Τετάρτη 21 Απρ, 2021 | Επικοινωνία
trans gif

«Τον εκτέλεσαν εν ψυχρώ υπό κάλυψη αστυνομικοί... Άντεξε 1 ώρα και 47 λεπτά»

  26/02/2021 06:40
«Τον εκτέλεσαν εν ψυχρώ υπό κάλυψη αστυνομικοί... Άντεξε 1 ώρα και 47 λεπτά»

«Τον εκτέλεσαν εν ψυχρώ υπό κάλυψη αστυνομικοί... Άντεξε 1 ώρα και 47 λεπτά»

  26/02/2021 06:40

«Κατέβηκαν από το αυτοκίνητο τους και στάθηκαν ο ένας μπροστά από το αυτοκίνητο του Λένα και ο άλλος δίπλα. Προσπάθησε να φύγει και τον ακολούθησαν. Ένας από τους δύο τον πυροβόλησε από το πλαϊνό τζάμι. Η σφαίρα τον κτύπησε στον δεξί ώμο, με αποτέλεσμα το αυτοκίνητο του Λένα να καταλήξει σε μάντρα αυτοκινήτου, όπου και ακινητοποιήθηκε.

Τότε άρχισε να φωνάζει. Προσπάθησε να κατέβει από το αυτοκίνητο. Εκείνη την στιγμή, τον πυροβόλησαν, σχεδόν εξ’ επαφής. Η σφαίρα πέρασε μεταξύ καρδίας-πνεύμονα και κατέληξε στο συκώτι του».

Πριν από 28 ακριβώς χρόνια, τέτοια μέρα, ο Κύπριος γιατρός Λένας Κάκκουρας, έπεφτε νεκρός από τις σφαίρες υπό κάλυψη αστυνομικών στη Νέα Υόρκη. Ήταν ο άνθρωπος που βρέθηκε στο λάθος μέρος, τη λάθος στιγμή…

Μιλώντας στον REPORTER, ο αδελφός του, Γιώργος Κάκκουρας, περιέγραψε τον Λένα και εξήγησε όσα εκτυλίχθηκαν εκείνο το μαύρο βράδυ, για την οικογένειά του.

«Όσοι τον γνώριζαν, τον περιγράφουν ως ένα έξυπνο, καλοσυνάτο άνθρωπο, που έλκυε τον συνομιλητή του με το χιούμορ του. Ο Λένας Κάκκουρας, ήταν ο πιο μικρός από τα επτά παιδιά της οικογένειας μας.

Μετά το σχολείο, πήγε για σπουδές στην ιατρική, στη Θεσσαλονίκη, απ’ όπου αποφοίτησε το 1988, ενώ στη συνέχεια, εξασφάλισε υποτροφία και μετέβη στις ΗΠΑ για να κάνει την ειδικότητά του στην νευρολογία. Εκεί έμεινε για τρία χρόνια, αρχικά στη Νέα Υόρκη και μετά στο Γούιντσεστερ. Το 1993, θα ήταν η χρονιά που θα έπαιρνε το δίπλωμα της ειδίκευσής του. Το όνειρό του, ήταν να γίνει παιδονευρολόγος».

Το χρονικό της τραγωδίας

Εκείνα τα όνειρα έσβησαν όμως άδοξα, το βράδυ της 26 Φεβρουαρίου 1993. Δύο ημέρες πριν τη «Σήκωση».

«Ήταν Παρασκευή. Δύο μέρες αργότερα, στην Κύπρο θα γιορτάζαμε την Κυριακή της Τυρίνης. Ο Λένας εκείνο το βράδυ, της Παρασκευής δηλαδή, ήθελε να πάρει μια κοπέλα από το νοσοκομείο που δούλευαν, για να την πάρει στην Αστόρια, ώστε να δειπνήσουν στο εστιατόριο «Βράκα». Έκλεισαν ραντεβού να την πάρει από το σπίτι της, την ώρα που θα σχολάνε από την δουλειά. Ήταν μια χιονισμένη νύχτα και ένα απόμερο μέρος. Μπήκε από ένα αλτ και λόγω του ότι η ταμπέλα ήταν σκεπασμένη, αντί να πάει δεξιά, πήγε αριστερά. 

