Σάββατο 13 Αυγ, 2022 | Επικοινωνία
trans gif

Στο ΕΔΑΔ η υπόθεση του τετραπλού φονικού-Το deal με ισοβίτη και η υπόθεση Adamco

  15/06/2022 06:31
Στο ΕΔΑΔ η υπόθεση του τετραπλού φονικού-Το deal με ισοβίτη και η υπόθεση Adamco

Στο ΕΔΑΔ η υπόθεση του τετραπλού φονικού-Το deal με ισοβίτη και η υπόθεση Adamco

  15/06/2022 06:31

Ποικίλες αντιδράσεις προκάλεσε η απόφαση για αναστολή της ποινής ισοβίτη που καταδικάστηκε για το τετραπλό φονικό που διαπράχθηκε τον Ιούνιο του 2016, στο οποίο, σύμφωνα με την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου είχε ενεργό ρόλο, ενώ του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης πέντε χρόνων για τρεις σχεδιαζόμενες δολοφονίες και δώδεκα χρόνια για δύο απόπειρες φόνου. 

Η απόφαση ήρθε λίγες μέρες μετά την επικύρωση της ποινής από το Ανώτατο σε δύο εκ των καταδικασθέντων, με νομικούς κύκλους να την χαρακτηρίζουν πρωτοφανή, αφού ουδέποτε στα χρονικά αναστάλθηκε η ποινή σε ισοβίτη που χρησιμοποιήθηκε ως μάρτυρας κατηγορίας και εντάχθηκε στο πρόγραμμα μαρτύρων της Αστυνομίας.

Η εξέλιξη αυτή, άναψε φωτιές στην υπεράσπιση των δύο εκ των καταδικασθέντων που επικυρώθηκε πρόσφατα η ποινή τους, η οποία είχε εκφράσει ενώπιον του Ανωτάτου τη θέση πως ο μάρτυρας δωροδοκήθηκε προκειμένου να μαρτυρήσει εναντίον τους, με τον δικηγόρο του ενός, Ανδρέα Παπαχαραλάμπους, να χαρακτηρίζει την απόφαση για αναστολή της ποινής του ισοβίτη που εξέτισε μόνο έξι χρόνια, ως «αίσχος».

Είναι η θέση του κ. Παπαχαραλάμπους, πως «η Εισαγγελία ανέμενε την απόφαση του Ανωτάτου για να δώσει το πράσινο φως», υποδεικνύοντας πως «δεν μπορείς να δωροδοκείς για εξασφάλιση μαρτυρίας. Μια από τις θέσεις μας, ήταν ότι ο μάρτυρας που ήταν συγκατηγορούμενος, έλαβε υπόσχεση να δώσεις τους άλλους δύο, για να ενοχοποιηθούν, αφού κατά την άποψη μου, η μαρτυρία τους ήταν αδύνατη».

Παράλληλα, ο κ. Παπαχαραλάμπους ανέφερε πως κατά την αγόρευση του ενώπιον Ανωτάτου, έθεσε θέμα δίκαιης δίκης, καθώς ο μάρτυρας ήταν συγκατηγορούμενος και όπως υποστήριξε, του υποσχέθηκαν απελευθέρωση, δεδομένου πως καταθέσει εναντίον των άλλων κατηγορουμένων. «Όντως το πέτυχαν. Του ανέστειλαν την ποινή του λίγες ημέρες μετά την απόφαση, τον πήραν εξωτερικό και του είπαν να μην επιτρέψει τα επόμενα έξι χρόνια», ανέφερε ο κ. Παπαχαραλάμπους.

Μάλιστα, ο δικηγόρος αναφέρθηκε σε περιστατικό όπου ζήτησε να δει τον μάρτυρα με τον δικηγόρο του, για να λάβει την απάντηση πως «αυτό που περιμένει είναι να φύγει και να υλοποιηθεί η υπόσχεση που έλαβε», ενώ υποστήριξε πως ο μάρτυρας διαμαρτυρόταν γιατί καθυστερούσε η αναστολή της ποινής τους, λόγω διάφορων ζητημάτων που έθετε στο Ανώτατο κατά την εκδίκαση της έφεσης.

Προσφεύγει στο ΕΔΑΔ

Έχοντας στα χέρια της απόφαση του ΕΔΑΔ, το οποίο ανέτρεψε καταδικαστική απόφαση για ανθρωποκτονία καθώς ο βασικός μάρτυρας κατηγορίας ήταν πρώην συγκατηγορούμενος του, η υπεράσπιση των δύο εκ των καταδικασθέντων, προσφεύγουν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Όπως ανέφερε ο Ανδρέας Παπαχαραλάμπους, στο αμέσως επόμενο διάστημα καταχωρείται η προσφυγή και ένας από τους λόγους που θα τεθούν ενώπιον του ΕΔΑΔ, είναι η αναστολή της ποινής του ισοβίτη, επιμένοντας στη θέση πως επρόκειτο για δωροδοκία, παραπέμποντας στη σχετική απόφαση του Δικαστηρίου, το οποίο στην υπόθεση Adamčo κατά Σλοβακίας, είχε αναφέρει πως «η χρήση καταθέσεων μαρτύρων έναντι αμοιβής ή άλλων πλεονεκτημάτων μπορεί να θέσει σε αμφισβήτηση τη δίκαιη διαδικασία εναντίον του κατηγορουμένου».

