Δευτέρα 16 Μαϊ, 2022 | Επικοινωνία
trans gif

Η κουλτούρα βιασμού που ενοχοποιεί το θύμα-Πόσο σεμνά ήταν ντυμένοι οι βιαστές;

Χάρις Βωβού  24/01/2022 06:20
Η κουλτούρα βιασμού που ενοχοποιεί το θύμα-Πόσο σεμνά ήταν ντυμένοι οι βιαστές;

Η κουλτούρα βιασμού που ενοχοποιεί το θύμα-Πόσο σεμνά ήταν ντυμένοι οι βιαστές;

Χάρις Βωβού  24/01/2022 06:20

Η πρόσφατη υπόθεση βιασμού νεαρής κοπέλας σε σουίτα στη Θεσσαλονίκη που είδε το φως της δημοσιότητας, προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις, με κάποιους μάλιστα να επιρρίπτουν ευθύνες  στο θύμα για την σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη, γεγονός που αναμφίβολα προβληματίζει ως προς την αντίληψη που επικρατεί από μερίδα πολιτών γύρω από το έγκλημα του βιασμού.  

Φράσεις όπως, «τι γύρευε η κοπέλα στο δωμάτιο του ξενοδοχείου» ή «τι ρούχα φορούσε», όχι μόνο θυματοποιούν για δεύτερη φορά το θύμα, αλλά ενδυναμώνουν και την κουλτούρα του βιαστή μέσα στην κοινωνία υπό την ανοχή της.   

Δυστυχώς, η κουλτούρα του βιασμού είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την πατριαρχία, που εξακολουθεί να διαπαιδαγωγεί τα αγόρια και τους άντρες στην τοξική αρρενωπότητα, στην τάση για κυριαρχία και επιβολή πάνω στις γυναίκες και παράλληλα είναι ένα σύστημα κοινωνικών πεποιθήσεων που κανονικοποιούν και δικαιολογούν τη σεξουαλική βία των αντρών κατά των γυναικών, αντί να την καταδικάζουν απερίφραστα και με κάθε τρόπο, εξηγεί στον REPORTER η κοινωνιολόγος στο Μεσογειακό Ινστιτούτο Μελετών Κοινωνικού Φύλου, Μαρία Αγγελή.  

«Η κουλτούρα του βιασμού μας κάνει να συνηθίζουμε τη βία κατά των γυναικών. Είναι μια κουλτούρα που ωραιοποιεί τη βία, που τη θεωρεί σέξι και προϊόν διασκέδασης. Να σας θυμίσω για παράδειγμα τον στίχο "τη δικιά σου παίρνουμε gangbang", το ακούμε και δεν του δίνουμε σημασία, δεν συνδέουμε τον αδιανόητο ανθρώπινο πόνο που αυτό περιέχει και το γεγονός ότι είναι ένα ειδεχθές έγκλημα του ποινικού κώδικα».  

Όπως υπογραμμίζει η κα Αγγελή, η κουλτούρα του βιασμού μεταθέτει την ευθύνη, τη ντροπή και την κοινωνική κατακραυγή από τον βιαστή στη γυναίκα που βιάστηκε, από τον δράστη στο θύμα, δηλαδή υπονοεί ότι οι γυναίκες που βιάζονται έχουν οποιαδήποτε ευθύνη για αυτό που τους συνέβη.   

«Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι καμία γυναίκα δεν πάει πουθενά για να βιαστεί. Επίσης, έχουμε δεδομένα και μπορούμε να αποδείξουμε ότι κανένα μέρος δεν είναι αρκετά ασφαλές για τις γυναίκες και αυτό δεν το λέω για να παρουσιάσω τις γυναίκες ως αδύναμα θύματα αλλά για να τονίσω ότι οι βιαστές δρουν σε όλα τα πλαίσια, στο σπίτι, στον δρόμο, στους δημόσιους χώρους, στα σχολεία. Η κουλτούρα του βιασμού θολώνει τα όρια της συναίνεσης, ξεθωριάζει το γεγονός ότι η έλλειψη της ενεργούς και συνειδητής συναίνεσης είναι βιασμός».  

