Τετάρτη 28 Ιουλ, 2021 | Επικοινωνία
trans gif

Σε ποιους μοιράζει ευθύνες η Ερευνητική-Καλεί τις Αρχές να αναλάβουν δράση

  22/06/2021 13:42
Σε ποιους μοιράζει ευθύνες η Ερευνητική-Καλεί τις Αρχές να αναλάβουν δράση

Σε ποιους μοιράζει ευθύνες η Ερευνητική-Καλεί τις Αρχές να αναλάβουν δράση

  22/06/2021 13:42

Στη δημοσιότητα έδωσε σήμερα ο Γενικός Εισαγγελέας, Γιώργος Σαββίδης την  Έκθεση του Προέδρου και των Μελών της Ερευνητικής Επιτροπής που συστάθηκε με σκοπό τη διερεύνηση των κατ’ εξαίρεση πολιτογραφήσεων αλλοδαπών επενδυτών και επιχειρηματιών από το 2007 έως και τη 17η Αυγούστου 2020.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ: Στη δημοσιότητα το ογκωδέστατο πόρισμα για το ΚΕΠ-Οι ευθύνες και τα μαυρισμένα

1. Ενδεχόμενες ευθύνες Προέδρων και Υπουργικού Συμβουλίου

Συγκεκριμένα από το σύνολο των 6779 φυσικών προσώπων που έχουνπολιτογραφηθεί, ποσοστό 53,24% (μέλη οικογένειας του επενδυτή καθώς και διευθυντικά στελέχη) ήταν εκτός νομικού πλαισίου και, επομένως, είχαν πολιτογραφηθεί καθ’ υπέρβαση του Νόμου. Σε περίπτωση εξέτασης του ενδεχομένου αποστέρησης από το Υπουργικό Συμβούλιο της ιδιότητας του πολίτη της Δημοκρατίας από τα μέλη της οικογένειας, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τυχόν κεκτημένα δικαιώματα τα οποία έχουν αποκτήσει, καθώς και το Ενωσιακό Δίκαιο.

Προφανώς, η κατά συρροή αδυναμία των τριών Κυβερνήσεων, που διαχειρίστηκαν το Κυπριακό Επενδυτικό Πρόγραμμα, να προχωρήσουν στην εφαρμογή της απόφασης 65.824 του Υπουργικού Συμβουλίου, ημερομηνίας 11.07.2007 ότι: «Τα πιο πάνω κριτήρια/όροι θα ισχύουν μέχρι την οριστική διαμόρφωση σχετικού τροποποιητικού ή σχεδίου κανονισμών…,» συνέβαλε τα μέγιστα και κατά τρόπο καθοριστικό στη δημιουργία αριθμού εκτός νόμου πολιτογραφήσεων και /ή σειρά αυθαιρεσιών και ή άλλων παρανομιών. Και αυτό, εξαιτίας του γεγονότος ότι από τις 11 Ιουλίου 2007 μέχρι τον Αύγουστο του 2020 το Επενδυτικό Πρόγραμμα λειτουργούσε χωρίς επαρκές νομικό πλαίσιο και καθόλου Κανονιστικό πλαίσιο παρά τη ρητή πρόνοια στην πιο πάνω Απόφαση για θέσπιση Κανονισμών.

Το Υπουργικό Συμβούλιο, κατά τις προαναφερθείσες περιόδους, επί ενός τόσο σημαντικού θέματος για τη χώρα, αλλά και για ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, λαμβανομένου υπόψη ότι η Κυπριακή ιθαγένεια είναι και Ευρωπαϊκή Ιθαγένεια, δεν φαίνεται να ασκούσε οποιονδήποτε ουσιαστικό έλεγχο σχετικά με το κατά πόσο το σύστημα λειτουργούσε σύννομα λαμβανομένου υπόψη τόσο του Εθνικού όσο και του Ενωσιακού δικαίου.

Παρά το γεγονός ότι από το 2013, τουλάχιστον στην περίπτωση του ΚΕΠ δεν τηρείτο Κώδικας Δεοντολογίας και, επομένως, τόσο τα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου όσο και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο οποίος προήδρευε του Υπουργικού Συμβουλίου χωρίς δικαίωμα ψήφου, δεν πληροφορούνταν, και δεν δήλωναν οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο συμφέρον τους στις κατ’ εξαίρεση πολιτογραφήσεις ούτε και αυτοεξαιρούνταν, ως όφειλαν.

