Πέμπτη 8 Δεκ, 2022 | Επικοινωνία
trans gif

Οι Τούρκοι δολοφόνησαν τον πατέρα, το κράτος αποτελείωσε την οικογένεια

  02/09/2021 07:01
Οι Τούρκοι δολοφόνησαν τον πατέρα, το κράτος αποτελείωσε την οικογένεια

Οι Τούρκοι δολοφόνησαν τον πατέρα, το κράτος αποτελείωσε την οικογένεια

  02/09/2021 07:01

Θα μπορούσε να αποτελεί σενάριο δραματικής ταινίας, ωστόσο δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια από τις εκατοντάδες τραγικές ιστορίες με ανατροπές, δραματικές στιγμές, νομικές μάχες, καταδίκες, πόνο και θλίψη που προκάλεσε η τουρκική εισβολή τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 1974 στην Κύπρο. Η οικογένεια του Χριστοφή Βασιλείου Ππασιά, εκτός από τους βάρβαρους εισβολείς, είχε απέναντι της και το Κυπριακό κράτος που μετά από εγκληματικά λάθη επί λαθών, υποχρεώθηκε σε καταδίκη από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.  

Στην απόφαση του Δικαστηρίου ξετυλίγεται λεπτομερώς η τραγική ιστορία του Χριστοφή Ππασιά από τη Ξυλοφάγου, ο οποίος χωρίς δεύτερη σκέψη, έσπευσε να υπερασπιστεί την πατρίδα, αφήνοντας πίσω του μια γυναίκα και τρία παιδιά. Η οικογένεια Ππασιά, από τον Αύγουστο του 1974, ζει ένα πραγματικό δράμα. Για χρόνια πίστευαν πως ο άνθρωπος τους είναι ένας από τους αγνοούμενους της Εισβολής, ενώ τελικά ήταν θαμμένος σε ομαδικό τάφο στις ελεύθερες περιοχές και συγκεκριμένα στη Λακατάμια.

Μάλιστα, το πρωτόδικο Δικαστήριο, στο οποίο προσέφυγε η οικογένεια ζητώντας δικαίωση, τους επιδίκασε αποζημιώσεις το 2010, ωστόσο η πολιτεία τους έδειξε το στυγνό της πρόσωπο, εφεσιβάλλοντας την απόφαση, χωρίς ίχνος σεβασμού, με το Ανώτατο να ανατρέπει τα δεδομένα και να δικαιώνει την Δημοκρατία πέντε χρόνια μετά. Αυτός ήταν και ο λόγος που η οικογένεια διεκδίκησε το δίκαιο της στο ΕΔΑΔ.

Στην προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο προσέφυγαν όλοι μαζί. Η σύζυγος του άτυχου Χριστοφή Ππασιά, Γεωργία Βασιλείου και τα τρία της παιδιά. Ο Βασίλης, η Μαρία και η Αντωνία.

«Παναγία μου, τα μωρά μου»

Τον Ιούλιο του 1974 ο Ππασiάς, ήταν 29 χρονών, παντρεμένος και πατέρας τριών παιδιών, ενώ υπηρετούσε την Εθνική Φρουρά ως έφεδρος. Αμέσως μετά την Εισβολή μετέβη στο στρατόπεδο που υπηρετούσε. Ενδιάμεσα της πρώτης και της δεύτερης εισβολής ο Ππασιάς επισκέφθηκε το σπίτι του στη Ξυλοφάγου. Τον Αύγουστο, όταν ξεκίνησε η δεύτερη εισβολή, αποφάσισε να επιστρέψει στην πρώτη γραμμή. Λίγο μετά που έφυγε, η γυναίκα του, του έστειλε το σταυρό βάπτισης του μικρότερου γιού τους που ήταν μόλις έντεκα μηνών.

Η μονάδα του Ππασιά αναπτύχθηκε για να υπερασπιστεί το προάστιο του Αγίου Παύλου στη Λευκωσία. Στις 13 Αυγούστου 1974, ο Ππασιάς, μαζί με τρεις συγχωριανούς του, βρέθηκε σε φυλάκιο στρατού απέναντι από το στρατόπεδο της ΤΟΥΡΔΗΚ. Το πρωί της 14ης Αυγούστου 1974 τα τουρκικά στρατεύματα εξαπέλυσαν επίθεση στην γραμμή άμυνας της Εθνικής Φρουράς και κατέλαβαν το φυλάκιο του Ππασιά. Μάρτυρες είδαν τους Τούρκους να αιχμαλωτίζουν τον Πpασιά και τον άκουσαν να φωνάζει απελπισμένος, «παναγία μου, τα μωρά μου». Αυτή ήταν η τελευταία φορά που τον είδαν ή τον άκουσαν οι Ελληνοκύπριοι σύντροφοί του.

