προσπάθεια του κόσμου να προσαρμοστεί με την τεχνολογία.
 
«Ο κόσμος, τότε ήταν τόσο αθώος. Επιάναν το τηλέφωνο ανάποδα και δεν μπορούσαν να μιλήσουν. Ελέαν μας “εν νεν καλό το τηλέφωνό σας εν χαλασμένο”.
 
Στο τηλεγραφείο τα ίδια και χειρότερα. Το τηλεγραφείο της Λάρνακας, ήταν το κέντρο της Κύπρου. Μια μέρα, ένας λεβεντόγερος από την Πάφο, τον θυμάμαι σαν να τον βλέπω μπροστά μου, λέει μου “Ρα κορού, θέλω να πέψω έναν τηλεγράφημα σιήψε να σου πω”. Εγώ επειδή είχα στο μυαλό μου τα λόγια της μάμας μου, ότι δεν πρέπει να αφήνουμε κανένα να μας κοντέψει, είπα του “Όχι, δεν σου κοντεύκω. Πε μου τι θέλεις και θα το γράψω”. Λαλεί μου “έπεψε μας ο γιος μας 300 λίρες, που την Αυστράλια και θέλω να τον ευχαριστήσω”. Έκαμα το τηλεγράφημα και του είπα ότι κάμνει 7,5 σελίνια. Τότε, ήταν μισό σελίνι η λέξη, για την Αυστραλία.  Είπεν μου “Να το πέψεις γλήορα”. Λέω του, “εν να πάει με τον ασύρματο, ώσπου να πάεις ποτζιή θα το στείλω”. Δεν ήξερα εγώ ότι ήταν να κάτσει έξω και να βλέπει τα σύρματα και να περιμένει να το δει να πάει. Μετά από δύο ώρες ήρθε μέσα και έκαμεν το τηλεγραφείο, ανάστατο. Εφώναζε,“είσαι ψεύτισσα, είπες μου εν να το στείλεις με τα σύρματα. Κόρη έσιει δκυο ώρες που είμαι έξω τζιαι θωρώ τα σύρματα και το χαρτί που μου έγραψες εν επέρασε που πάνω”. Που τις φωνές και τα γέλια, ήρθε ο διευθυντής. Εκτύπαν πάνω του που το γέλιο. Μόλις του εξήγησα ότι είπα ασύρματος και όχι σύρματα, ζήτησε συγνώμη».
 
Γελά με την ψυχή της και αλλάζει αμέσως ύφος, όταν θυμάται πως πέντε χρόνια αργότερα, έπρεπε να σταματήσει να δουλεύει.
 
«Έμεινα πέντε χρόνια στη δουλειά, μέχρι το 1941. Σταμάτησα επειδή θα παντρευόμουν. Δεν ήθελα να σταματήσω, αλλά ήταν δυνατόν στην εποχή μου, γυναίκα που έχει μωρά να εργάζεται; Έπιανα πιο πολλά λεφτά από τον άντρα μου, πέντε λίρες το μήνα, αλλά έπρεπε να σταματήσω. Ελυπήθηκα που σταμάτησα. Όταν έφυγα όλοι οι συνάδελφοι μου μου έστειλαν τηλεγράφημα το οποίο θυμάμαι. “Λυπούμεθα στέρησιν αγαπητής συναδέλφου, στοπ, σου ευχόμεθα όλοι, βίον ανθόσπαρτον».
 
Ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα
«Με τον άντρα μου τον Δημήτρη Λάμπρου, ο οποίος καταγόταν από την κατεχόμενη Λύση, πηγαίναμε στο ίδιο σχολείο. Ήταν μια τάξη πιο μεγάλος μου. Ήταν πανέξυπνος.

Περνούσε που το σπίτι μου και είδεν με. Τότε ήμουν 15 χρόνων. Ούτε που τον είδα. Τον πρόσεξε, όμως μια φίλη μου και μου είπε, ότι είναι για μένα που περνά. Ήταν τότε 17 χρόνων. Μπήκα στον πειρασμό να τον προσέξω. Θυμούμαι περνούσε που τη γειτονιά και οι γονιοί μου έκλειναν τις πόρτες, επειδή δεν ήθελαν να ακουστεί στη γειτονιά. Όμως, όλη η γειτονιά ήξερε και μας έλεγαν ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα. Όλοι χάρηκαν όταν αρραβωνιαστήκαμε. Εγώ ήμουν 19 και εκείνος 21». (γέλια)

Το «ρεζίλι» που δεν ήξερε να μαγειρεύει
«Μόλις παντρεύτηκα αφοσιώθηκα στο καθήκον να μάθω να μαγειρεύω. Μέχρι τότε δεν είχα πλύνει ένα μαντηλάκι. Κάθε μέρα επήεννα στη μάμα μου, για να που πει μια συνταγή. Έλεεν μου, “εσύ θα μας ρεζιλέψεις”.
 