Στην εν λόγω υπόθεση, η οποία χαρακτηρίζεται από νομικούς ως καθοριστικής σημασίας, αναφέρεται και ο δικηγόρος Γιάννης Πολυχρόνης, ο οποίος κληθείς να σχολιάσει την απόφαση για αναστολή της ποινής του ισοβίτη, παρέπεμψε στη σχετική απόφαση του ΕΔΑΔ.

Όπως αναφέρει, με βάση τη νομολογία του ΕΔΑΔ, «η  χρήση καταθέσεων από μάρτυρες με αντάλλαγμα την ασυλία ή άλλα πλεονεκτήματα μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση την αμεροληψία της δίκης εναντίον του κατηγορουμένου και είναι ικανή να εγείρει ευαίσθητα ζητήματα, καθώς από τη φύση τους, τέτοιες δηλώσεις είναι ανοιχτές σε εκμετάλλευση και μπορεί να γίνουν αποκλειστικά με σκοπό την απόκτηση των πλεονεκτημάτων που προσφέρονται ως αντάλλαγμα, είτε για προσωπική εκδίκηση».

Ο κ. Πολυχρόνης υπέδειξε πως το ΕΔΑΔ τόνισε σε σωρεία αποφάσεων του ότι, «η ενίοτε αμφιλεγόμενη φύση των εν λόγω καταθέσεων καθώς και ο κίνδυνος που υπάρχει για ένα άτομο να μπορεί να κατηγορηθεί και να δικασθεί με βάση ανεπιβεβαίωτους ισχυρισμούς που δεν είναι κατ’ ανάγκην ανιδιοτελείς δεν πρέπει, ως εκ τούτου, να υποτιμάται. Επίσης με βάση τη δική μας νομολογία στις περιπτώσεις όπου ένας μάρτυρας είναι συνεργός στο έγκλημα ή έχει συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης πρέπει ως θέμα πρακτικής να αναζητείται ενισχυτική μαρτυρία. Όσο πιο μεγάλο το συμφέρον που έχει από την έκβαση της υπόθεσης ένας μάρτυρας τόσο μεγαλύτερη η ανάγκη αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας».

Αναφορικά με τον χρόνο κατά τον οποίο λήφθηκε η απόφαση για αναστολή της ποινής του ισοβίτη, ο κ. Πολυχρόνης είπε πως «το παράδοξο που βλέπουμε να συμβαίνει είναι να αποκαλύπτονται τα ανταλλάγματα μετά την τελεσιδικία της υπόθεσης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ασκηθεί δικαστική κρίση για την ποιότητα αλλά και την αποδεκτότητα των καταθέσεων αυτών των μαρτύρων».

Παράλληλα, ο κ. Πολυχρόνης τόνισε πως «με την άνευ ετέρου απόλυση ενός κρατουμένου, επειδή έχει κατάθεση εναντίων ενός συγκατηγορούμενου του, ενώ υπολείπεται μεγάλο μέρος έκτισης της ποινής, αυτή η πρακτική μπορεί να θεωρηθεί παρέμβαση στην δικαιοσύνη και ενδεχομένως και χειραγώγηση της ποινικής διαδικασίας».

Στο μεταξύ, η Νομική Υπηρεσία από την πλευρά της αναφέρει πως δεν υπήρχε οποιαδήποτε συμφωνία με τον ισοβίτη και πως η απόφαση λήφθηκε με γνώμονα τη συνδρομή του αλλά και για λόγους υγείας. 

Ο νομικός Γιάννης Πολυχρόνης, που είναι και αντιπρόεδρος του Συνδέσμου Προστασίας των Φυλακισμένων και Αποφυλακισθέντων, ανέφερε πάντως πως για να αποφυλακιστεί κάποιος για λόγους υγείας, με βάση το άρθρο 21(Β) του περί Φυλακών Νόμων, ένας κατάδικος περνά από ιατροσυμβούλιο το οποίο εξετάζει την περίπτωση του και αποφασίζει κατά πόσο είναι σε θέση να εκτίσει την ποινή του και εάν κριθεί πως δεν μπορεί να το πράξει, τότε μπορεί να αποφασίσει την κράτηση του σε άλλο χώρο, όπως κλινική. 