Το ρολόι και ο σταυρός

Όπως αποδείχθηκε το 2010 ο Ππασιάς εκτελέστηκε μεταξύ 14 και 17 Αυγούστου. Η μονάδα του έχασε συνολικά δεκαοκτώ άνδρες στις μάχες του Αγίου Παύλου με τα τουρκικά στρατεύματα. Μετά την κατάπαυση του πυρός στις 17 Αυγούστου, υπό την επίβλεψη των Ηνωμένων Εθνών εκκαθαρίστηκε το πεδίο μάχης. Όπως καταγράφεται στο πόρισμα του ΕΔΑΔ, οι εργασίες έγιναν κάτω από θερμοκρασίες που έφταναν τους 42 βαθμούς και μέσα σε μια ώρα ανέσυραν δεκαοκτώ πτώματα από τις θέσεις της μονάδας του άτυχου Ππασιά, συμπεριλαμβανομένου και εκείνου, με τη μυρωδιά της νεκρής ανθρώπινης σάρκας, να πνίγει την ατμόσφαιρα.

Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, τα περισσότερα σώματα ήταν αποσυντεθειμένα, παραμορφωμένα και αγνώριστα. Στη σορό του Ππασιά, εντοπίστηκε ένα ρολόι χειρός και ο σταυρός που του είχε στείλει η γυναίκα του, ενώ στο στόμα του υπήρχαν δύο ασημένια δόντια, πράγμα ωστόσο που δεν διαπιστώθηκε από κανένα στέλεχος της Εθνικής Φρουράς σε εκείνο το στάδιο.

Οι σοροί μεταφέρθηκαν στο Στρατιωτικό Κοιμητήριο Λακατάμιας (Στρατιωτικό Κοιμητήριο Λακατάμιας, «Λακατάμια») σε μια περιοχή που ελέγχεται από την Kυβέρνηση. Ο άνδρας που ήταν υπεύθυνος για τη διεξαγωγή των ταφών δεν προσπάθησε να αναγνωρίσει το σώμα του Ππασιά, αφού λανθασμένα θεώρησε ότι οι ομάδες που καθάρισαν το πεδίο μάχης το είχαν ήδη κάνει. Τα πτώματα θάφτηκαν σε έναν κοινό τάφο χωρίς σήμανση. Ο Ππασιάς σημειώθηκε στα αρχεία ως «άγνωστος».

Σημειώνεται ότι στο ίδιο κοιμητήριο θάφτηκαν και οι ήρωες της ΕΛΔΥΚ. Μάλιστα σε απροσδιόριστο χρόνο, στον ομαδικό τάφο που θάφτηκε ο Ππασιάς, τοποθετήθηκε μια πλάκα που φέρει τα ονόματα τριών άλλων ανθρώπων. Επίσης, όπως υπογραμμίζεται στην απόφαση, τα σώματα των συγκεκριμένων ανθρώπων, δεν βρίσκονταν μέσα στον τάφο.

Δηλώθηκε ως αγνοούμενος

Ένα μήνα μετά την δεύτερη φάση της Εισβολής, ερευνητές ρώτησαν τους στρατιώτες που ήταν μαζί με τον Ππασιά για να διαπιστώσουν τι του είχε συμβεί. Οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο Ππασιάς αιχμαλωτίστηκε ή σκοτώθηκε από τους Τούρκους, και αυτό αναφέρθηκε στην οικογένεια του. Από τότε δηλώθηκε ως αγνοούμενος, με την οικογένεια του μάταια να τον ψάχνει σε στρατόπεδα της Εθνικής Φρουράς.

Πριν το τέλος του 1974 η σύζυγος ενός άλλου άνδρα που σκοτώθηκε στον Άγιο Παύλο, μπόρεσε να εντοπίσει και να ξεθάψει κρυφά το σώμα του συζύγους της, που κι αυτό βρισκόταν σε τάφο στη Λακατάμια. Στις τσέπες του βρήκε την ταυτότητα του, τη διαταγή πορείας και λίγα χρήματα.

