Τρίτη 17 Μαϊ, 2022 | Επικοινωνία
trans gif

Οι ερωτικές περιπτύξεις αστυνομικών και το ροζ βίντεο που έφθασε μέχρι Ανώτατο

Ντίνα Κλεάνθους  21/01/2022 20:03
Οι ερωτικές περιπτύξεις αστυνομικών και το ροζ βίντεο που έφθασε μέχρι Ανώτατο

Οι ερωτικές περιπτύξεις αστυνομικών και το ροζ βίντεο που έφθασε μέχρι Ανώτατο

Ντίνα Κλεάνθους  21/01/2022 20:03

Δεκατέσσερα χρόνια μετά το ροζ σκάνδαλο που προκάλεσε σάλο στις τάξεις της Αστυνομίας, με τις ερωτικές περιπτύξεις δύο μελών της Δύναμης να καταγράφονται σε βίντεο το οποίο διέρρευσε, έπεσε η αυλαία στην υπόθεση από το Ανώτατο.  

Η παραπονούμενη, που κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν μέλος της Αστυνομίας, περί το έτος 2003-2004, σύναψε ερωτικό δεσμό με παντρεμένο υπαστυνόμο. 

Το 2006 ενώ το ζευγάρι βρισκόταν σε ερωτικές περιπτύξεις, βιντεογραφήθηκε η επαφή του και σε αυτό διακρινόταν το πρόσωπο της αστυνομικού, ενώ του ιδίου όχι. Τέλος Δεκεμβρίου του 2006 αρχές Ιανουαρίου 2007, το συγκεκριμένο βίντεο κυκλοφόρησε μέσω κινητών τηλεφώνων σε τρίτα πρόσωπα, ενώ προβλήθηκε με αλλοιωμένη εικόνα από το ΡΙΚ.

Ωστόσο, στο βίντεο που είδε το φως της δημοσιότητας, δεν διακρινόταν οτιδήποτε, ούτε εμφανιζόταν το πρόσωπο της παραπονούμενης, ενώ στα πλαίσια του ρεπορτάζ μεταδόθηκε μικρή συνέντευξη της τότε Επιτρόπου Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, η οποία καταδίκαζε την διαρροή του βίντεο, χαρακτηρίζοντας της ως παράνομη. Στη συνέχεια υπήρξε παρέμβαση στο δελτίο από τον τότε Αρχηγό της Αστυνομίας, ο οποίος απέρριψε τους ισχυρισμούς για λήψη μέτρων εναντίον της αστυνομικού και παράλληλα ψεγάδιασε την ενέργεια του ΡΙΚ να παρουσιάσει το θέμα αυτό στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του.  

Χώρισαν και διέρρευσε το βίντεο σε αστυνομικούς 

H αστυνομικός που φαίνεται να πρωταγωνιστούσε στο βίντεο, αντέδρασε άμεσα καταχωρώντας αγωγή εναντίον αρχικά έξι προσώπων, ενώ αργότερα τα περιόρισε σε τέσσερα. Εναγόμενοι ήταν το ΡΙΚ και δύο φυσικά πρόσωπα συνεργάτες του Ιδρύματος, καθώς και ο υπαστυνόμος, με τον οποίο διατηρούσε σχέση.

Η αστυνομικός διεκδικούσε αποζημιώσεις εναντίον όλων για συκοφαντική δυσφήμιση και επιζήμια ψευδολογία για ζημιά που υπέστη, συνεπεία παράβασης των καθηκόντων τους, καθότι δημοσίευσαν το βίντεο χωρίς τη συγκατάθεση και/ή έγκριση της.

Ήταν η δικογραφημένη θέση της παραπονούμενης πως το συγκεκριμένο βίντεο λήφθηκε και κυκλοφόρησε από τον υπαστυνόμο, αναφέροντας παράλληλα πως στο εν λόγω βίντεο ήταν συνολικής διάρκειας 28 δευτερολέπτων, ακουγόταν καθαρά η φωνή αμφοτέρων και εμφανιζόταν το πρόσωπο της. 

Όπως ισχυρίστηκε, ο υπαστυνόμος το επεξεργάστηκε με τέτοιο τρόπο, ώστε για χρονική περίοδο, διάρκειας 13 δευτερολέπτων από την έναρξη προβολής του να αναγράφονται στην οθόνη το αρχικό του ονόματος της, το επίθετο και η λέξη ''astinom''.

