Τετάρτη 1 Δεκ, 2021 | Επικοινωνία
trans gif

Η σχέση εξάρτησης, ο «πυροκροτητής» στα χέρια Ερντογάν και στο βάθος... Κυπριακό

Φοινιώ Σάββα  08/04/2021 06:49
Η σχέση εξάρτησης, ο «πυροκροτητής» στα χέρια Ερντογάν και στο βάθος... Κυπριακό

Η σχέση εξάρτησης, ο «πυροκροτητής» στα χέρια Ερντογάν και στο βάθος... Κυπριακό

Φοινιώ Σάββα  08/04/2021 06:49

Υπό το άγρυπνο βλέμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει τεθεί ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, οι κινήσεις του οποίου, αναφορικά σε σημαντικά ζητήματα, όπως το μεταναστευτικό και οι προκλήσεις στην ανατολική Μεσόγειο, θα παρακολουθούνται στενά, την ώρα που οι ευρωπαίοι αξιωματούχοι χαρακτηρίζουν τις επόμενες εβδομάδες κρίσιμες και καθοριστικές, αφού θα διαφανεί κατά πόσο Τουρκία και ΕΕ μπορούν να συνεργαστούν.

Μάλιστα, ενώπιον του Τούρκου Προέδρου έχουν τεθεί τα κριτήρια με τα οποία αναμένεται να κριθεί, στο πλαίσιο μίας θετικής ατζέντας, που πέρασε από διάφορα στάδια για να καταλήξει στο σημερινό. Ο Ερντογάν καλείται να δείξει ένα καλό πρόσωπο απέναντι στην Ευρώπη και να αποφύγει διάφορες προκλητικές ενέργειες, στις οποίες προέβη στο παρελθόν, τόσο απέναντι στην Κύπρο, όσο και στην Ελλάδα, ώστε να προχωρήσει η σχέση των δύο πλευρών.

Ωστόσο, αυτό δεν πρέπει να αναπτερώνει τις ελπίδες της Κύπρου σε σχέση με την επικείμενη άτυπη πενταμερή, καθώς εάν η Τουρκία παραμείνει αδιάλλακτη και συνεχίσει το τουρκικό αφήγημα περί δύο κρατών, η ΕΕ θα πρέπει να θέσει στο μικροσκόπιο όλες τις ενέργειες της χώρας, απέναντι σε όλα τα κράτη μέλη της.

Εν τω μεταξύ, το στρατηγικό λάθος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όσον αφορά στο μεταναστευτικό, συνεχίζει να την «στοιχειώνει», αφού ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν κινήθηκε στρατηγικά, με αποτέλεσμα η πολιτική της Τουρκίας να αποτελεί πηγή ανασφάλειας για την ΕΕ την παρούσα φάση.

Η θετική ατζέντα που χρονολογείται από τη δεκαετία του 1990

Η θετική ατζέντα, βάσει της οποίας η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται να αξιολογήσει την Τουρκία, χρονολογείται από τη δεκαετία του 1990, αφού είναι κάτι που δημιουργήθηκε για να περιγράψει την πρόθεση της ΕΕ να αναβαθμίσει και να εξελίξει τις σχέσεις της με την Τουρκία. Όπως εξήγησε στον REPORTER ο πολιτικός αναλυτής, Γιώργος Κέντας, η θετική ατζέντα πέρασε από διάφορα στάδια. Το πρώτο κομβικό σημείο ήταν το 1995, με την ολοκλήρωση της διαδικασίας της τελωνειακής ένωσης με την Τουρκία. Ένας άλλος κομβικός σταθμός ήταν το 1997, όταν η Τουρκία ανακηρύχθηκε επιλέξιμο για ένταξη κράτος, αλλά δεν προσκλήθηκε να αρχίσει διαπραγματεύσεις, μια χρονιά που είχε προσκληθεί η Κυπριακή Δημοκρατία να αρχίσει τις δικές της ενταξιακές διαπραγματεύσεις. Δύο χρόνια αργότερα, το 1999, η Τουρκία γίνεται υποψήφιο κράτος. Το επόμενο κομβικό σημείο είναι το 2005, όταν αρχίζουν οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις Τουρκίας-ΕΕ, με δύο προοπτικές. Η μία είναι η Τουρκία να ενταχθεί στην Ένωση και η άλλη, αν δεν επιτευχθεί η ένταξη, να δημιουργηθεί μία ειδική σχέση.