Πέραν των προαναφερθέντων, το Υπουργικό Συμβούλιο δεν είχε ορθή νομική καθοδήγηση, σε ό,τι αφορά τις σχετικές πτυχές του Ενωσιακού Δικαίου και τις υποχρεώσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας ως κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δυνάμει της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης και της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ενδεχόμενη παράβαση υποχρεώσεων της Κυπριακής Δημοκρατίας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά επ’ αυτού δεν θα ενδιατρίψομε, ενόψει πιθανής δικαστικής διαδικασίας εναντίον της Δημοκρατίας (βλ. Κεφάλαιο 8). 

2. Ενδεχόμενες ευθύνες του Υπουργείου Εσωτερικών

Το Υπουργείο Εσωτερικών, ήταν το καθ’ ύλη αρμόδιο Υπουργείο, από το 2007 μέχρι 17.08.2020 για την λειτουργία και εφαρμογή του Κυπριακού Επενδυτικού προγράμματος.

Ενώπιον της Επιτροπής, κλήθηκαν και έδωσαν μαρτυρία οι ακόλουθοι:

Νεοκλής Συλικιώτης (8.9.2006- 15.7.2007, 29.2.2008 – 20.3.2012)

Ελένη Μαύρου (20.3.2012 -28.2.2013)

Σωκράτης Χάσικος (1.3.2013 -10.5.2017)

Κωνσταντίνος Πετρίδης (11.05.2017 – 2.12.2019)

Νίκος Νουρής (2.12.2019 – )

Επιπλέον, μαρτυρία έδωσαν και όλοι οι πρώην Γενικοί Διευθυντές του Υπουργείου Εσωτερικών κ.κ. Λάζαρος Σαββίδης, Ανδρέας Ασσιώτης, Κωνσταντίνος Νικολαΐδης και Κύπρος Κυπριανού, η αρμόδια διοικητική λειτουργός κα Χριστίνα Καούλλα καθώς και η κα. Άννυ Σιακαλλή, πρώην Διευθύντρια του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης.

Από τη μαρτυρία που συνέλεξε η Ερευνητική Επιτροπή, προκύπτει ότι από τα μέσα του 2014 τουλάχιστον, και αργότερα ο διαδεχθείς, έπαψαν να έχουν ουσιαστική εμπλοκή με τις κατ’ εξαίρεση πολιτογραφήσεις. Ενώ στα πρώτα χρόνια λειτουργίας του Κυπριακού Επενδυτικού Προγράμματος, (οι προκάτοχοι των ) φαίνεται να συμμετείχαν στην έγκριση των σημειωμάτων και των πρόχειρων Προτάσεων που υποβάλλονταν στον Υπουργό Εσωτερικών για το θέμα αυτό, ακόμα και παρεμβαίνοντας οι ίδιοι σε διάφορες περιπτώσεις, φαίνεται να σταμάτησε να έχει την οποιαδήποτε ανάμειξη με το θέμα και ούτε έλαβε οποιαδήποτε μέτρα για να επιφέρει οποιεσδήποτε βελτιώσεις πρακτική η οποία συνεχίστηκε και με . Το γεγονός ότι δύο απείχαν από αυτό το θεσμικό καθήκον τους για ένa τόσο σημαντικό θέμα, δείχνει σοβαρό κενό στους ελέγχους και τις διαδικασίες που έπρεπε να τηρούνται εντός του Υπουργείου Εσωτερικών. 

Οι εκάστοτε Γενικοί Διευθυντές του Υπουργείου Εσωτερικών, ως διοικητικά υπεύθυνοι για την εσωτερική οργάνωση και εποπτεία του Υπουργείου, ενδεχομένως να φέρουν ευθύνη για την έλλειψη δημιουργίας και τήρησης αξιόπιστου αρχείου πολιτογραφήσεων. Συγκεκριμένα από τις πρώτες μέρες του διορισμού της, η Ερευνητική Επιτροπή διαπίστωσε την παντελή έλλειψη συγκεκριμένης βάσης δεδομένων των πραγματοποιηθεισών κατ’ εξαίρεση πολιτογραφήσεων, στην οποία να τηρούνται τα απαραίτητα στοιχεία σχετικά με κάθε πολιτογράφηση, παρακολούθηση και έλεγχο της εξέλιξης της κάθε μιας πολιτογράφησης ξεχωριστά και γενικά της εφαρμογής του Κυπριακού Επενδυτικού Προγράμματος. Αυτό, δηλώθηκε απερίφραστα τόσο από τους Υπουργούς Εσωτερικών που κατέθεσαν ενώπιον της Ερευνητικής Επιτροπής όσο και από λειτουργούς του Υπουργείου Εσωτερικών. Χαρακτηριστικό, μάλιστα, είναι το γεγονός ότι μέχρι και προ ολίγων ημερών (στις 8 Απριλίου 2021),το Υπουργείο Εσωτερικών απέστειλε νέα επιστολή προς διόρθωση των στατιστικών δεδομένων με τα οποία μας διέθεσε. Σε μεγάλο βαθμό η βάση δεδομένων που χρησιμοποιήθηκε για τους σκοπούς της Επιτροπής, είναι αποτέλεσμα της έρευνας και μελέτης των ενώπιον μας φακέλων. Σημειώνεται ωστόσο η προθυμία του Υπουργείου Εσωτερικών να συνεργαστεί και να βοηθήσει στο έργο της Ερευνητικής Επιτροπής.