Το 2006 μετά τον τερματισμό του δεσμού τους, στον οποίο έδωσε τέλος η ίδια, ο υπαστυνόμος εκδικητικά και κακόβουλα και παραβιάζοντας τη σχέση εμπιστοσύνης τους, απέστειλε και παρέδωσε σε μεγάλο αριθμό μελών της Αστυνομίας, το εν λόγω βίντεο, όπως το είχε επεξεργαστεί. Το ίδιο βίντεο, παραδόθηκε και στο ΡΙΚ, το οποίο ασχολήθηκε με το θέμα.

Αρνείτο ο υπαστυνόμος

Με την έκθεση υπεράσπισης του, ο υπαστυνόμος αρνείτο ότι κατέγραψε σε βίντεο προσωπικές τους στιγμές με την αστυνομικό και ισχυριζόταν ότι καμιά σχέση είχε με το επίδικο βίντεο.

Μετά την ακροαματική διαδικασία στην οποία κατέθεσε αριθμός μαρτύρων εκ μέρους της αστυνομικού, ενώ προς υπεράσπιση κατέθεσε μόνο ο υπαστυνόμος, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε την απόφαση του, με την οποία επιδικάζονταν υπέρ της παραπονούμενης, στη βάση παραβίασης του δικαιώματος για ιδιωτική ζωή, γενικές αποζημιώσεις ύψους €25.000 και παραδειγματικές αποζημιώσεις ύψους €5.000 πλέον νόμιμο τόκο από 15.6.2007 και έξοδα.

Η αγωγή εναντίον του ΡΙΚ και των συνεργατών του απορρίφθηκε καθώς κρίθηκε πως το δημοσίευμα ουδόλως «φωτογράφιζε» την παραπονούμενη, ούτε γινόταν οποιαδήποτε αναφορά στο όνομα της.

Προσέφυγε Ανώτατο ο υπαστυνόμος 

Η ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης εφεσιβλήθηκε από τον υπαστυνόμο, με την υπεράσπιση του να εστιάζει «στη λανθασμένη κατά την εισήγηση τους επιδίκαση αποζημιώσεων για παραβίαση του δικαιώματος ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, η οποία δεν αποτελούσε βάση αγωγής, ούτε η συγκεκριμένη αξίωση καλυπτόταν από τα δικόγραφα της εφεσίβλητης».

Ήταν εισήγηση της υπεράσπισης πως βάση της αγωγής στο οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα αλλά και στην Έκθεση Απαίτησης αποτελούσε η συκοφαντική δυσφήμιση και επιζήμια ψευδολογία, η οποία αποδίδεται κυρίως στο ΡΙΚ για τη μετάδοση του σχετικού ρεπορτάζ κατά τη διάρκεια του Κεντρικού Δελτίου Ειδήσεων του.

Αντίθετη ήταν η εκτίμηση του συνηγόρου της αστυνομικού, ο οποίος υιοθέτησε την πρωτόδικη προσέγγιση και αμφισβήτησε ότι η παραβίαση του δικαιώματος της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής της, δεν δικογραφήθηκε. 

Εξετάζοντας τους λόγους έφεσης, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει προβεί προτού καταλήξει στη γενόμενη αξιολόγηση σε ευρεία αναφορά των λεχθέντων από τους διαδίκους, μη παραλείποντας και μη παραβλέποντας τη σημειωθείσα διαφοροποίηση στη μαρτυρία της εφεσίβλητης από όσα είχε αναφέρει σε κατάθεση της, ότι δεν γνώριζε πως ο υπαστυνόμος τη βιντεογραφούσε. Όπως ανέφερε το Δικαστήριο, «Δεν παραγνωρίζω ότι στην πρώτη κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία ανέφερε ότι δεν εγνώριζε ότι ο υπαστυνόμος την είχε βιντεογραφήσει, θέση την οποία ανακάλεσε με τη μαρτυρία της.  Το γεγονός αυτό από μόνο του δεν την καθιστά αναξιόπιστη μάρτυρα.  Είναι εύκολα αντιληπτό ότι ένοιωθε πολύ άσχημα που είχε δεχθεί να τη βιντεογραφήσει ο υπαστυνόμος, ντρεπόταν που ενέδωσε και αυτός ήταν προφανώς ο λόγος που δεν αποκάλυψε ότι το βίντεο είχε ληφθεί εν γνώσει της.»

