Κυριακή 17 Ιαν, 2021 | Επικοινωνία
trans gif

«Σήμερα δεν θάβκουμε τον γιο μας, τον παντρεύκουμε...»

Μιχάλης Πολυδώρου  25/11/2020 07:13
«Σήμερα δεν θάβκουμε τον γιο μας, τον παντρεύκουμε...»

«Σήμερα δεν θάβκουμε τον γιο μας, τον παντρεύκουμε...»

Μιχάλης Πολυδώρου  25/11/2020 07:13

Ο αγώνας της ΕΟΚΑ, μπορεί να παρομοιαστεί με μια σκυταλοδρομία τεσσάρων χρόνων, με πρώτο σκυταλοδρόμο του αντάρτικου αγώνα τον Χαράλαμπο Μούσκο που έπεσε στο Μερσινάκι στις 15 Δεκεμβρίου του 1955 και τελευταίο τον Σάββα Ροτσίδη, ο οποίος προηγουμένως είχε παραλάβει τη σκυτάλη από τον Κυριάκο Μάτση που έπεσε έξι μέρες προηγουμένως, στις 19 Νοεμβρίου του 1958 στο κρησφύγετο του στο Δίκωμο. 

Ο Σάββας Ροτσίδης ήταν ο τελευταίος νεκρός του αγώνα της ΕΟΚΑ. Μετά τον θάνατο του Κυριάκου Μάτση, οι Βρετανοί συμφώνησαν σε εκεχειρία. Εκείνες τις ημέρες οι αντάρτες της ΕΟΚΑ, είχαν αποσυρθεί στα κρησφύγετά τους, περιμένοντας νέες διαταγές. 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ: Ήρθε διακοπές στην Κύπρο και ομολόγησε σε ταβερνιάρη πως σκότωσε τον Μάτση...

Ο Ροτσίδης μαζί με άλλους δύο συναγωνιστές του, τον τομεάρχη της περιοχής Λάμπρο Καυκαλλίδη και τον Ρογήρο Σιηπήλλη, βρίσκονται στο κρησφύγετο τους, μέσα σε ένα αμπελώνα μεταξύ των χωριών Αγρίδια και Κακοπετρίας. Το απόγευμα προς βράδυ, Ροτσίδης και Σιηπήλλης αποφασίζουν να μεταβούν σε κοντινή πηγή για να γεμίσουν τα παγούρια τους νερό. 

Ακολουθεί η αφήγηση του συναγωνιστή του Σάββα Ροτσίδη, Ρογήρου Σιηπήλλη στον ιστορικό Γιάννη Σπανό: «Βρισκόμασταν στο ιστορικό κρησφύγετο μεταξύ Αγρού, Αγριδιών και Ποταμίτισσας. Αποσυρθήκαμε στο κρησφύγετο αυτό πριν από τέσσερις με πέντε ημέρες. Το θάνατο του ήρωα Κυριάκου Μάτση τον ακούσαμε από το ραδιόφωνο ενώ βρισκόμασταν στο κρησφύγετο αυτό μαζί με τον Λάμπρο Καυκαλλίδη. Μετά από πολλές αποτυχημένες ενέδρες που στήσαμε η αντάρτικη ομάδα στον Αγρό, κηρύχθηκε εκεχειρία και αποτραβηχτήκαμε στο κρησφύγετο. 

Το κρησφύγετο ήταν χρισμένο μέσα σε ένα αμπέλι. Το αμπέλι ανήκε στη μάνα του Λάμπρου του Καυκαλλίδη που ήταν ο τομεάρχης της περιοχής μετά τον ηρωικό θάνατο του Γρηγόρη Αυξεντίου. Το κρησφύγετο ήταν μέσα στο αμπέλι καμουφλαρισμένο, είχε ένα μεγάλο θάμνο μπροστά και η είσοδος του ήταν από τη δόμη. Από πάνω είχε αλώνι. Ήταν ένα από τα καλύτερα κρησφύγετα της ΕΟΚΑ που διασώζεται μέχρι σήμερα.