«Η θετική ατζέντα αφορά σε αυτή την παράμετρο. Δηλαδή στο πώς να χτιστεί μία ειδική σχέση μεταξύ της Τουρκίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεδομένου ότι η προοπτική ένταξης εκμηδενίστηκε. Είναι το πρώτο κράτος ουσιαστικά, το οποίο έδειξε ενδιαφέρον για να ενταχθεί στην ΕΕ από τη δεκαετία του 1980, αλλά είναι σαφές πλέον ότι δεν θα ενταχθεί πότε. Τα κράτη που δούλεψαν πολύ για αυτή την ειδική σχέση είναι η Γερμανία και η Γαλλία. Ήδη από το 2005 η Γερμανία μιλούσε για ειδική σχέση. Από τη εποχή που απορρίφθηκε το ευρωσύνταγμα, η Τουρκία ήταν στο πυρήνα της προβληματικής για το μέλλον της ΕΕ. Μόνο και μόνο στην προοπτική ότι η Τουρκία θα γινόταν κράτος μέλος, η κοινή γνώμη σε Γαλλία, Γερμανία και αλλού αντιδρούσε. Όπως επίσης, οι έρευνες έδειξαν ότι ένας βασικός λόγος της απόφασης των Βρετανών να ψηφίσουν υπέρ της εξόδου της χώρας τους από την ΕΕ ήταν ο φόβος της ένταξης της Τουρκίας στην Ένωση».

Τις επόμενες εβδομάδες, ο Τούρκος Πρόεδρος καλείται να αποδείξει ότι οι κινήσεις του για αποκλιμάκωση δεν ήταν ένα από τα γνωστά του τεχνάσματα, με την Ούρσουλα Φον ντερ Λάιεν να τις χαρακτηρίζει κρίσιμες. Μάλιστα, ο Ερντογάν καλείται να κάνει ένα ακόμη βήμα πιο πέρα, ώστε να φανερωθούν οι πραγματικές του επιδιώξεις. Την ίδια ώρα, η Κύπρος από τη δική της πλευρά, πρέπει να κάνει μία δεύτερη ανάγνωση των δεδομένων και να μην ανεβάζει ψηλά τον πήχη των προσδοκιών της, όσον αφορά την στάση της Τουρκίας στην κρίσιμη άτυπη πενταμερή.

«Ο Μισέλ είπε και κάτι άλλο. Ότι δεν επαρκεί να αποσύρει τα γεωτρύπανα της και να σταματήσει να κάνει έρευνες η Τουρκία, αλλά να κάνει και βήματα πιο μπροστά, που θα κρίνουν τη συμπεριφορά της στο Κυπριακό αλλά και απέναντι στην Ελλάδα. Στην Κύπρο θεωρούμε ενίοτε ότι αν η Τουρκία δείξει καλό πρόσωπο στο Κυπριακό, θα προχωρήσουν και οι σχέσεις της στην ΕΕ. Αυτό μας κάνει να νομίζουμε ότι έχουμε ένα μοχλό πίεσης στην Τουρκία. Αυτό δεν ισχύει όμως. Εάν θα προχωρήσει και σε πιο βαθμό η σχέση της Τουρκίας με την ΕΕ, δεν κρίνεται μόνο από το τι κάνει στο Κυπριακό και τα ελληνοτουρκικά, αλλά και τι συμβαίνει σε πολλά άλλα μέτωπα που αφορούν άλλα κράτη, που επηρεάζουν περισσότερο την οικονομική διάσταση των σχέσεων ΕΕ-Τουρκίας. Το μεταναστευτικό και η εσωτερική κατάσταση στην Τουρκία έχουν επίσης σημαντική επίδραση στην εξέλιξη της διμερούς σχέσης».

Όλα αυτά, την ώρα που η ΕΕ έχει καταστήσει σαφές ότι επιθυμεί να βρίσκεται στην Γενεύη και μάλιστα θα έχει ρόλο ενεργού παρατηρητή.