Μέχρι το 2013 περίπου, δεν χρησιμοποιείτο Έντυπο υποβολής αίτησης. Οι αιτητές υπέβαλλαν το αίτημά τους μέσω επιστολής, επισυνάπτοντας τα σχετικά αποδεικτικά έγγραφα. Αργότερα, το Έντυπο Μ127 χρησιμοποιήθηκε ως η αίτηση για τις κατ’ εξαίρεση πολιτογραφήσεις. Δεν είναι κατανοητό γιατί χρησιμοποιήθηκε ένα υφιστάμενο απαρχαιωμένο έντυπο του Υπουργείου Εσωτερικών, αντί να καταρτιστεί ένα νέο Έντυπο που θα αντικατόπτριζε καλύτερα τις πληροφορίες που έπρεπε να υποβάλει ο επενδυτής. Από τον τρόπο που ήταν συμπληρωμένο το εν λόγω έντυπο μέσα στους φακέλους που εξετάστηκαν, φαίνεται ότι αντιμετωπιζόταν με εξαιρετική προχειρότητα. Στις πλείστες των περιπτώσεων δεν ήταν δεόντως συμπληρωμένο (υπήρχαν κενά πεδία, δεν αναγράφονταν τα τέκνα ή η/ο σύζυγος του επενδυτή ή τα άτομα που σύστηναν τον εν λόγω επενδυτή, έλειπαν σελίδες, δεν ήταν δεόντως υπογραμμένο κ.α). Το Υπουργείο Εσωτερικών δεν φαίνεται να επέμενε στη σχολαστική συμπλήρωση όλων των πεδίων της αίτησης. 

Το αποτέλεσμα της παράτυπης χρήσης του τύπου Μ127, παρεμπόδιζε την επαρκή διαπίστωση του μοναδικού προσόντος, σε οποιαδήποτε μορφή νόμιμης πολιτογράφησης, που δεν μπορεί «να εξαιρεθεί», δηλαδή του προσόντος του «καλού χαρακτήρα», στο στάδιο αξιολόγησης της αίτησης. Όπως σημειώθηκε πιο πάνω, σχετίζεται με σοβαρές θεσμικές αδυναμίες που προκύπτουν από το γεγονός ότι για δεκατρία συναπτά έτη από την έναρξη του προγράμματος των κατ’ εξαίρεση πολιτογραφήσεων αλλοδαπών επενδυτών και επιχειρηματιών, η Πολιτεία απέτυχε να αντικαταστήσει τους Κανονισμούς που συνδέονται με τον περί του Πολίτου της Κυπριακής Δημοκρατίας Νόμο του 1967, με κατάλληλους Κανονισμούς που να συνάδουν με τις νέες αναγκαιότητες που επέφερε το Κυπριακό Επενδυτικό Πρόγραμμα.

Επίσης διαπιστώθηκε η γενικότερη έλλειψη οργάνωσης της διαδικασίας και των Εντύπων των κατ’ εξαίρεση πολιτογραφήσεων, αλλά και η παντελής απουσία εγχειριδίου διαδικασιών εσωτερικής διακυβέρνησης. Ενώ στα πρώτα χρόνια λειτουργίας του κυπριακού επενδυτικού προγράμματος, οι πιο πάνω ελλείψεις θα μπορούσαν να δικαιολογηθούν λόγω του μικρού αριθμού των αιτήσεων,όταν διαφάνηκε το αυξημένο ενδιαφέρον που υπήρχε για το εν λόγω Πρόγραμμα θα, έπρεπε να οργανωθούν και να ενισχυθούν οι διαδικασίες και η Μονάδα να στελεχωθεί επαρκώς με εξειδικευμένο προσωπικό.

Ορισμένοι Υπουργοί Εσωτερικών, ως τελικοί υπεύθυνοι για την προετοιμασία των μΠροτάσεων που προωθούνταν για έγκριση στο Υπουργικό Συμβούλιο, ενδεχομένως να ευθύνονται για την προώθηση προτάσεων χωρίς να

ικανοποιούνται τα καθορισμένα κριτήρια ή/και χωρίς να έχουν υποβληθεί τα νενομισμένα έγγραφα. Περαιτέρω, ενδεχομένως να ευθύνονται για την προώθηση Προτάσεων προς το Υπουργικό Συμβούλιο χωρίς να ενσωματώνονται σε αυτές όλες οι σχετικές πληροφορίες που αφορούσαν τις αιτήσεις, παραλείποντας σε πολλές περιπτώσεις να αναφέρουν ουσιώδεις πληροφορίες ή αρνητικές πληροφορίες για τον επενδυτή που ενδεχομένως να διαφοροποιούσαν την έκβαση της αίτησης.

