Δευτέρα 15 Αυγ, 2022 | Επικοινωνία
trans gif

H ανεξαρτησία των Ανεξάρτητων θεσμών και πώς λειτουργεί το σύστημα στην Κύπρο

  02/07/2022 06:50
H ανεξαρτησία των Ανεξάρτητων θεσμών και πώς λειτουργεί το σύστημα στην Κύπρο

H ανεξαρτησία των Ανεξάρτητων θεσμών και πώς λειτουργεί το σύστημα στην Κύπρο

  02/07/2022 06:50

To κύρος ενός θεσμού στην Κύπρο μπορεί να πληγεί με δύο τρόπους. Είτε μέσων αποφάσεων και συμπεριφορών των ανθρώπων που επιφορτίστηκαν με το χαρτοφυλάκιο που διαθέτει, είτε με επιθέσεις από άλλους θεσμούς του κράτους, που με τη στάση τους πριονίζουν την ανεξαρτησία και την ακεραιότητά του. Με όποιον από τους δύο τρόπους κι αν συμβεί, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο, αφού στο τέλος ο χαμένος είναι ο ίδιος ο θεσμός που πλήττεται και πλέον δεν μπορεί να εξυπηρετήσει τους σκοπούς που είναι ταγμένος.  

Τρανό παράδειγμα για το πώς ένας θεσμός μπορεί να πλήξει κάποιον άλλο αποτελεί η συνεδρία της περασμένης Πέμπτης της Ολομέλειας της Βουλής, όπου μεταξύ των θεμάτων που συζητήθηκαν ήταν η γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα σε σχέση με τον τίτλων των Βοηθών. Των Βοηθών του Γενικού Εισαγγελέα, του Γενικού Ελεγκτή και της Γενικής Λογίστριας. 

Κατά τη διάρκεια της συζήτησης που διεξήχθη με αφορμή σχετική τροπολογία του ΔΗΚΟ, θέμα για το οποίο αξίζει να σημειωθεί πως εκκρεμεί η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μετά την προσφυγή του Οδυσσέα Μιχαηλίδη, οι βουλευτές άθελα τους, έδωσαν αποκρυσταλλωμένη την εικόνα για το πώς πλήττεται από τρίτους ένας ανεξάρτητος και εξαιρετικά κρίσιμος θεσμός για την δικαιοσύνη, την ισονομία και γενικότερα τη εύρυθμη λειτουργία του κράτους, θεσμός. 

Όπως συμβαίνει συχνά στη Βουλή, η συζήτηση ξέφυγε από την ουσία και κατατέθηκαν διάφορες θέσεις και απόψεις, με μεγάλες δόσεις παρελθοντολογίας, αιχμές για πολιτικοποίηση του θεσμού του Γενικού Εισαγγελέα, καταγγελίες για ανικανότητα του τέως Γενικού Εισαγγελέα, καταγγελίες ότι οι γνωματεύσεις υιοθετούνται αλα κάρτ και άλλα πολλά. Το συμπέρασμα από τη συζήτηση, ήταν ουσιαστικά για περίπου 30 λεπτά ένας θεσμός, στην προκειμένη η Βουλή, να υποσκάπτει έναν άλλο θεσμό τη Νομική Υπηρεσία. 

Κάποιοι εκ των βουλευτών επιχείρησαν να πιστώσουν πολιτικά κίνητρα στον σημερινό Γενικό Εισαγγελέα, άλλοι καταφέρθηκαν προσωπικά εναντίον στον τέως, κάποιοι τρίτοι έκαναν λόγο για γνωματεύσεις κατά παραγγελία καθώς επίσης και για υιοθέτηση των γνωματεύσεων από την εκτελεστική εξουσία εκεί και όπου της συμφέρει. Η ουσία είναι όμως, πως όποιοι κίνητρο κι αν είχαν οι βουλευτές στις ομιλίες τους, χαμένη από τη συζήτηση στη Βουλή, είναι η Νομική Υπηρεσία και το κύρος της. 

Η ανεξαρτησία των Ανεξάρτητων Θεσμών

Ο θεσμός του Γενικού Εισαγγελέα είναι ένας από τους κορυφαίους θεσμούς. Με κάποιες συζητήσεις, όπως είναι η πιο πάνω που έγινε στη Βουλή, δικαίως ή αδίκως πλήττεται και ειδικά τα τελευταία χρόνια η Νομική Υπηρεσία βρέθηκε ουκ ολίγες φορές στο στόχαστρο. Μάλιστα, πρόσφατα, λόγω κάποιων αποφάσεων της, η Ειρήνη Χαραλαμπίδου εξέφρασε την πρόθεση για να ψηφιστεί Νόμος που θα προνοεί να ασκείται κοινοβουλευτικός έλεγχος στις αποφάσεις του Γενικού Εισαγγελέα.