Ο λόγος που υπάρχει αυτή η δευτερογενής θυματοποίηση από τους πολίτες, είναι γιατί ακριβώς συχνά συντηρούν την πατριαρχία και την κουλτούρα του βιασμού, προσθέτει η κα Αγγελή, εξηγώντας πως είναι σαν να παίρνουμε το μέρος του κυρίαρχου ενοχοποιώντας τις γυναίκες, καλλιεργώντας έτσι μια κουλτούρα ανοχής στη βία.

«Η δευτερογενής θυματοποίηση συμβαίνει κατά κόρον και από τους θεσμούς που υποτίθεται ότι είναι εκεί για να προστατεύουν τα θύματα και να τιμωρούν τους δράστες. Για παράδειγμα, στην πρόσφατη υπόθεση βιασμού που είδε το φως της δημοσιότητας, οι διωκτικές αρχές προέβησαν σε μια δεύτερη κακοποίηση της γυναίκας που υπέστηκε βιασμό. Την εξανάγκασαν να παραμείνει άπλυτη για τρεις ολόκληρες μέρες μέχρι να της εξασφαλίσουν το αναφαίρετο δικαίωμά της στην ιατροδικαστική εξέταση. Οι διωκτικές αρχές επίσης, έχουν προσπεράσει πάρα πολλές φορές τις καταγγελίες για τη σεξουαλική βία και δεν έχουν κάνει σωστή διερεύνηση και εκτίμηση ρίσκου. Αυτό κοστίζει σε ανθρώπινες ζωές, επειδή ένας θύτης έχει συνήθως πολλά θύματα ή μια κακοποίηση κρύβει πίσω της διακρατικά κυκλώματα εμπορίας που συνεχίζουν ανενόχλητα όσο δεν εξαρθρώνονται».  

Ένα από τα πιο τραγικά λάθη που γίνονται μέσα στην κοινωνία είναι οι φράσεις που ξεστομίζουν ή γράφουν ορισμένοι, ανεξαρτήτου φύλου ή μόρφωσης, ανενόχλητα και χωρίς ίχνος ενσυναίσθησης, οι οποίες ενοχοποιούν το θύμα και ταυτόχρονα ενδυναμώνουν τον βιαστή.   

Όπως υπογραμμίζει η κα Αγγελή, κάθε φορά που κάποιος ή κάποια λέει «τι γύρευε η γυναίκα που βιάστηκε σε εκείνο το μέρος», «τι φορούσε», «γιατί δεν πρόσεχε», ενδυναμώνει τον βιαστή, αφού τον εξαφανίζει από το πλάνο. «Επιπρόσθετα, υπονοεί ότι οι γυναίκες έχουν οποιαδήποτε ευθύνη για αυτό που τους συνέβη, το λεγόμενο ‘victim blaming’. Αυτό είναι άκρως επικίνδυνο και δυστυχώς συχνά παρεισφρέει και στις εκδικάσεις τον υποθέσεων προσφέροντας ελαφρυντικά στους δράστες».

Θα πρέπει λοιπόν, όπως τονίζει η κα Αγγελή, να υπάρχει μεγάλη προσοχή για τον τρόπο με τον οποίο εκφραζόμαστε δημόσια ή όχι σε αυτά τα εγκλήματα. Θα πρέπει να μιλάμε με ευθύτητα και σαφήνεια καταδικάζοντας αυτά τα εγκλήματα απερίφραστα, θέτοντας στο επίκεντρο της ντροπής, του φόβου και της κοινωνικής κατακραυγής τους θύτες και όχι τα θύματα, ενώ παράλληλα, θα πρέπει να στεκόμαστε αλληλέγγυα και υποστηρικτικά απέναντι στις γυναίκες.   