Όταν έμαθα να κάμνω εντράδες (σημ. διεθνής όρος της γαστρονομίας για φαγητά που έχουν μαγειρευτεί στην κατσαρόλα), έκαμα τραπέζι και ενθουσιάστηκε, είπεν μου “ο μαθητής επέρασεν τον δάσκαλο“.
 
Ο άντρας μου άνοιξε μαγαζί και είχε ένα-δύο ψυγεία, μία-δύο σόπες και πουλούσε. Στην πορεία έκανε και εξαγωγές βότανα και μπαχαρικά. Κάναμε τρία μωρά με τον άντρα μου. Έχω 4 εγγόνια και ένα δισέγγονο, τη Μυρτώ».
 
Αποχαιρέτισε με τραγούδι τον σύζυγό της
«Τον έχασα πριν 7 χρόνια τον άντρα μου. Είχαμε μεγάλο σεβασμό ο ένας προς τον άλλο. Τραγουδούσαμε μαζί, συζητούσαμε τα πάντα και διαβάζαμε πολύ.  
 
Από τα ενενήντα μας, μιλούσαμε για το θάνατο. Στα 96 του μου είπε “μην πενθήσεις Μαρούλλα. Ζήσαμε μιαν πλήρη ζωή. Αξίωσεν μας ο Θεός να σπουδάσουμε τα παιδιά μας. Τι άλλο θέλουμε;” Την τελευταία του στιγμή εκλαίγαμε και του τραγουδούσαμε στο αυτί με την Μυρτώ (την κόρη της) τα τραγούδια που άκουγε».

Στα εκατόν της διάβασε ξανά τη Λυσιστράτη
«Είμαι περήφανη που σπουδάσαμε όλα τα παιδιά μας. Και τα τρία πήγαν πανεπιστήμιο. Όταν η Μυρτώ μου σπούδαζε φιλόλογος, όσα βιβλία διάβασε, σχεδόν όλα τα διάβασα και εγώ. Πριν από έξι μήνες, έγινα μαθήτρια πάλι, διάβασα επανάληψη τη Λυσιστράτη».

Συγνώμη, στα 100 σας διαβάσατε ξανά τη Λυσιστράτη;, ρωτώ έκπληκτη.

«Σε μετάφραση, όχι στα αρχαία», απαντά και διερωτώμαι αν κάνει πλάκα. Λες κι εάν ήταν στα αρχαία θα έκανε περισσότερη εντύπωση.

Έσκιζε τα ποιήματα της
«Έγραφα ποιήματα από μαθήτρια, αλλά ήμουν μεγαλωμένη σε μια πολύ αυστηρή οικογένεια. Εάν ανακάλυπτε ο παπάς μου τα ποιήματά μου, εν μπορείς να φανταστείς… Να ανακάλυπτε ο παπάς μου τα ποιήματά μου τα ερωτικά ή τα άλλα; Γι΄αυτό τα έσκιζα».

Τελειώνει και δείχνει την πρώτη ποιητική της συλλογή που εξέδωσε το 2013, στα 94 της χρόνια δηλαδή. Λέγεται «Κάλλιον αργά παρά ποτέ». Ανοίγει το βιβλίο και αρχίζει να απαγγέλλει. (βίντεο κάτω)

Ήθελε να γίνει θεατρίνα αλλά…
Η πρώτη της επαφή με το θέατρο, που είναι και το μεγάλο της απωθημένο, έγινε όπως διηγείται, το 1933. Δύο αδελφές, καθηγήτριες Γαλλικών, οι δεσποινίδες Κίκα και Φρόσω Σούντια, ίσως οι πιο λόγιες γυναίκες της εποχής τους, οι σπουδές των οποίων στην Ελβετία και τη Γαλλία, είχαν προκαλέσει «σκάνδαλο», ήθελαν να ανεβάσουν ένα μελόδραμα.
 
«Ήθελαν να δείξουν τη δουλειά τους ως καθηγήτριες. Τις έστειλαν οι γονείς τους στη Σορβόννη για να σπουδάζουν Γαλλικά. Έλεγαν του κόσμου τα λόγια τότε, ότι εγίναν έτσι, ότι εκάμαν το άλλο. Με αγαπούσαν επειδή είχα καλή προφορά στα γαλλικά. Με έβαλαν πρωταγωνίστρια. Για κάμποσο καιρό, δύο χρόνια περίπου, ήμουν η Σαντριγιόν (σταχτοπούτα).. Εκαταχειροκροτούσαν με. Εγώ, εν τω μεταξύ,
τότε δεν ήξερα Γαλλικά, αλλά είχα καλή προφορά».
 