«Τώρα τι σημαίνει ενεργός παρατηρητής; Μπορεί να σημαίνει ότι η ΕΕ θα είναι παρούσα και θα έχει άποψη. Όμως, για να έχει άποψη πρέπει να συμφωνήσουν τα 27 κράτη μέλη, ποια θα είναι αυτή η άποψη. Δεν μπορεί να βγει ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, λόγου χάρη, και να πει ότι συμφωνεί με την μία ή την άλλη παράμετρο των διαβουλεύσεων στο Κυπριακό. Η ΕΕ μπορεί να κινηθεί σε δύο επίπεδα. Είτε να εντοπίσει στοιχεία στις διαπραγματεύσεις και να πει κατά πόσο συνάδουν ή αποκλίνουν από το ευρωπαϊκό κεκτημένο ‘η/και από τα στοιχεία λειτουργικότητας ενός κράτους μέλους της ΕΕ είτε θα  κάνει αυτό που έγινε και το 2004 με το σχέδιο Ανάν, δηλαδή προσαρμόζοντας τις πρόνοιες που απέκλιναν από το δίκαιο και το θεσμικό πλαίσιο της ΕΕ ως μέρος του πρωτογενούς δικαίου της Ένωσης. Η διαφορά σήμερα είναι ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είναι κράτος μέλος και έχει ισότιμο ρόλο στη διαδικασία με τα άλλα κράτη μέλη».

Το στρατηγικό λάθος της ΕΕ που έγινε ο «εφιάλτης» της

Μία λάθος κίνηση ήταν αρκετή για να δώσει υπερβολική αυτοπεποίθηση στον Τούρκο Πρόεδρο, ο οποίος εκμεταλλεύτηκε την κρίση με το προσφυγικό και όσα του προσέφερε η ΕΕ. Ο διακανονισμός που έκανε η ΕΕ με την Τουρκία  μετατράπηκε σε μία απειλή για την ασφάλεια της Ένωσης και των λαών της. 

«Η κρίση στη Συρία άρχισε πριν χρόνια και επιδεινώθηκε σταδιακά. Η ΕΕ δεν έδρασε έγκαιρα, δεν είχε την πολιτική βούληση, δεν μπορούνε να αναπτύξη μια ενιαία εξωτερική πολιτική, δεν είδε τις επιδράσεις της κρίσης στην ασφάλεια της Ευρώπης. Δεν επεδίωξε να ρυθμίσει την κρίση στη Συρία, αλλά τάχθηκε μαζί με κάποιες ασαφείς προθέσεις αλλαγής καθεστώτος στη Συρία, ενώ το ισλαμικό κράτος αναπτυσσόταν και δημιουργούσε θύλακες αστάθειας. Αυτή η έωλη πολιτική στη Συρία με προοπτική αλλαγή καθεστώτος, δημιούργησε πολλά προβλήματα με κύριο πρόβλημα για την Ευρώπη το προσφυγικό. Όταν άρχισε το πρόβλημα να επιδεινώνεται, η ΕΕ θεώρησε πως μπορεί να κάνει μία στρατηγική συμφωνία με την Τουρκία, βάσει της οποίας η Τουρκία να γίνει μία αποθήκη προσφύγων και η ΕΕ χρηματοδοτεί την Άγκυρα για να συντηρεί τις αποθήκες των προσφύγων».

Ήταν ένας λανθασμένος χειρισμός από την ΕΕ η οποία τελικά έδωσε ένα όπλο στον Ερντογάν, ο οποίος το εκμεταλλεύτηκε στην πορεία και τώρα το χρησιμοποιεί ως όπλο εκβιασμού κατά της ΕΕ.