Αντιλήφθηκε ότι έκανε λάθος και πήγαινε σιγά σιγά, ενώ άναψε τον δείκτη του, για να κάνει επαναστροφή. Εκείνη τη στιγμή, είδε πίσω του ένα αυτοκίνητο Κάντιλακ, με σπασμένο φανάρι και χτυπημένο. Θεώρησε ότι ήταν κλέφτες, γιατί όταν τους είδε από τον καθρέφτη, ο ένας φορούσε καπέλο του ράγκμπι και ο άλλος ένα σακάκι του στρατού.

Ο Λένας πήγε και πάρκαρε σε ένα σημείο του δρόμου, γιατί φοβήθηκε. Κατέβηκαν οι δύο από το αυτοκίνητο και στάθηκαν ο ένας μπροστά από το αυτοκίνητο και ο άλλος δίπλα. Προσπάθησε να φύγει και τον ακολούθησαν. Ένας από τους δύο, τον πυροβόλησε από το πλαϊνό τζάμι. Η σφαίρα τον κτύπησε στον δεξί ώμο, με αποτέλεσμα ο Λένας να κτυπήσει σε μάντρα αυτοκινήτου, με το όχημά του, όπου και ακινητοποιήθηκε».

Το τελικό χτύπημα

Οι επόμενες στιγμές, βρήκαν τον 31χρονο τότε Λένα, να φωνάζει και να καλεί σε βοήθεια. Προσπάθησε να κατέβει από το αυτοκίνητο, ήθελε να σωθεί, όμως οι δύο δράστες, δεν είχαν δείξει ακόμα όλο τους το μένος.

Την ώρα που προσπαθούσε να κατέβει από το αυτοκίνητο, ο ίδιος τον πυροβόλησε σχεδόν εξ’ επαφής. Η σφαίρα πέρασε μεταξύ καρδίας-πνεύμονα και κατέληξε στο συκώτι του.

«Στη συνέχεια του έριξαν μπουνιά, έπεσε κάτω και του πέρασαν χειροπέδες. Όπως διαπιστώθηκε αργότερα, ήταν μυστικοί αστυνομικοί, οι οποίοι πήγαιναν να παραδώσουν τα όπλα τους, στο σταθμό που υπηρετούσαν και όταν είδαν το όχημα του Λένα, πίστεψαν ότι έκανε κάτι παράνομο, με αποτέλεσμα να εκτυλιχθεί όλο το σκηνικό που σας περιέγραψα.

Μετά πήραν τα πράγματά του και είδαν ότι ήταν γιατρός. O αδελφός μου άρχισε να φωνάζει, να μουγκαρίζει και να λέει “Παναγία μου”. Όταν διαπίστωσαν πως ήταν γιατρός, έπαθαν σοκ και προσπάθησαν να το κουκουλώσουν».  

Αμέσως, η γύρω περιοχή γέμισε περιπολικά, ενώ όταν έφθασε στο σημείο ασθενοφόρο, οι νοσηλευτές ζήτησαν από τους αστυνομικούς να του αφαιρέσουν τις χειροπέδες, όμως εκείνοι βρήκαν μια πρόφαση και τον άφησαν να πάει μέχρι το νοσοκομείο με τις χειροπέδες. Για μισή ώρα ήταν με τις χειροπέδες...