Όλα τα πιο πάνω σταδιακά οδήγησαν τους πολίτες να γίνουν πιο δύσπιστοι μπροστά στις αποφάσεις και τις γνωματεύσεις της Νομικής Υπηρεσίας, όχι μόνο της παρούσας σύνθεσης αλλά και των προηγούμενων. Το ίδιο συμβαίνει και με άλλους θεσμούς, σε μια περίοδο μάλιστα που η συζήτηση για τη διαφθορά και τη διαπλοκή στην Κύπρο, βρίσκεται στο ζενίθ. 

Σε αυτό το πλαίσιο ήρθε μετά από πρωτοβουλία της Κυβέρνηση και η απόφαση της Βουλής να εγκρίνει τη σύσταση της Ανεξάρτητης Αρχής Κατά της Διαφθοράς και ο διορισμός του πρώτου Επιτρόπου, Χάρη Πογιατζή, καθώς και των μελών της από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, που αποτέλεσε το πιο πρόσφατο και παράλληλα το πιο γενναίο βήμα της Κύπρου για να καταπολεμήσει πρακτικές και νοοτροπίες που εδραιώθηκαν για χρόνια και σαν σαράκι κατασπάραξαν τις σάρκες της χώρας.   

Το ερώτημα ωστόσο που κατά καιρούς τέθηκε, αλλά παραμένει το ίδιο επίκαιρο και καυτό, είναι εάν η Κυπριακή Δημοκρατία ως ένα σύγχρονο κράτος, διαθέτει εκείνους τους μηχανισμούς και τις απαραίτητες δικλείδες ασφαλείας, έτσι ώστε να οδηγεί τους υπαίτιους σκανδάλων διαφθοράς και όσους καταχράζονται τη θέση τους ενώπιον της Δικαιοσύνης και να τους επιβάλλει τις πρέπουσες ποινές. Πρωτίστως όμως, για να επιτευχθεί αυτό, πρέπει να υπάρχει θέληση και αποφασιστικότητα, αφού η ιστορία έδειξε πως όσο πιο ψηλά βρίσκεται η διαπλοκή, τόσο πιο «δύσκολη» είναι η εξιχνίαση της υπόθεσης, δεδομένου ότι θα ανοίξει η υπόθεση και δεν παραμείνει στα συρτάρια. 

Πώς λειτουργεί το σύστημα στην Κύπρο 

Πώς λειτουργεί με απλά λόγια το σύστημα στην Κύπρο; Εάν σήμερα κάποιος θέλει να υποβάλει μια καταγγελία για διαφθορά, μπορεί να το πράξει είτε καταγγέλλοντας το στην Αστυνομία, είτε πλέον στην Ανεξάρτητη Αρχή κατά της Διαφθοράς. Αν αυτό το ζήτημα αφορά την Αστυνομία, μπορεί να το πράξει καταγγέλλοντας το στην Ανεξάρτητη Αρχή Ισχυρισμών και Παραπόνων της Αστυνομίας. Ακολούθως, όποια από τις πιο πάνω Αρχές λάβει την καταγγελία, αφού τη διερευνήσει και ετοιμάσει τον φάκελο της υπόθεσης με το μαρτυρικό υλικό, τον διαβιβάζει στη Νομική Υπηρεσία.

Σε περιπτώσεις όπου κάποιος ανεξάρτητος θεσμός εντοπίσει υπόθεση διαφθοράς ή ποινικά αδικήματα, όπως για παράδειγμα η Ελεγκτική Υπηρεσία, η Επίτροπος Διοικήσεως, η Επίτροπος Προστασίας του Παιδιού κτλ, αφού ετοιμάσει σχετική έκθεση, την διαβιβάζει επίσης στην Νομική Υπηρεσία.

Αυτό συμβαίνει και με τις διάφορες Ερευνητικές Επιτροπές, οι οποίες διορίζονται κατά κύριο λόγο από τον Γενικό Εισαγγελέα, ενώ στην Νομική Υπηρεσία καταλήγουν και τα πορίσματα ερευνώντων λειτουργών που μπορεί να διοριστούν από υπουργούς.

Σημειώνεται πως οποιοδήποτε πόρισμα εντοπίσει ποινικά αδικήματα, αφού εξεταστεί από την Νομική Υπηρεσία, στη συνέχεια δίνονται οδηγίες στην Αστυνομία για νέα έρευνα, η οποία αφού ολοκληρωθεί επιστρέφει στον Γενικό Εισαγγελέα, ο οποίος εξετάζει το μαρτυρικό υλικό και αποφασίζει τον περαιτέρω χειρισμό της. 

Συμπερασματικά, όποια έρευνα καταλήγει σε ποινικά αδικήματα, στο τέλος της ημέρας, ανεξάρτητα από την διαδρομή που ακολουθεί, καταλήγει στον εκάστοτε Γενικό Εισαγγελέα, ο οποίος είναι ο μόνος αρμόδιος για να αποφασίσει εάν αυτή θα προχωρήσει για να εκδικαστεί από τα Δικαστήρια, με την απόφαση του να μην υπόκειται σε οποιοδήποτε έλεγχο.