Κάνει παύση και αρχίζει να τραγουδά στα γαλλικά. (βίντεο κάτω)

 
Το φεμινιστικό άρθρο στα 70 της
«Τη δεκαετία του 90 (ήταν πάνω από 70 χρόνων), έγραψα ένα άρθρο στον φιλελεύθερο και ήρθε η Κίκα Κασινίδου και μου πήρε συνέντευξη. Είχα διαβάσει για μια κοπέλα ηθοποιό και τα προτερήματά της. Στο άρθρο έγραφα ότι οι κοπέλες σε εκείνη την εποχή μόλις ζητήσουν κάτι γίνεται, ενώ εμείς δεν τολμούσαμε στην εποχή μου. Τους έγραψα “διάβασα το άρθρο σας και πραγματικά ένιωσα κάτι σαν ζήλεια μέσα μου, επειδή δεν μπόρεσα να εκπληρώσω το όνειρό μου λόγω των συνθηκών της ζωής”.
Θεωρείτο προστυχιά τότε να είσαι ηθοποιός. Ο  παπάς μου ο Χρήστος ο Καλησπέρας να δεχθεί να βγει η κόρη του στο πάλκο;».
 
«Πάντα έφταιαν οι γυναίκες»
Χαίρεστε που βλέπετε ότι οι γυναίκες, σήμερα, μπορούν να εκφράσουν ελεύθερα την άποψή τους;.
«Ναι χαίρομαι, επειδή ήμασταν δούλες εκείνο τον καιρό. Η θέση της γυναίκας καλυτέρευσε, απέχει παρασάγγας από τη δική μου εποχή. Η γυναίκα πλέον δεν φοβάται να μιλήσει. Λέει ευθαρσώς τη γνώμη της. Ενώ εμείς φοβόμαστε να μιλήσουμε. Πάντα έφταιαν οι γυναίκες, ότι και να γινόταν».
 
Ποιο είναι το μυστικό της μακροζωίας σας;
«Ανέκαθεν ήμουν λιτοδίαιτη. Πιστεύω, ότι είναι αυτό το μυστικό. Μεγάλωσα μέσα στη φτώχεια. Έτρωγα πάντα λίγο. Είμαι θρήσκος άνθρωπος αλλά όχι θρησκόληπτη. Πιστεύω, ότι αυτό είναι το θέλημά Του. Αυτή είναι η πεποίθησή μου».
 
Έτρωγαν σε τσίγκινα
Η κ. Μαρούλλα Λάμπρου, έχει και πλούσια φιλανθρωπική δράση.
«Από το 1957 και για 23 χρόνια, ήμουν ταμίας στο Δημοτικό Μέλαθρον Ευγηρίας. Με έβαλε η κ. Θεοδώρα Πιερίδου. Κάμναμε εράνους και αγοράζαμε πράγματα για τους τρόφιμους. Ετρώαν μες τα τσίγκενα του συμπυκνωμένου γάλακτος, τότε οι τρόφιμοι. Ήταν δύσκολες εποχές. Με έπιανε θλίψη όταν τα έβλεπα.
 
«Ήσαστε σπουδαία», της λέω κλείνοντας το κασετοφωνάκι.
 
«Εν είμαι τίποτε», απαντά άμεσα. Αν γνωρίσεις κόσμο και να συγκρίνεις, εν είμαι τίποτα. Έκαμα ότι εμπορούσα, όμως» λέει.
 
Την αποχαιρέτισα απρόθυμα, κυρίως επειδή ντράπηκα, αφού ήμουν δύο ώρες στο σπίτι της. Είχα τόσα πολλά άλλα να τη ρωτήσω.
 
Έχει τόση διαύγεια, αυτή η γυναίκα και ένα τόσο μεταδοτικό ενθουσιασμό για τη ζωή και τους ανθρώπους… Φεύγοντας σκεφτόμουν ότι μάλλον αυτό είναι το μυστικό της μακροζωίας της…
 
Πιο κάτω ένα σύντομο φιλμάκι με αποσπάσματα της συνέντευξης της κ. Μαρούλλας Λάμπρου

 
*Θερμές ευχαριστίες στον συγγραφέα Λούη Περεντό, που μας υπέδειξε ότι, η άγνωστη σε μας, ιστορία της κ. Μαρούλλας Λάμπρου, πρέπει να ακουστεί.  
 
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: 
Για να σχολιάσετε κάντε κλικ εδώ
 
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Πίσω στην αρχή της σελίδας