Ωστόσο, το Ανώτατο έκρινε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε όλα τα εγερθέντα ενώπιον του θέματα και εξήγησε τους λόγους αποδοχής της αστυνομικού ως αξιόπιστης, σε αντίθεση με τον υπαστυνόμο, που κρίθηκε αναξιόπιστος.

«Με όσα το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε ενώπιον του ορθά αποφάσισε ότι δεν ήταν αξιόπιστος, ότι ενεργούσε με βάση τα ιδιοτελή του συμφέροντα και δεν έδωσε καμιά ικανοποιητική εξήγηση γιατί μετά από δύο χρόνια δεσμού σκέφτηκε ξαφνικά την οικογένεια του. Η αναφορά στην ποιότητα του χαρακτήρα του έγινε αφού καταγράφησαν συγκεκριμένες ενέργειες στις οποίες εκείνος προέβη». 

Ήθελε να την εκδικηθεί 

Παράλληλα, στην αγόρευση του ο συνήγορος του υπαστυνόμου ενώπιον του Εφετείου, υπέδειξε πως η μη προσκόμιση του τεκμηρίου του βίντεο «σπάζει» την αιτιώδη συνάφεια, ενώ σχολίασε δε, πως το Δικαστήριο στη απόφαση του καταγράφει πως όλη τη ζημιά της, η παραπονούμενη, την υπέστη από το ρεπορτάζ του ΡΙΚ.

«Δεν συμφωνούμε με όσα ο συνήγορος αναφέρει», ανέφερε από την πλευρά το Ανώτατο, προσθέτοντας πως «το Δικαστήριο στην απόφαση του, ενώ παραθέτει τη μαρτυρία της αστυνομικού, καταγράφει πως ''προβλήματα αντιμετώπισε και σε σχέση με την ανήλικη θυγατέρα της καθότι κάποιοι της έδειξαν το επίδικο φιλμ στο σχολείο και την πληροφόρησαν για το ρεπορτάζ στο ΡΙΚ''.  Συνεπώς ουδέν τέτοιο συμπέρασμα προκύπτει όπως εκείνο το οποίο εξήγαγε ο συνήγορος».

Σε ότι αφορά το εύρημα του Δικαστηρίου πως ο υπαστυνόμος ήταν εκείνος ο οποίος κυκλοφόρησε το βίντεο στα μέλη της Αστυνομίας, το Ανώτατο συμφώνησε με την πρωτόδικη απόφαση, η οποία ανέφερε: 

«Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου καταλήγω ότι οι σχέσεις της αστυνομικού με τον υπαστυνόμο δεν διεκόπησαν τέλος του 2005 αρχές του 2006, αλλά συνεχίσθηκαν και κατά το 2006. Σε μια από τις συναντήσεις τους ο υπαστυνόμος βιντεογράφησε με τη συγκατάθεση της αστυνομικού, τις ερωτικές περιπτύξεις τους. Όταν οι σχέσεις τους διεκόπησαν με πρωτοβουλία της παραπονούμενης, αυτό δεν άρεσε στον υπαστυνόμο. Το Δεκέμβριο του 2006 έλαβε χώρα το επεισόδιο που περιέγραψε η αστυνομικός, κατά το οποίο ο υπαστυνόμος την απείλησε ότι θα κυκλοφορούσε το επίδικο βίντεο. Ελάχιστο χρόνο αργότερα το επίδικο βίντεο κυκλοφόρησε και έγινε ευρέως γνωστό μεταξύ των αστυνομικών. Ήταν η θέση του ότι δεν ήταν αυτός που κυκλοφόρησε το επίδικο βίντεο. Το επίδικο βίντεο λήφθηκε από τον ίδιο, με τη χρήση του δικού του κινητού τηλεφώνου, αυτός και η αστυνομικός ήταν οι μόνοι που γνώριζαν για το συγκεκριμένο βίντεο και αυτός ήταν ο μοναδικός κάτοχος του βίντεο. Επιπρόσθετα το βίντεο κυκλοφόρησε λίγο μόνο χρόνο μετά την απειλή του ότι θα το κυκλοφορούσε και ανάμεσα στους πρώτους αστυνομικούς που έλαβαν το βίντεο ήταν οι συνάδελφοι του στο αεροδρόμιο Λάρνακας».

Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση του υπαστυνόμου και επίκυρωσε την πρωτόδικη απόφαση προχθές, 19 Ιανουαρίου 2022. 

Για να σχολιάσετε κάντε κλικ εδώ
 
Πίσω στην αρχή της σελίδας