«Αυτή τη στιγμή στην Αθήνα γίνεται μια πορεία με το σύνθημα "αδελφή μου εγώ σε πιστεύω". Αντίστοιχες πορείες έχουν γίνει στην Κύπρο και σε ολόκληρο τον κόσμο. Θα πρέπει επίσης να θέτουμε το θέμα της βίας κατά των γυναικών στη σωστή του διάσταση, που είναι πολιτική και έχουμε υποχρέωση να στρέψουμε την προσοχή μας στην υλοποίηση των νομικών υποχρεώσεων του κράτους για την πρόληψη και την καταπολέμηση όλων των μορφών βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας, δεσμεύσεις που προκύπτουν από τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης. Όλες οι πολιτικές κρίνονται εκ του αποτελέσματος και η πανδημική έκταση της βίας κατά των γυναικών καταδεικνύει ότι υπήρξαν διαχρονικά αναποτελεσματικές».  

«Το σεξ χωρίς συναίνεση είναι βιασμός»

Από την πλευρά της η Εγκληματολόγος-Κοινωνιολόγος Δήμητρα Τσίτση, αναφέρει στον REPORTER πως πολλοί βιασμοί δεν καταγγέλλονται καθώς οι γυναίκες φοβούνται τον κοινωνικό αντίκτυπο, ενώ μπορεί να έχουν σχέσεις οικονομικής εξάρτησης ή καταναγκασμού με τον δράστη, να μην αντέχουν να υπομείνουν μια δικαστική διερεύνηση που θα είναι μακροχρόνια και θα ξύνει διαρκώς τις πληγές τους, αποθαρρύνονται από το κοινωνικό τους περιβάλλον, εσωτερικεύουν την ενοχή που τους αποδίδεται ή δεν πιστεύουν στην προοπτική της δικαίωσης.

«Οι βιασμοί είναι εδώ, δίπλα μας, στα σπίτια μας και στις παρέες μας. Αν δεν έχεις τόλμη να μιλήσεις; Τότε τι γίνεται; Δεν είναι πάντα εύκολο να ξέρεις τι να πεις όταν κάποιο άτομο σου λέει ότι έχει υποστεί σεξουαλική επίθεση ή είναι θύμα βιασμού. Όλα τα γεγονότα που γίνονται γνωστά και δεκάδες άλλα που μένουν πίσω από κλειστές πόρτες, δεν είναι μεμονωμένα, αλλά είναι μερικοί κρίκοι στην αλυσίδα της κουλτούρας του βιασμού, η οποία καλλιεργείται στο γόνιμο γι' αυτήν έδαφος της πατριαρχίας που επικρατεί ακόμη και σήμερα στην κοινωνία. Η κουλτούρα του βιασμού είναι κοινωνική σύμπλεξη του σεξισμού, του μισογυνισμού, και της τοξικής αρρενωπότητας, ένα κοινωνικό σύστημα που ορίζεται από πατριαρχικές νοοτροπίες, συμπεριφορές, και στερεότυπα και διαιωνίζεται από την ανοχή ή και συνενοχή των θεσμών και των ΜΜΕ».