Ένα άλλο θέμα, που αναλύεται εκτενέστερα στο Κεφάλαιο 8, είναι η ανάδειξη, ή υπόδειξη πιθανών περιπτώσεων σύγκρουσης συμφερόντων που ενδεχομένως να υπήρχαν μεταξύ των μελών του Υπουργικού Συμβουλίου.Σημειώνεται ότι το Υπουργείο Εσωτερικών, ως το σώμα που ετοίμαζε και προωθούσε την Πρόταση στο Υπουργικό Συμβούλιο, ενδεχομένως να ήταν σε θέση να γνωρίζει ποιες Προτάσεις δημιουργούσαν συνθήκες σύγκρουσης συμφερόντων για τα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου.

Η εφαρμογή κριτηρίων “à la carte” από διάφορα σχέδια, εκ μέρους του Υπουργείου Εσωτερικών, χωρίς την ανάλογη ενημέρωση του Υπουργικού Συμβουλίου, ήταν κατά την άποψη μας λανθασμένη πρακτική ιδίως όταν ο επενδυτής δεν πληρούσε τα τυπικά κριτήρια τουλάχιστον ενός σχεδίου. Ακόμα και αν το Υπουργικό Συμβούλιο ασκούσε τη διακριτική ευχέρεια του να αποκλίνει από ένα ή περισσότερα κριτήρια θα έπρεπε να αιτιολογείται επαρκώς η απόφαση του κάτι το οποίο δεν φαίνεται να γινόταν στις πλείστες περιπτώσεις.

Επίσης το Υπουργείο Εσωτερικών, δεν φαίνεται να ενεργούσε σε όλες τις περιπτώσεις με τη δέουσα προσοχή και επιμέλεια, ούτως ώστε να διασφαλίζεται η τήρηση των όρων και των αποφάσεων του Υπουργικού Συμβουλίου.

Από τα στοιχεία ενώπιον της Ερευνητικής Επιτροπής, προκύπτει ότι, αρχής γενομένης από τον Απρίλιο του 2014, η ΕΕ επικοινώνησε επανειλημμένα με το Υπουργείο Εσωτερικών και υπέβαλε ξεκάθαρες εισηγήσεις προκειμένου να τροποποιηθεί το Κυπριακό Επενδυτικό Πρόγραμμα ώστε να πολιτογραφούνται μόνο αλλοδαποί που διατηρούν γνήσιους δεσμούς με τη χώρα, κάτι που φαίνεται να αγνόησε η Κυβέρνηση. (βλ. Κεφαλαιο 6)

Για την επίλυση ορισμένων τουλάχιστον προβλημάτων που περιγράφονται πιο πάνω, δεν βοήθησε το γεγονός ότι η Μονάδα υπεύθυνη για τη διεκπεραίωση και εξέταση των αιτημάτων ήταν διαχρονικά υποστελεχωμένη και τα τελευταία χρόνια μόνο, είχε στελεχωθεί με περισσότερο προσωπικό. (βλ. Κεφάλαιο 6)

3. Ενδεχόμενες ευθύνες του Υπουργείου Οικονομικών

Το Υπουργείο Οικονομικών, ήταν το καθ’ ύλην αρμόδιο για την τήρηση των οικονομικών κριτηρίων των αιτήσεων πολιτογραφήσεως. Επιπλέον, καθ΄ όλη τη διάρκεια λειτουργίας του προγράμματος, αναμείχθηκε ενεργά στη διαμόρφωση των οικονομικών κριτηρίων και υπέβαλλε εισηγήσεις κατά καιρούς, για τροποποίηση των Αποφάσεων του Υπουργικού Συμβουλίου που καθόριζαν τα οικονομικά κριτήρια των σχεδίων.

Με την εσφαλμένη εντύπωση ότι ο εκάστοτε Υπουργός Οικονομικών είχε τη διακριτική ευχέρεια αναφορικά με όλα τα κατά καιρούς σχέδια και για όλα τα θέματα, να αγνοήσει ή να παρεκκλίνει από κάποια από τα κριτήρια που το ίδιο το Υπουργικό Συμβούλιο έθετε, σε κάποιες περιπτώσεις, έδινε το πράσινο φως για αριθμό πολιτογραφήσεων που δεν πληρούσαν τα κριτήρια των σχεδίων, λόγω της μεγάλης επένδυσης στην οικονομία του κράτους.