«Χρησιμοποιεί τους μετανάστες ως στρατηγικό όπλο υπόσκαψης της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Η πολιτική της Τουρκίας στο μεταναστευτικό/προσγυγικό, αποτελεί πηγή ανασφάλειας για την ΕΕ. Αυτό εντοπίστηκε και καταγράφηκε σε συμπεράσματα του Συμβουλίου, ότι ουσιαστικά η Τουρκία είναι απειλή για την ασφάλεια της Ευρώπης. Τα πράγματα είναι σε ένα πολύ δύσκολο σημείο, επειδή τα δεδομένα είναι πολύ συγκεκριμένα. Η Τουρκία έχει τους ανθρώπους εκεί, ζητά λεφτά από την Ευρωπαϊκή Ένωση για να τους συντηρεί, δεν υπάρχει καμία προοπτική τι θα γίνουν αυτοί οι άνθρωποι στο μέλλον. Τα γεωστρατηγικά σχέδια της Τουρκίας είναι να δημιουργήσει μία περιοχή ελέγχου στη Συρία, με το να στείλει κάποιους από αυτούς τους ανθρώπους να κατοικήσουν σε κάποιες ζώνες που θα ελέγχει στρατηγικά και ίσως στρατιωτικά. Η ΕΕ δεν έχει καμία απάντηση στην Τουρκική στρατηγική».

Η απουσία βούλησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης για να χαράξει τη δική της εξωτερική πολιτική, έδωσε στον Ερντογάν τη δυνατότητα να λειτουργεί ως ο απόλυτος άρχων και να κινεί τα νήματα όπως και όποτε τον βολεύουν.

«Η ΕΕ μπορεί να κάνει μόνο δύο πράγματα. Είτε να δεχθεί την απειλή της Τουρκίας, είτε να λάβει δραστικά μέτρα αποτροπής. Αυτά είναι να σφραγίσει τη θαλάσσια ζώνη της Ανατολικής Μεσογείου και τα χερσαία σύνορα με την Ελλάδα, ώστε η Τουρκία να μην μπορεί να εφαρμόσει τα σχέδια εκβιασμού και να χρησιμοποιήσει τους μετανάστες ως ένα μέτρο ασύμμετρου πολέμου. Όμως, η ΕΕ αυτή τη στιγμή δεν φαίνεται, πέρα από κάποιες διακηρύξεις και περιορισμένες κινήσεις, να έχει μία στρατηγική αντιμετώπιση, αυτής της πραγματικής απειλής».

Τελικά, ποιος έχει ανάγκη ποιον;

Με μία πιο προσεκτική ανάγνωση των δεδομένων διαφαίνεται πως υπάρχει μία σχέση ασύμμετρης αλληλεξάρτησης μεταξύ ΕΕ και Τουρκίας. Ποιον βολεύει όμως αυτή η ασυμμετρία;

«Σε κάποια σημεία η ασυμμετρία ευνοεί την ΕΕ και κάποια κράτη μέλη της, σε κάποια άλλα σημεία η αλληλεξάρτηση ευνοεί την Τουρκία. Όταν λέμε ΕΕ δεν μιλούμε για ένα ενιαίο μέτωπο, επειδή οι σχέσεις αλληλεξάρτησης δεν αφορούν ομοιόμορφα όλα τα κράτη μέλη. Ο Μισέλ είπε ότι η ΕΕ είναι αδιαμφισβήτητα ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Τουρκίας, αλλά αν αναλύσουμε ποια είναι τα κράτη που εισαγάγουν προϊόντα από την Τουρκία και ποια εξάγουν, δεν είναι όλα τα κράτη που έχουν συμφέροντα. Αυτό μας αναγκάζει να εξετάσουμε περισσότερο τη σχέση αλληλεξάρτησης για να δούμε ποια είναι τα κράτη που επηρεάζονται. Η απάντηση στο ερώτημα ποιος εξαρτάται από ποιο διαφέρει, επειδή πρέπει να ξεχωρίσουμε για ποιο μέτωπο μιλάμε. Πρέπει να υπάρξει ανάλυση του κάθε πεδίου εξειδικευμένα για να καταλάβουμε αυτή την ασύμμετρη αλληλεξάρτηση. Αυτό που μπορώ να πω είναι πως κάποια κράτη νιώθουν αυτή την αλληλεξάρτηση πιο έντονα από άλλα κράτη, όπως η Γερμανία, η Ισπανία, η Ολλανδία, σε κάποιο βαθμό και η Γαλλία».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: 

Για να σχολιάσετε κάντε κλικ εδώ
 
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Πίσω στην αρχή της σελίδας