Σύμφωνα με την κα Τσίτση, «η λογική της κουλτούρας του βιασμού, θέλει το θύμα να είναι γυναίκα. Εκείνη, λοιπόν, χρειάζεται να προσαρμόσει την εμφάνιση και τη συμπεριφορά της, ώστε να μη «προκαλεί» το βιαστή, ο οποίος δε χρειάζεται να συγκρατήσει τα ένστικτά του – αν ξεπεράσει τα όρια, σημαίνει πως βρήκε λόγο για να τα ξεπεράσει. Έχουμε λοιπόν ένα περιβάλλον στο οποίο είναι σχεδόν λογικό μία γυναίκα να παρενοχλείται και να κακοποιείται. Δυστυχώς, μέσα σε αυτή την κουλτούρα βιασμού που υποβόσκει στο σύστημα, η σεξουαλική κακοποίηση είναι κανονικότητα και υπαίτιοι είναι τα θύματα, όχι οι θύτες, και αυτό συνεπάγεται και αποσκοπεί στην εγκληματοποίηση της γυναίκας όταν εκείνη είναι το θύμα. Η γυναίκα μαθαίνει τι πρέπει να κάνει για να την αποφύγει, ενώ ο άνδρας όχι να μην την ασκεί. Η γυναίκα καλείται να θυσιάσει προσωπικές ελευθερίες κι ευκαιρίες για να παραμείνει ασφαλής. Ντυθήκαμε πιο «σεμνά». Περιοριστήκαμε με κάθε τρόπο. Επιτέλους τα θύματα δειλά –   δειλά υψώνουν τη φωνή τους, όπως βλέπουμε και στην περίπτωση της 24χρονης από την Θεσσαλονίκη».

Όπως τονίζει η κα Τσίτση, εκφράσεις όπως «ήταν ντυμένη προκλητικά» και «φορούσε ανοιχτό μπλουζάκι», λειτουργούν ως ελαφρυντικό και ενδυναμώνουν τον βιαστή.

«Αλήθεια μαθαίνουμε ποτέ πόσο ‘’σεμνά’’ ήταν ντυμένοι οι βιαστές; Ρώτησε κανείς; Αν ήταν υπό την επήρεια αλκοόλ; Που συχνάζουν; Η δική τους συμπεριφορά ανήκει de facto στην καλά περιφρουρημένη σφαίρα της κυρίαρχης, αποδεκτής και κανονικοποιημένης τοξικής αρρενωπότητας. Αντίθετα, από την πλευρά μας αντί να κρίνουμε το θύμα, μπορούμε να είμαστε υποστηρικτικοί μαζί του. Η υποστήριξη που μπορούμε να προσφέρουμε στο θύμα είναι σημαντική και δεν χρειάζεται να είμαστε ειδικοί, για να βοηθήσουμε, αλλά το πιο σημαντικό πράγμα που μπορούμε να κάνουμε είναι να ακούμε το άτομο που μας εμπιστεύτηκε και να μας πει τι χρειάζεται».

Μερικές από τις εκφράσεις που μας προτρέπει να πούμε η κα Τσίτση είναι, «Δεν είσαι μόνη, Νοιάζομαι και είμαι εδώ για να ακούσω ή να βοηθήσω με οποιονδήποτε τρόπο μπορώ», «Δεν φταις εσύ», «Δεν έκανες τίποτα απολύτως που να προκάλεσε αυτό σου συνέβη», «Σε πιστεύω», «Είσαι θαρραλέα που μου το είπες αυτό».

Όπως τονίζει η κα Τσίτση, «το σεξ χωρίς συναίνεση είναι βιασμός, τελεία και παύλα. Μέχρις ότου οι κυβερνήσεις εναρμονίσουν τις νομοθεσίες τους με αυτό το απλό γεγονός, οι δράστες του βιασμού θα συνεχίσουν να διαφεύγουν, με τα εγκλήματά τους να παραμένουν ατιμώρητα».

Αναφορικά με τις τοξικολογικές εξετάσεις του θύματος, σύμφωνα με την Διεθνή Αμνηστία για τα δικαιώματα της γυναικάς, έρευνες δείχνουν επανειλημμένα ότι πολλοί άνθρωποι εξακολουθούν να πιστεύουν ότι δεν πρόκειται για βιασμό όταν το θύμα είναι μεθυσμένο, όταν φοράει αποκαλυπτικά ρούχα ή όταν δεν αντιστέκεται.

Για να σχολιάσετε κάντε κλικ εδώ
 
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Πίσω στην αρχή της σελίδας