Παρά το γεγονός ότι ο ρόλος του Υπουργείου Οικονομικών ήταν ο έλεγχος του οικονομικού κριτηρίου και επομένως αφορούσε στα κεφάλαια που ήρθαν στην Κύπρο και στον τρόπο που επενδύθηκαν, φαίνεται ότι ουδέποτε σύνδεσε τους ελέγχους αυτούς με τον έλεγχο της πηγής των κεφαλαίων που δηλώνονταν. Ευθύνη ενδεχομένως βαραίνει το Υπουργείο Οικονομικών και για το γεγονός ότι οι έλεγχοι κατά πόσον οι όροι που τέθηκαν από το Υπουργικό Συμβούλιο κατά την πολιτογράφηση επενδυτών τηρήθηκαν, δεν άρχισαν παρά μόνο το 2019, 12 χρόνια μετά την έναρξη του Προγράμματος.

Άλλα θέματα που εντοπίστηκαν και αφορούσαν την εξέταση του οικονομικού κριτηρίου, άρα θα έπρεπε να είχαν εντοπιστεί από το Υπουργείο Οικονομικών ήταν η αξία των ακινήτων που αποτελούσαν αντικείμενο της επένδυσης. Σε αρκετές περιπτώσεις οι επενδυτές κατέβαλαν πέραν του 200% της εκτιμημένης αξίας των ακινήτων που αγόρασαν, ή αποτελούσαν re-sales ακινήτων που χρησιμοποιήθηκαν ήδη για άλλες πολιτογραφήσεις. Το Υπουργείο Οικονομικών δεν φαίνεται να ζήτησε στοιχεία που να δικαιολογούν την πιο πάνω απόκλιση στις τιμές. ‘Ενας λόγος ενδεχομένως να ήταν στο γεγονός ότι η έκθεση αντικτύπου που έγινε τον Φεβρουάριο του 2019 για την περίοδο 2013-2018, δεν κατέδειξε υπερθέρμανση στον κλάδο των ακινήτων, που θα ωθούσε το Υπουργείο Οικονομικών να λάβει μακροπροληπτικά μέτρα. Παρόλη την αύξηση των συναλλαγών που σχετίζονταν με ακίνητα, δεν καταγράφηκε υπερθέρμανση του κλάδου, με μόνη εξαίρεση την κατηγορία των διαμερισμάτων στη Λεμεσό που κατέγραψε απότομη άνοδο σε τιμές.

Σημειώνεται επίσης ότι οι συναλλαγές για το Κυπριακό Επενδυτικό Πρόγραμμα για την περίοδο αυτή ανέρχονταν σε €6.6 δισ.

Η γενικότερη συνεισφορά του προγράμματος στο ΑΕΠ υπολογίστηκε σε 1,2%. (βλ. Κεφάλαιο 7)

4. Ενδεχόμενες ευθύνες της Βουλής των Αντιπροσώπων

Η Βουλή των Αντιπροσώπων προς την οποία, σύμφωνα με το Νόμο, κοινοποιείτο εκ των προτέρων κάθε αίτηση για κατ’ εξαίρεση πολιτογράφηση, από το 2007 μέχρι τις 17/8/2020 δεν φαίνεται να άσκησε, σε οποιανδήποτε περίπτωση, οποιονδήποτε έλεγχο αναφορικά με τέτοια αίτηση, τηρουμένης βέβαια της αρχής της διάκρισης των εξουσιών. Επιπρόσθετα, η Βουλή των Αντιπροσώπων δεν φαίνεται να έλαβε οποιαδήποτε μέτρα, μέχρι το 2020 σε σχέση με τη λειτουργία του Κυπριακού

Επενδυτικού Προγράμματος , χωρίς Κανονισμούς, παρά την πρόνοια του εξουσιοδοτικού νόμου για θέσπιση τέτοιων Κανονισμών και το Συνταγματικό της δικαίωμα να νομοθετεί επί παντός θέματος, τηρουμένης της αρχής της διάκρισης των εξουσιών. (βλ. Κεφάλαιο 9)

5. Ενδεχόμενες ευθύνες των Παρόχων Υπηρεσιών

Ως επί το πλείστον, εντοπίζεται να είχαν προωθηθεί αιτήσεις για πολιτογράφηση επενδυτών από δικηγορικά γραφεία, ελεγκτικά γραφεία, Εταιρείες Παροχής Διοικητικών Υπηρεσιών, εταιρείες ανάπτυξης γης ή ακόμη και από εταιρείες που δηλώνουν ‘consultants’/‘σύμβουλοι’. Τα χρήματα των αλλοδαπών αιτητών κατέληγαν σε κυπριακές τράπεζες και πολλές φορές σε «λογαριασμούς πελατών» των Παρόχων ή σε λογαριασμούς εταιρειών ανάπτυξης γης.