Στις 3 Φεβρουαρίου του 1975  η σύζυγος του Ππασιά συμπλήρωσε ένα έντυπο από την Υπηρεσία Αγνοουμένων, στο οποίο κοινοποιούσε στις Αρχές τις πληροφορίες που είχε συγκεντρώσει σχετικά με το που βρισκόταν ο σύζυγός της. Εξάλλου, μεταξύ 1975 και 1978 οι ερευνητές ρώτησαν τον πεθερό του Ππασιά και έναν από τους στρατιώτες που ήταν μαζί του στη μάχη και επιβεβαίωσαν πως τελευταία φορά τον είδαν στα χέρια των Τούρκων.

Έσμιξαν τα οστά των νεκρών

Το 1979 η Κυβέρνηση επέστρεψε στις ελληνικές αρχές την εκταφή των Ελλαδιτών νεκρών που βρίσκονταν στο κοιμητήριο της Λακατάμιας. Τα λείψανα των Ελλαδιτών ηρώων, επιστράφηκαν στις οικογένειες τους στην Ελλάδα. Όπως αποκαλύφθηκε αργότερα, ορισμένα οστά που ανήκαν σε διαφορετικά άτομα είχαν αναμιχθεί, γεγονός που οδήγησε σε εσφαλμένη ταυτοποίηση.

Επηρεασμένος από δημοσιεύματα εφημερίδων, στις 11 Μαρτίου 1992 ο Ελληνοκύπριος εκπρόσωπος της Επιτροπής Αγνοουμένων, ζήτησε από την Υπηρεσία Αγνοουμένων να διερευνήσει την ανάκτηση των πτωμάτων από το πεδίο της μάχης στον Άγιο Παύλο τον Αύγουστο του 1974.

Η Υπηρεσία πραγματοποίησε αυτό το αίτημα και στις 26 Νοεμβρίου 1993 εξέδωσε μια διαβαθμισμένη έκθεση, η οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι εκείνοι που είχαν εξαφανιστεί εκείνη την εποχή «πρέπει» να αναζητηθούν στη Λακατάμια, όπου «προφανώς» είχαν ταφεί ως άγνωστοι. Σημειώνεται ότι η οικογένεια δεν ενημερώθηκε για την έκθεση.

Τους ενημέρωσαν πως εντοπίστηκε, αλλά τον έβαλαν στον κατάλογο αγνοουμένων

Το 1996 ιδρύθηκε στην Κύπρο η τράπεζα DNA για σκοπούς αναγνώρισης με δύο συγγενής πρώτου βαθμού του Ππασιά να δίνουν δείγμα. Το 1999 έγινε δυνατή η ταυτοποίηση με DNA στην Κύπρο και τότε οι αρχές προχώρησαν με εκταφές από το κοιμητήριο της Λακατάμιας. Στις 9 Ιουλίου του 1999 τα λείψανα του Ππασιά μπλέχτηκαν με λείψανα τριών άλλων συγχωριανών του που είχαν πεθάνει μαζί. Στις 4 Νοεμβρίου η αστυνομία επισκέφθηκε τη σύζυγο του Ππασιά στο σπίτι της και την ενημέρωσαν για τις συνθήκες εξαφάνισης του, όπως αυτές τεκμηριώθηκαν από την Υπηρεσία Αγνοουμένων.

Τότε η οικογένεια έχασε και την τελευταία ελπίδα ότι ο άνθρωπος τους θα μπορούσε να ήταν ακόμη ζωντανός.

Ωστόσο, εννέα μήνες μετά και συγκεκριμένα στις 10 Ιουλίου του 2000 η επίσημη εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας, δημοσίευσε τον πρώτο επίσημο κατάλογο των αγνοουμένων ως αποτέλεσμα της Εισβολής και σε αυτόν ανάμεσα στα ονόματα των αγνοουμένων ήταν και αυτό του Χριστοφή Βασιλείου Ππασιά.

Στις 13 Σεπτεμβρίου του 2000 οι αρχές ταυτοποίησαν τα λείψανα του και αργότερα τον ίδιο μήνα ενημέρωσαν επίσημα την οικογένεια. Μάλιστα, οι ανθρωπολόγοι είπαν στην οικογένεια πως στα οστά υπήρχαν σημάδια βασανιστηρίων και εκτέλεσης.