Είναι ένα θέμα που συχνά πυκνά παρουσιάζεται από διάφορους ως ζήτημα, με πιο πρόσφατο παράδειγμα την παρέμβαση της Ειρήνης Χαραλαμπίδου μόλις χθες, στην επιτροπή Ελέγχου της Βουλής, όπου ζήτησε εξηγήσεις και ένα αιτιολογικό για τον λόγο που ο Γενικός Εισαγγελέας αποφάσισε να κλείσει την υπόθεση για χρηματισμό μέλους της Αρχής Ραδιοτηλεόρασης από καναλάρχη. 

Πολύ συχνά, ειδικά τα τελευταία χρόνια, στην Κύπρο έφτασαν ενώπιον του Γενικού Εισαγγελέα πλειάδα υποθέσεων με άρωμα διαφθοράς και διαπλοκής. Άλλες οδηγήθηκαν ενώπιον της Δικαιοσύνης και οι ένοχοι τιμωρήθηκαν, άλλες οδηγήθηκαν στα Δικαστήρια αλλά για διάφορους λόγους κατέρρευσαν σαν χάρτινος πύργος, άλλες σύμφωνα με τη Νομική Υπηρεσία δεν στοιχειοθετούνται και έμειναν αρχειοθετημένες, ενώ κάποιες άλλες βρίσκονται ακόμα στο στάδιο της διερεύνησης.  

Στην ουσία, ο τελευταίος ο λόγος είναι στον εκάστοτε Γενικό Εισαγγελέα και ανεξάρτητα με το ποιος είναι σήμερα, ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί το σύστημα στην Κύπρο, με τις ιδιομορφίες της χώρας μας, βρέθηκε ουκ ολίγες φορές στο μάτι του κυκλώνα.

Παραδοσιακά στη θέση του Γενικού Εισαγγελέα διορίζονται δικηγόροι ή δικαστές. Όλοι εξ αυτών είχαν να επιδείξουν μια πλούσια σταδιοδρομία, η οποία χωρίς οι ίδιοι να το επιδιώξουν, κάποιες φορές μπορεί να μπαίνει τροχοπέδη στο έργο τους. Κι αυτό διότι υποθέσεις οι οποίες κλήθηκαν να διαχειριστούν, ήταν συνδεδεμένες με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, με το παρελθόν τους. Είναι για αυτό το λόγο, που στοίχημα για τον εκάστοτε Γενικό Εισαγγελέα είναι να αποδείξει πως εκτελεί τα καθήκοντα του στο ακέραιο, όποιος και αν είναι ο καταγγελλόμενος, από όπου και αν προέρχεται. Όπως για παράδειγμα στην περίπτωση του Κώστα Κληρίδη, που είτε συμφωνείς είτε διαφωνείς μαζί του, αποτελεί παραδεκτό γεγονός πως με την απόφαση του να διώξει τον ίδιο τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα και να έρθει σε ρήξη με τον ίδιο τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, κατάφερε να μείνει στην ιστορία.  

Επιπλέον το γεγονός ότι ο Γενικός Εισαγγελέας διορίζεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, σε πολλές περιπτώσεις δημιουργούσε αμφισβήτηση, ειδικά σε ότι είχε να κάνει με πολιτικά σκάνδαλα κτλ.

Το ζήτημα ωστόσο που αναδεικνύεται, μέσα από τον τρόπο λειτουργίας του συστήματος, είναι πως όλοι οι δρόμοι οδηγούν στην Νομική Υπηρεσία, η οποία μπορεί να ανατρέψει οποιοδήποτε πόρισμα ή υπόθεση, όπως έγινε σε διάφορες περιπτώσεις. Είτε δηλαδή να εντοπίσει ποινικά αδικήματα που δεν εντοπίστηκαν, είτε το αντίθετο. Από εκεί και πέρα, το σύστημα δεν διαθέτει άλλες δικλείδες ασφαλείας που να διασφαλίζουν τον έλεγχο των χειρισμών της υπηρεσίας, ώστε να μπορεί ένας άλλος θεσμός να ελέγξει μια απόφαση, ώστε να την επαναφέρει σε ορθή πορεία, σε περίπτωση που λανθασμένα πήρε διαφορετική τροπή. Αυτό φαίνεται να επιδιώκει το κόμμα της αντιπολίτευσης, το οποίο αναμένεται να καταθέσει σχετική νομοθεσία για κοινοβουλευτικό έλεγχο των αποφάσεων της Νομικής Υπηρεσίας.  

Επίσης, ένα καυτό ερώτημα που τίθεται κατά καιρούς, είναι πόσο τελικά ανεξάρτητες είναι οι Ανεξάρτητες Αρχές ή οι Θεσμοί, όταν η μπάλα στο τέλος της ημέρας καταλήγει στον ίδιο το Γενικό Εισαγγελέα. Όποια όμως και εάν είναι η τελική απόφαση του εκάστοτε Γενικού Εισαγγελέα, αυτή δεν μπορεί να αμφισβητήσει την ανεξαρτησία και την αμεροληψία των Αρχών ή των θεσμών.

Για να σχολιάσετε κάντε κλικ εδώ
 
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Πίσω στην αρχή της σελίδας