Η απόφαση του ΕΔΑΔ για ανθρωποκτονία και ανταλλάγματα σε μάρτυρες

Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, για την οποία γίνεται λόγος, ήρθε μετά από προσφυγή του Σλοβάκου Branislav Adamčo, ο οποίος καταδικάστηκε για ανθρωποκτονία από πρόθεση και στην ουσία κλήθηκε να εξετάσει το μείζονος σημασίας νομικό ζήτημα, του δικαστικού ελέγχου των ζητημάτων που αφορούν τις συμφωνίες περί απαλλαγής. 

Ο προσφεύγων αθωώθηκε πρωτόδικα από την κατηγορία της συνέργειας σε ανθρωποκτονία. Ασκήθηκε έφεση από τον Εισαγγελέα ο οποίος μετέτρεψε την κατηγορία από απλό συνεργό σε αυτουργό και καταδικάστηκε από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, βάσει της κατάθεσης του μάρτυρα Μ. ο οποίος ενοχοποίησε μεταγενέστερα τον προσφεύγοντα, αναιρώντας την αρχική του κατάθεση. 

Το 2011 υπέβαλε καταγγελία στο Συνταγματικό Δικαστήριο, υποστηρίζοντας ότι οι μεταβολή στην κατηγορία που έλαβε χώρα σχετικά με την υπόθεσή του ενώπιον της δίκης και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ήταν παράτυπες και ότι δεν είχε πρόσβαση στο ένδικο μέσο της εισαγγελικής αρχής και στην δικογραφία που σχηματίστηκε μετά την πρωτοβάθμια απόφαση. Υποστήριξε επίσης ότι ο μάρτυρας της εισαγγελικής αρχής δεν ήταν αξιόπιστος, καθώς αυτός είχε επωφεληθεί από την αλλαγή της κατάθεσής του, διότι η εισαγγελική αρχή  είχε αποσύρει  την ποινική δίωξη σε βάρος του. Το Συνταγματικό Δικαστήριο απέρριψε την καταγγελία του ως απαράδεκτη.

Βασιζόμενη ειδικότερα στο άρθρο 6 (δικαίωμα δίκαιης δίκης) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ο προσφεύγων διαμαρτυρήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι δεν είχε πρόσβαση στη δικογραφία μετά την άσκηση της έφεσης και της αναίρεσης και ότι η καταδίκη του βασίστηκε σε αποφασιστικό βαθμό στη μαρτυρία ενός μάρτυρα που είχε προφανές κίνητρο να καταθέσει υπέρ της δίωξης και όχι να πει την αλήθεια.

Ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι η δίκη του ήταν άδικη, καθώς η καταδίκη του βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στον μάρτυρα, ο οποίος είχε αλλάξει την κατάθεσή του κατά τη διάρκεια της δίκης για να επωφεληθεί από μια συμφωνία με την εισαγγελική αρχή.

Το κύριο μέλημα του Δικαστηρίου βάσει του άρθρου 6 § 1 είναι η αξιολόγηση της συνολικής ποινικής διαδικασίας.

Το Δικαστήριο στην απόφαση του επισημαίνει, αρχικά, το επιχείρημα της Κυβέρνησης ότι η κατάθεση του μάρτυρα Μ. ήταν απλώς ένα αποδεικτικό στοιχείο από ένα σύνολο αποδεικτικών στοιχείων που ενοχοποιούσαν τον προσφεύγοντα. Ωστόσο, δεν αμφισβητήθηκε ότι τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία ήταν έμμεσα, ότι αποτελούν μέρος ενός συνόλου μόνο όταν εκτιμηθούν σε συνδυασμό με  την κατάθεση του μάρτυρα Μ. και ότι ένα καθοριστικό σημείο καμπής στη δίκη ήρθε όταν ο M. άλλαξε την κατάθεσή του και άρχισε να ενοχοποιεί τον προσφεύγοντα. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η κατάθεση του μάρτυρα M. αποτελούσε, αν όχι το μοναδικό, τουλάχιστον το αποφασιστικό αποδεικτικό στοιχείο κατά του προσφεύγοντος.

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η χρήση καταθέσεων μαρτύρων έναντι αμοιβής ή άλλων πλεονεκτημάτων μπορεί να θέσει σε αμφισβήτηση τη δίκαιη διαδικασία εναντίον του κατηγορουμένου, και μπορεί να εγείρει σημαντικά προβλήματα στο βαθμό που από τη φύση τους οι καταθέσεις αυτές γίνονται υπό το καθεστώς χειραγώγησης και αποκλειστικά για να αποκτήσει αυτός που καταθέτει τα πλεονεκτήματα που προσφέρονται σε αντάλλαγμα ή για προσωπική εκδίκηση. Ο κίνδυνος σύμφωνα με τον οποίο ένα άτομο θα μπορούσε να κατηγορηθεί και να δικαστεί με βάση μη επαληθευμένους ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν είναι απαραιτήτως απαράδεκτοι, δεν πρέπει να υποτιμάται.

Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος που αμφισβητούν την αξιοπιστία του μάρτυρα Μ. ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, εξετάστηκαν μόνο από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και ότι δεν έλαβε συγκεκριμένη απάντηση από τα δικαστήρια που εξέτασαν την υπόθεσή του ούτε και συνέχεια από το Συνταγματικό Δικαστήριο.

Συναφώς, το Δικαστήριο υπενθύμισε αρχικά, ότι ο έλεγχος του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου φαίνεται να περιοριζόταν σε οποιοδήποτε πλεονέκτημα μπορεί να είχε λάβει ο μάρτυρας Μ. στο πλαίσιο της δίκης για τη δολοφονία του K. και ουδόλως εξέτασε το πλεονέκτημα που θα μπορούσε να έχει λάβει στο πλαίσιο της δίωξης για τη δολοφονία του «Ο» που κατηγορείτο ο μάρτυρας. «Δεν έχουν γνωστοποιηθεί στο Δικαστήριο στοιχεία σχετικά με την εν λόγω δίωξη. Αλλά παρέμεινε ένας αδιαμφισβήτητος ισχυρισμός ότι, αφού άλλαξε την κατάθεσή του, η σχετική κατηγορία αποσύρθηκε, η έρευνα έκλεισε και αφέθηκε ελεύθερος. Κανένα από τα εθνικά δικαστήρια που ασχολήθηκαν με την υπόθεση του προσφεύγοντα δεν έλαβε θέση ως προς το γεγονός αυτό. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να λεχθεί ότι τα εθνικά δικαστήρια εξέτασαν διεξοδικά το επιχείρημα του προσφεύγοντος σχετικά με την πραγματική της βάση στο σύνολό της».

Ταυτόχρονα, το Δικαστήριο επισήμανε ότι δεν υποστηρίχθηκε ούτε αποδείχθηκε ότι δόθηκε ιδιαίτερη προσοχή στην εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που κατατέθηκαν από τον  Μ. στη δίκη του προσφεύγοντα, λόγω του γεγονότος ότι προέρχεται από μάρτυρα ο οποίος, ο ίδιος εμπλέκεται στο αδίκημα. Αντιθέτως, φαίνεται μάλλον ότι τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία εξετάστηκαν και αξιολογήθηκαν από τα εθνικά δικαστήρια, όπως θα ήταν κάθε συνηθισμένο αποδεικτικό στοιχείο.

Συναφώς, το Δικαστήριο επισήμανε ότι «το μέγεθος του ελέγχου που απαιτείται για τα αποδεικτικά στοιχεία από έναν μάρτυρα συσχετίζεται με τη σπουδαιότητα του πλεονεκτήματος που αποκομίζει ο μάρτυρας αυτός ως αντάλλαγμα για τα αποδεικτικά στοιχεία που καταθέτει. Στην προκειμένη περίπτωση, το πλεονέκτημα που απέκτησε ο μάρτυρας Μ. υπερβαίνει τη μείωση της ποινής ή του οικονομικού οφέλους, αλλά ουσιαστικά ισοδυναμεί με ατιμωρησία για το αδίκημα που κατηγορείτο».

Όσον αφορά το δικαστικό έλεγχο των ζητημάτων που αφορούν τις συμφωνίες περί απαλλαγής του Μ. στη δίκη του ίδιου του προσφεύγοντα, όπως προαναφέρθηκε, ο έλεγχος του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ήταν ανεπαρκής, ενώ τα ανώτερα δικαστήρια δεν απάντησαν πλήρως στο επιχείρημά του. Επιπλέον, σημειώνεται ότι όλες οι αποφάσεις σχετικά με τη δίωξη του Μ. ελήφθησαν υπό την αποκλειστική ευθύνη της εισαγγελικής αρχής χωρίς κανένα στοιχείο δικαστικού ελέγχου.

Κατά συνέπεια, ενόψει της σημασίας των αποδεικτικών στοιχείων που απέδειξε ο μάρτυρας Μ. στη δίκη του προσφεύγοντος, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι, λόγω των συγκεκριμένων περιστατικών της υπό κρίση υπόθεσης, η χρήση τους στη δίκη δεν συνοδεύεται από κατάλληλες διασφαλίσεις, ώστε να διασφαλίζεται συνολικά η δίκαιη δίκη στη διαδικασία.

Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η δίκη του προσφεύγοντα δεν κάλυπτε την εγγύηση της δίκαιης δίκης σύμφωνα με το άρθρο 6 της Σύμβασης.

Για να σχολιάσετε κάντε κλικ εδώ
 
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Πίσω στην αρχή της σελίδας