Στις 15 Οκτωβρίου του ίδιου χρόνου, οι Αρχές επέστρεψαν τα λείψανα του και τα προσωπικά του αντικείμενα, συμπεριλαμβανομένου και του ρολογιού και του σταυρού στην οικογένεια. Την ίδια ημέρα ο Πασσιάς και οι συγχωριανοί του κηδεύτηκαν με τιμές στην Ξυλοφάγου.

Ο δικαστικός μαραθώνιος

Στις 31 Δεκεμβρίου του 2002 η οικογένεια Ππασιά μήνυσε την Κυπριακή Δημοκρατία στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας για αμέλεια και παραβίαση των δικαιωμάτων τους. Η οικογένεια επικαλέστηκε το άρθρο 2 για μη διερεύνηση, τα άρθρα 3 και 8 για αγωνία και το άρθρο 9 για ταφή χωρίς το τελετουργικό.  Στις πέντε Νοεμβρίου του 2010 το Δικαστήριο ενέκρινε εν μέρη αυτές της αξιώσεις, αφού διαπίστωσε εσφαλμένες νεκροτομικές εργασίες από την ΕΦ, αδυναμία να συλλέξουν τα προσωπικά του αντικείμενα ή να φωτογραφίσουν το σώμα του όπως απαιτούσαν τα εγχειρίδια του στρατού. Επίσης απέτυχαν να εντοπίσουν τα δεκαοκτώ θύματα του Αγίου Παύλου και να σημειώσουν που ήταν ο τάφος τους. Αν τον είχαν επισημάνει η έρευνα θα μπορούσε να ήταν πολύ πιο επικεντρωμένη, είπε το Δικαστήριο.

Σε σχέση με την καθυστέρηση της εκταφής, το Δικαστήριο έκρινε πως αν η εκταφή γινόταν λίγο μετά τον θάνατο του θα μπορούσε να αναγνωριστεί από τα δύο ασημένια δόντια στο στόμα του και από τα προσωπικά του αντικείμενα. Επίσης είναι πιθανό ο Ππασιάς, να είχε στο τσεπάκι του ένα χαρτάκι με το όνομα του, όπως είχε διαταχθεί να πράξει την προηγούμενη μέρα της δεύτερης εισβολής. Ακόμη, σημειώνεται ότι αν και οι Αρχές γνώριζαν για τους ανώνυμους τάφους στη Λακατάμια, μόλις το 1992 ερεύνησαν σοβαρά για το ποιοι θα μπορούσαν να βρίσκονται σε αυτούς.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο επιδίκασε πενήντα χιλιάδες ευρώ στη σύζυγο και από 25 χιλιάδες ευρώ στα τρία παιδιά του θύματος.

Απέναντι τους το κράτος

Τον Δεκέμβριο του 2010 το κράτος άσκησε έφεση κατά της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Η έφεση εξετάστηκε στις 26 Μαΐου του 2015, με το Ανώτατο να αποδέχεται τους λόγους έφεσης και να ακυρώνει την πρωτόδικη απόφαση. Ειδικότερα, το Ανώτατο επιβεβαίωσε ότι το κράτος ήταν υπεύθυνο για τη διερεύνηση της εξαφάνισής του, ωστόσο το απάλλαξε από την ευθύνη για την ανοργάνωτη εκκαθάριση του πεδίου της μάχης και την ταφή του. Ανάμεσα σε άλλα, το Ανώτατο υπενθύμισε πως μετά την εισβολή το κράτος είχε καταρρεύσει και οι κρατικοί μηχανισμοί είχαν διαταραχθεί, με την Εθνική Φρουρά να είναι υποστελεχωμένη.

Μάλιστα, το Ανώτατο στην απόφαση του, υπέδειξε ότι στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου δινόταν μια εικόνα ήρεμου επιχειρησιακού περιβάλλοντος, ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο για ένα «κολασμένο» περιβάλλον. Οι ομάδες έρευνας είχαν μόνο μια ώρα στη διάθεση τους για να συμμαζέψουν το πεδίο μάχης κάτω από τον καυτό αυγουστιάτικο ήλιο, αναφέρεται χαρακτηριστικά στην απόφαση του Ανωτάτου.