Επιπλέον, παραπέμπουμε στο Κεφάλαιο 13, στο οποίο παρουσιάζεται ο Πίνακας Α με πληροφορίες για τους Παρόχους Υπηρεσιών που προώθησαν αιτήσεις πολιτογραφηθέντων επενδυτών υψηλού κινδύνου. Οι εν λόγω αιτήσεις υποβλήθηκαν μεταξύ του 2007 και 17.08.2020. Σημειώνεται επίσης ότι από την εξέταση 280 φακέλων επενδυτών υψηλού κινδύνου, ο αριθμός των Πάροχων Υπηρεσιών που είχαν προωθήσει επενδυτές υψηλού κίνδυνου ήταν 61.

Συμπεραίνεται επίσης ότι από το σύνολο των 280 φακέλων επενδυτών υψηλού κινδύνου που εξετάστηκαν, οι 111 προωθήθηκαν από τα 17 γραφεία που υπέβαλαν το μεγαλύτερο αριθμό αιτήσεων. Οι υπόλοιποι 169 φάκελοι επενδυτών υψηλού κινδύνου προωθήθηκαν από γραφεία που υπέβαλαν μικρότερο αριθμό αιτήσεων.

Από την εξέταση των φακέλων των επενδυτών προέκυψε ότι ορισμένοι Πάροχοι Υπηρεσιών, που ήταν συνδεδεμένοι και με πολιτικά πρόσωπα, κάποιες φορές χρησιμοποιούσαν τη σχέση αυτή, προκειμένου να πιέσουν και να επηρεάσουν τα Υπουργεία Εσωτερικών/Οικονομικών, ακόμη και το Προεδρικό, είτε ως προς την επίσπευση εξέτασης των αιτήσεων τους είτε ως προς την έγκριση αιτήσεων πολιτογράφησης παρεκκλίνοντας από τα εν ισχύι κριτήρια. Επίσης, σε αρκετές περιπτώσεις οι πάροχοι φαίνεται ότι είτε δεν διενεργούσαν τους απαραίτητους ελέγχους σε σχέση με τις πρόνοιες του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου είτε απέκρυπταν σημαντικές πληροφορίες για το ποιόν του επενδυτή. Η πρακτική αυτή είχε ως αποτέλεσμα την υποβολή αιτήσεων πολιτογράφησης ατόμων μη καλού χαρακτήρα, ενίοτε δυσφημίζοντας τη χώρα μας διεθνώς. Ακόμα, κάποιοι επαγγελματίες, στην προσπάθεια τους να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα των πελατών τους, ενδεχομένως να διέπραξαν και ποινικά ή διοικητικά αδικήματα, τα οποία πρέπει να διερευνηθούν από τις διωκτικές αρχές. Περισσότερες πληροφορίες αναφέρονται στο Κεφάλαιο 11.

6. Ενδεχόμενες ευθύνες της Ελεγκτικής Υπηρεσίας.

Το Σύνταγμα και οι Νόμοι παρέχουν ευρείες εξουσίες στον Γενικό Ελεγκτή για να επιτελέσει το έργο του. Διευκρινίζεται ότι ο Γενικός Ελεγκτής έχει νομικό δικαίωμα να επιλέξει ο ίδιος τους ελέγχους που θα διενεργηθούν και να θέσει τις προτεραιότητες που ο ίδιος κρίνει. Ωστόσο, εάν ο Γενικός Ελεγκτής, ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχονται, επέλεγε να προβεί σ’ ετοιμασία έκθεσης για το Κυπριακό Επενδυτικό Πρόγραμμα από το 2016, έτος που η Ελεγκτική Υπηρεσία έκανε έλεγχο και απέκτησε γνώση των προβλημάτων, ή έστω και αργότερα όταν είχε γίνει λήπτης αρκετών καταγγελιών, τότε τα προβλήματα και οι αδυναμίες του Κυπριακού Επενδυτικού Προγράμματος θα έρχονταν στην επιφάνεια και ενδεχομένως το Πρόγραμμα να είχε μια ευκαιρία να διορθωθεί, να λειτουργήσει ορθά και να αποφευχθεί ο τερματισμός του, αλλά και συνάμα να αποφύγουμε τον διασυρμό της χώρας. 

Όρος εντολής της Ερευνητικής Επιτροπής– Εξέταση Αποστέρησης της Κυπριακής Υπηκοότητας.

Εξετάζουμε πιο κάτω, τον Όρο Εντολής β(ιι):«εάν κατά την κρίση της Επιτροπής, προκύπτουν οποιαδήποτε στοιχεία ή γεγονότα τα οποία δικαιολογούν την πιθανή έναρξη της διαδικασίας εξέτασης αποστέρησης της κυπριακής υπηκοότητας, με βάση την ισχύουσα νομοθεσία». 