Εκείνη την ημέρα, θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι το μεσημέρι, είχαμε δύο περδίκια στο κρησφύγετο και ο Λάμπρος είπε να τα φάμε το βράδυ. Θυμάμαι σαν τώρα τον μακαρίτη τον Ροτσίδη που του είπε, καλύτερα να τα φάμε τώρα, γιατί μέχρι το βράδυ άξιος που εν να ζήσει. Σαν να ήξερε τι θα ακολούθησε.

Άρχισε το σούρουπο, βγήκα από το κρησφύγετο βγήκε και ο Ροτσίδης, μου έδωσε τα άχρηστα της ημέρας και αυτός κρατούσε τα παγούρια. Ο Λάμπρος έμεινε στο κρησφύγετο. Εγώ καθυστέρησα μέχρι να ανοίξω λάκκο να κρύψω τα σκουπίδια. Τον έφτασα στην πηγή και είχαμε απόσταση περίπου τριών μέτρων. Ενώ τον πλησίαζα κατεβαίνοντας, διέκρινα άρβυλα στρατιωτών. Μου είπε, είμαστε τυχεροί σήμερα που δεν μας βρήκαν και συνέχισε  να περπατά προς την πηγή. 

Ακούσαμε μέσα στο σκοτάδι μια βαριά φωνή, «αλτ» και αμέσως ταυτόχρονα άρχισαν να βάλλουν εναντίον μας με καταιγιστικά πυρά. Ο Μακαρίτης ο Ροτσίδης έπεσε από τα πρώτα βόλια. Τον είδα να πέφτει μπροστά μου. Χτυπήθηκα κι εγώ στο αριστερό πόδι και ξάπλωσα στο χαντάκι που ήταν δίπλα μου. Μας έβαλλαν για πέντε με επτά λεπτά συνέχεια και άρχισα να κάνω σκέψεις για το πως θα διαφύγω και αν θα τα καταφέρω. Ο μακαρίτης ο Ροτσίδης δεν είχε όπλο μαζί του, εγώ είχα το πιστόλι με οκτώ δέκα σφαίρες. Θα ήταν αναποτελεσματικό να απαντούσα στα πυρά. 

Ήταν εκεχειρία, η πρώτη ημέρα της εκεχειρίας. Ήταν διάτρητος από τις σφαίρες. Αργότερα από τη νεκροτομή που είδαμε ήταν διάτρητος από τις σφαίρες. Πριν πέσει, τον άκουσα να προφέρει μόνο ένα ''αχ''». 

Συγχαρητήρια αντί συλλυπητήρια
Ο Ρογήρος Σιηπήλλης βαριά τραυματισμένος, προσπάθησε και κατάφερε να διαφύγει. Ο Ροτσίδης παρέμεινε όλη τη νύχτα νεκρός στο σημείο που έπεσε. Την επόμενη μέρα, αφού ξημέρωσε, οι Βρετανοί τον φόρτωσαν σε ένα γαϊδούρι και τον μετέφεραν στο χωριό Αγρίδια κι από εκεί στο σανατόριο της Κυπερούντας. 

Στη συνέχεια ειδοποίησαν τον πατέρα του για να πάει να τον αναγνωρίσει. Ο πατέρας του πήγε από το Μάμμαρι στο σανατόριο και επιβεβαίωσε πως είναι ο γιος του, ωστόσο αρνήθηκε να τον παραλάβει. «Εγώ γαμπρό τον άφησα να φύγει από το σπίτι όταν έφυγε, γαμπρό τον θέλω πίσω», είπε και επέστρεψε στο χωριό με την αδερφή του ήρωα. Αφού παρέλαβαν το γαμπριάτικο του κουστούμι επέστρεψαν στο σανατόριο της Κυπερούντας. 