Σε σχέση με το γεγονός ότι η εκταφή δεν έγινε νωρίτερα, το Ανώτατο σημειώνει πως το κράτος δεν είχε υποχρέωση να το πράξει νωρίτερα από τη στιγμή που δεν υπήρχε αξιόπιστη γενετική μέθοδος ταυτοποίησης. «Η εκταφή δεν θα ήταν η σωστή λύση δεδομένης της μετα-εισβολικής κατάστασης στη χώρα, των «πολιτικών διαστάσεων του ζητήματος» και της ανάγκης για τουρκική συνεργασία.

«Ο έφεδρος στρατιώτης Χριστοφής Ππασιά εκτελέστηκε αφού προηγουμένως βασανίστηκε από στρατιώτες του Τουρκικού στρατού έχοντας ως τελευταία σκέψη τα παιδιά του.  Η θυσία του αναγνωρίζεται και τιμάται από την οικογένεια του.  Την ίδια αναγνώριση και τιμή του αποδίδουμε καθηκόντως και εμείς, τόσο ως Δικαστές όσο και ως μέλη μιας τραγικά δοκιμασθείσας και δοκιμαζόμενης Πολιτείας. Η Δημοκρατία φρόντισε, με τα πενιχρά οικονομικά μέσα που διέθετε, την οικογένεια του, χωρίς όμως να μπορέσει, όπως και κανείς δεν μπορούσε, να αναπληρώσει το κενό που άφησε ο θάνατος του ή να απαλύνει την αγωνία και την οδύνη που έφερε μαζί της η είδηση για την εξαφάνιση του.  Τα λόγια σε τέτοιες περιπτώσεις που τα συναισθήματα κυριαρχούν είναι περιττά!  Ας αφήσουμε τους νεκρούς να αναπαυθούν τιμώντας τη μνήμη τους. Η έφεση γίνεται δεκτή. Η αντέφεση απορρίπτεται».

Άνοιξε ο δρόμος για το ΕΔΑΔ

Η πρωτόδικη απόφαση «παραμερίζεται», κατέληξε το Ανώτατο και άνοιξε τον δρόμο της οικογένειας για το ΕΔΑΔ.

Μεταξύ άλλων στην απόφαση επισυνάπτεται η θέση του κυπριακού κράτους, ότι η καταγγελία αυτή ήταν προδήλως αβάσιμη, επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά επιχειρήματά βάσει του άρθρου 2 και τόνισαν ότι μέχρι τον εντοπισμό του Ππασιά το 2000, οι αρχές είχαν λίγα στοιχεία για να αναφέρουν στους συγγενείς του, τονίζοντας παράλληλα πως η ταλαιπωρία των προσφευγόντων δεν προκλήθηκε από το κράτος.

Από την πλευρά της οικογένειας του Ππασιά, υποστηρίχθηκε ότι η μακροχρόνια αβεβαιότητα σχετικά με την τύχη του συγγενή τους, τους είχε προκαλέσει αγωνία, αφού δεν είχαν καταφέρει να κλείσουν τις πληγές της απώλειας ή να ξαναχτίσουν τη ζωή τους.

«Εσκεμμένα ή από άγνοια, το Κράτος τους έδινε για χρόνια την ψευδαίσθηση ότι ο Ππασιάς μπορεί να ήταν αιχμάλωτος των Τούρκων και πως μια μέρα το κράτος θα τους τον επέστρεφε ζωντανό. Προς απογοήτευσή τους, το ίδιο κράτος είχε αποδειχθεί συνένοχο στην εξαφάνισή του. Οι συγγενείς δήλωσαν επίσης ότι ένιωσαν προσβεβλημένοι από το κράτος, αφού ακόμα και μετά την εκταφή των οστών του, το κράτος συνέχιζε να τον παρουσιάζει στα αρχεία ως αγνοούμενο, αναζωπυρώνοντας τις ελπίδες τους, οι οποίες όμως εξανεμίστηκαν λίγους μήνες μετά όταν έγινε η ταυτοποίηση».

Στην απόφαση του το ΕΔΑΔ, τονίζεται μεταξύ άλλων, πως το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι το κράτος δεν έδειξε το ενδιαφέρον που θα μπορούσε να υπερτερεί του ενδιαφέροντος της οικογένειας του άτυχου Πpασιά και οι Αρχές δεν τήρησαν τις υποχρεώσεις τους, κάτι που είχε ως συνέπεια την παραβίαση του άρθρου 8 της σύμβασης για τα ανθρώπινα δικαιώματα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ: 

Για να σχολιάσετε κάντε κλικ εδώ
 
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Πίσω στην αρχή της σελίδας