Από τους 280 Φακέλους επενδυτών (597 πολιτογραφήσεις υψηλού κινδύνου επενδυτών, συμπεριλαμβανομένων των μελών της οικογένειάς τους) που απόκτησαν την Κυπριακή Υπηκοότητα. Σημειώνεται ότι 81 πρόσωπα πολιτογραφήθηκαν ως διευθυντικά στελέχη δηλαδή ήταν εκτός νομικού πλαισίου και επομένως είχαν πολιτογραφηθεί παράνομα. Από τους υπόλοιπους 199 επενδυτές/επιχειρηματίες η Ερευνητική Επιτροπή εισηγείται τα εξής:

• Για τους πιο κάτω 53 επενδυτές θα ξεταστεί το ενδεχόμενο αποστέρησης, με βάση το άρθρο 113 του Περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου.

• Για τρεις επενδυτές εισηγείται αποστέρηση της υποκοότητας λόγω μη τήρησης των όρων και προϋποθέσεων της πολιτογράφησης τους.

• Επίσης, εισηγείται για άλλους 29 επενδυτές να εξεταστεί το ενδεχόμενο αποστέρησης της πολιτογράφησης τους στο πλαίσιο άσκησης εγγενούς εξουσίας ή/και για λόγους προάσπισης των συμφερόντων της Δημοκρατίας ή/και του δημοσίου συμφέροντος, καθώς και τη συνεχή παρακολούθηση τους από το Υπουργείο Εσωτερικών.

• Τέλος, για 16 επενδυτές συστήνεται η παρακολούθηση και περαιτέρω διερεύνηση τους. 

ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΓΙΑ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ

1. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας

Με βάση τα στοιχεία που παρατίθενται στο παρόν πόρισμα, η θέση της Ερευνητικής Επιτροπής είναι ότι ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας δύναται να εξετάσει κατά πόσον υπάρχουν αρκετά στοιχεία που να δικαιολογούν την έναρξη ποινικής έρευνας και να παραπέμψει το θέμα στις διωκτικές αρχές της Δημοκρατίας.

2. Ανεξάρτητη Επιτροπή Εξέτασης Αποστέρησης Υπηκοότητας

Η Ανεξάρτητη Επιτροπή Εξέτασης Αποστέρησης Υπηκοότητας, η οποία έχει συσταθεί με βάση γνωστοποίηση δυνάμει του άρθρου 113(6) και (7) του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου (δημοσιεύτηκε στις 04.09.2020) θα πρέπει για κάθε μια από τις πιο πάνω περιπτώσεις που αναφέρονται στο Μέρος Δ, να εξετάσει κατά πόσον όντως συντρέχει λόγος εισήγησης αποστέρησης της υπηκοότητας και να ακολουθήσει τη νενομισμένη διαδικασία που έχει θεσπιστεί με βάση τον τροποποιητικό Νόμο αριθ. 113(Ι)/2020. Όσον αφορά στον μεγάλο αριθμό πολιτογραφήσεων που έγιναν καθ’ υπέρβαση του νόμου (ULTRA VIRES) επαφίεται στις αρμόδιες Αρχές να αποφασίσουν πώς θα τις χειριστούν. Σε κάθε περίπτωση, όμως, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα τυχόν κεκτημένα δικαιώματα τους, καθώς και το Ενωσιακό Δίκαιο.

3. Υπουργεία Εσωτερικών / Οικονομικών

Με δεδομένο το ότι σε πολλές αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου που αφορούσαν σε πολιτογραφήσεις περιλήφθηκαν όροι και προϋποθέσεις που έπρεπε να τηρούνται, διαφορετικά θα ανέκυπτε θέμα αποστέρησης. Τα Υπουργεία Εσωτερικών και Οικονομικών, μέσω του Υπουργικού Συμβουλίου προτρέπονται να εντείνουν και να ολοκληρώσουν τις διαδικασίες ελέγχου των όρων που έχουν τεθεί στις αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου και όπου εντοπιστεί μη συμμόρφωση με τους όρους αυτούς, να παραπέμψουν το θέμα για εξέταση στην Ανεξάρτητη

Επιτροπή Εξέτασης Αποστέρησης Υπηκοότητας.