Αφού τον έντυσαν γαμπρό με μια μεγαλειώδη πομπή, επέστρεψαν στο χωριό του ήρωα, στο Μάμμαρι για την κηδεία. Η κηδεία του Σάββα Ροτσίδη έγινε στις 26 Νοεμβρίου του 1958. Η οικογένεια του ήρωα δεν δέχθηκε να τη συλλυπηθούν για το χαμό του παιδιού τους. Πατέρας και μητέρα μετά την κηδεία του στο σπίτι, δεχόντουσαν συγχαρητήρια και πρόσφεραν λουκούμια, σαν να είχαν τον γάμο και όχι την κηδεία του παιδιού τους. «Σήμερα δεν θάβκουμε τον γιο μας, τον παντρεύκουμε», έλεγαν, σύμφωνα με τις μαρτυρίες στους παρευρισκόμενους οι χαροκαμένοι γονείς, γράφοντας με τα πιο χρυσά γράμματα τον επίλογο για το μεγαλείο του ήρωα, το μεγαλείο της ΕΟΚΑ και το μεγαλείο της Κύπρου. 

Η πλούσια δράση του
Ο Σάββας Ροτσίδης γεννήθηκε στο Μάμμαρι στις 18 Ιανουαρίου του 1935. Αποφοίτησε με άριστα από την Εμπορική Σχολή Σαμουήλ και εργαζόταν αρχικά στην ελληνική εταιρία ως λογιστής και αργότερα στο Μεταλλείο Μιτσερού. Η δουλειά του στο Μεταλλείο, ευνόησε την Οργάνωση αφού εξασφάλιζε μεγάλες ποσότητες  δυναμίτιδας και επικρουστήρων με τις οποίες εφοδίαζε την οργάνωση. 

Υπήρξε ένα από τα πολλά θύματα προδοσίας στα χρόνια της ΕΟΚΑ. Τον Οκτώβριο του 1956 συνελήφθη μετά από προδοσία και κάτω από το κρεβάτι του βρέθηκαν δύο πιστόλια και ποσότητες δυναμίτη. Μεταφέρθηκε στα κρατητήρια Πλατρών, όπου βασανίστηκε με κάθε τρόπο. Βγάλσιμο νυχιών, τεχνητό πνιγμό, χτυπήματα στα γεννητικά όργανα, χωρίς όμως οι Βρετανοί να καταφέρουν να του Πάρου έστω και μια λέξη. 

Για να γλιτώσει κατέστρωσε το σχέδιο απόδρασης του. Μετά από τα βασανιστήρια, υποσχέθηκε να δείξει στους Βρετανούς το κρησφύγετο του Στυλιανού Λένα. Αφού μπήκαν σε ένα τζιπ τους μετέφερε στον Πολύστυπο, όπου τους έδειξε την κορυφή ενός βουνού. Μετά από λίγα λεπτά, αφού οι Βρετανοί απομακρύνθηκαν, με δύο χτυπήματα κατά των δύο φρουρών που ήταν επιφορτισμένοι με την προστασία του, κατάφερε να διαφύγει μέσα στο δάσος. Οι Βρετανοί προσπάθησαν να τον ανακόψουν πυροβολώντας ανεπιτυχώς προς το μέρος του. Μέσα σε ένα βράδυ περπάτησε μια απόσταση 30 χιλιομέτρων και έφτασε μέχρι το χωριό του. Εκεί βρήκε καταφύγιο σε σπίτι φιλικών του προσώπων. Ακολούθως ενώθηκε με άλλες αντάρτικες ομάδες της Πιτσιλιάς με τις οποίες παρέμεινε μέχρι τον ηρωικό του θάνατο από τους Βρετανούς, μια μέσα σαν σήμερα το 1958. 

Για να σχολιάσετε κάντε κλικ εδώ
 
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Πίσω στην αρχή της σελίδας