4. Εποπτικές Αρχές Ν. 188(Ι)/2007

Οι Εποπτικές Αρχές, οι οποίες είναι επιφορτισμένες να διασφαλίσουν ότι εφαρμόζεται, ο περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμος του 2007 (Ν. 188(I)/2007), ο οποίος καθορίζει το θεσμικό πλαίσιο, το οποίο προνοεί ότι δεν θα χρησιμοποιούνται έσοδα από παράνομες δραστηριότητες, για νόμιμους σκοπούς είναι¨

Η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου,

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου

Ο Παγκυπριος Δικηγορικός Σύλλογος

Ο Σύνδεσμος Εγκεκριμένων Λογιστών Κύπρου

Ο Σύνδεσμος Κτηματομεσιτών Κύπρου

Οι εποπτικές αρχές ελέγχουν εάν, κατά την παροχή υπηρεσιών προς πελάτες τους, οι εποπτευόμενες από αυτές οντότητες προβαίνουν σε σωστό προσδιορισμό της ταυτότητας των πελατών τους και ασκούν τη δέουσα επιμέλεια (due diligence), ως προς την επικινδυνότητα που παρουσιάζουν οι πελάτες τους. Επιπλέον, διασφαλίζουν ότι οι εποπτευόμενες από αυτές οντότητες συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που τους θέτει ο Ν.188(Ι)/2007, όπως, λόγου χάρη, η αναφορά ύποπτων συναλλαγών στη ΜΟΚΑΣ που είναι η Μονάδα Καταπολέμησης Αδικημάτων Συγκάλυψης –Financial Intelligence Unit- της Κύπρου. Το θεσμικό πλαίσιο που αφορούσε το Κυπριακό Επενδυτικό Πρόγραμμα, δεν ανέθετε ειδικά σε κάποια από τις εποπτικές αρχές οποιαδήποτε αρμοδιότητα. Επομένως, παρόλο που οι εποπτικές αρχές δεν ήταν άμεσα υπεύθυνες για τη λειτουργία του Κυπριακού Επενδυτικού Προγράμματος, ο ρόλος τους ήταν, με έμμεσο τρόπο, πολύ σημαντικός και επομένως θα έπρεπε να είχε τύχει της δέουσας αναγνώρισης και αξιοποίησης.

Η θέση της Ερευνητικής Επιτροπής είναι ότι για κάθε ένα από τους promoters/παρόχους υπηρεσιών και τράπεζες που αναγράφονται στο Κεφάλαιο 15 και ειδικότερα στον Πίνακα Α που αφορά στους Υψηλού Κίνδυνου Επενδυτές που έχουν αποκτήσει την Κυπριακή Υπηκοότητα θα πρέπει να ελεγχθεί από τις αντίστοιχες εποπτικές αρχές τους το κατά πόσον οι εποπτευόμενες οντότητες άσκησαν δέουσα επιμέλεια κατά τη σύναψη πελατειακών σχέσεων με τους επενδυτές για την παροχή υπηρεσιών και να ελεγχθεί κατά πόσον διενήργησαν επαρκείς ελέγχους για να βεβαιωθούν ότι τα κεφάλαια των επενδυτών-πελατών τους δεν προήλθαν από παράνομες δραστηριότητες.

5. ΜΟΚΑΣ/ Αστυνομία

Η θέση της Ερευνητικής Επιτροπής είναι ότι η ΜΟΚΑΣ, ως η Μονάδα Καταπολέμησης Αδικημάτων Συγκάλυψης θα πρέπει να αναλάβει δράση και να διερευνήσει τις υποθέσεις που περιγράφονται στο παρόν πόρισμα και εγείρουν θέματα διακίνησης παράνομου χρήματος και όπου κριθεί αναγκαίο να προβεί στις κατάλληλες δικαστικές διαδικασίες προκειμένου να δεσμεύσει ή/και να ανακτήσει τυχόν παράνομα χρήματα σε συνεργασία με την Αστυνομία.

6. Τμήμα Φορολογίας

Η θέση της Ερευνητικής Επιτροπής είναι ότι το Τμήμα Φορολογίας, τουλάχιστον για τις πολιτογραφήσεις υψηλού κινδύνου που αναφέρονται στον Πίνακα Α του Κεφαλαίου 15 και στο Παράρτημα ΙΒ, θα πρέπει να ελέγξει το κατά πόσον αποδόθηκε και εισπράχθηκε από το Κράτος η ορθή φορολογία που αναλογούσε για τις συναλλαγές που διενεργήθηκαν μέσα στο πλαίσιο του Κυπριακού Επενδυτικού Προγράμματος. Περαιτέρω, θα πρέπει να ελεγχθούν οι πάροχοι υπηρεσιών που αναγράφονται στον Πίνακα Α, για το κατά πόσον έχουν καταβάλει το φόρο εισοδήματος που τους αναλογεί, με βάση τις υπηρεσίες που έχουν παράσχει στο πλαίσιο του Κυπριακού Επενδυτικού Προγράμματος.

Για να σχολιάσετε κάντε κλικ εδώ
 
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Πίσω στην αρχή της σελίδας