«Σε όλο αυτό το διάστημα, ήταν ζωντανός. Εκεί τον παρέλαβε μια Ελληνοαμερικάνα γιατρός, η οποία στη συνέχεια κατέθεσε στο Δικαστήριο, ότι ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια του. Τους έλεγε ήμουν γιατρός και ότι θα πεθάνει, αλλά εκεί στο νοσοκομείο καθυστέρησαν να τον βάλουν στο χειρουργείο, γιατί δεν υπήρχε γιατρός να τον εγχειρήσει. Αυτό διήρκεσε μία ώρα και σαράντα επτά λεπτά. Όταν μπήκε στο χειρουργείο, μετά από δέκα λεπτά, υπέκυψε… Δυστυχώς χάθηκε ένας άνθρωπος που βρέθηκε στο λάθος μέρος, τη λάθος στιγμή…

Αφού έψαξαν το σακάκι του, βρήκαν ένα τηλέφωνο, το οποίο ανήκε σε ένα άνθρωπο που είχαν συναντηθεί στην εκκλησία, κάποιες μέρες νωρίτερα. Τον κάλεσαν και πήγε στο νοσοκομείο».

«Οι γονείς μου έτρωγαν και τα δάκρυα κυλούσαν στο πιάτο»

Η οικογένεια του, χρειάστηκε να περάσει σχεδόν μια ολόκληρη μέρα πριν μάθουν τα κακά μαντάτα, τα οποία ανέλαβε να μεταφέρει ο άνθρωπος που κλήθηκε στο νοσοκομείο, αλλά και ένας παιδοψυχίατρος.

«Εκείνος ο άνθρωπος που κλήθηκε στο νοσοκομείο, ήταν από την Αλαμινό, απ’ όπου κατάγεται ο γαμπρός μου. Τηλεφώνησε στους συγγενείς του και τους το είπε και εκείνοι βρήκαν το τηλέφωνο του γαμπρού μου και του τηλεφώνησαν. Δεν τολμούσαν να μας πουν κάτι όμως. Στη συνέχεια, ο παιδοψυχίατρος Πέτρος Κιμίσης, που ήταν ο άνθρωπος που τον έπεισε να πάει στην Αμερική, πήρε τηλέφωνο τον αδελφό μου, τον Ιάκωβο. Ήταν απόγευμα προς βράδυ Σαββάτου, όταν το έμαθα εγώ. Ήταν μεγάλη τραγωδία. Το πιο φρικτό ήταν να το πούμε στους γονείς μου.

Μετά το θάνατο του αδελφού μου και για τρία χρόνια που έζησαν οι γονείς μου, δεν βρεθήκαμε ξανά όλη η οικογένεια μαζί, γιατί δεν θέλαμε να φαίνεται ότι χάθηκε ο Λένας.

Οι γονείς μου κάθε μέρα πήγαιναν στο κοιμητήριο, έκλαιγαν, τους έβλεπες να τρώνε και να τρέχουν τα δάκρυά τους μέσα στο πιάτο… Είναι εικόνες που δεν θα ξεχάσω ποτέ μου. Είναι σαν να διαλύεται η οικογένεια.

Στο μνημόσυνο των τριών χρόνων, ο πατέρας μου έπαθε καρδιακό, το βράδυ έπαθε εγκεφαλικό και έμεινε για είκοσι μέρες σε κώμα, μέχρι που κατέληξε. Στις πέντε μέρες από το καρδιακό του πατέρα μου, πέθανε η μητέρα μου από συγκοπή στο σπίτι. Πέθαναν και οι δύο χωρίς να ξέρει ο ένας τον θάνατο του άλλου».

Η πλεκτάνη και η δικαίωση

Η οικογένεια Κάκκουρα, είχε να διαχειριστεί τους ξαφνικούς θανάτους των γονιών τους και παράλληλα, τη δίκη που διεξαγόταν σε πρωτόδικο Δικαστήριο στις ΗΠΑ, η οποία εξελίχθηκε σε μια πλεκτάνη.

«Οι δύο κατηγορούμενοι απαλλάχθηκαν, λόγω αμφιβολιών. Ήταν μια πλεκτάνη του Αρχηγού Αστυνομίας, με τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου.

Μετά την απόφαση του Δικαστηρίου, προχωρήσαμε στο ομόσπονδο Δικαστήριο της Νέας Υόρκης. Εκείνη η δίκη κράτησε για πέντε χρόνια και τον Μάιο του 1998, τους καταδίκασε το Δικαστήριο και λάβαμε αποζημιώσεις.

Με τις αποζημιώσεις δημιουργήσαμε ίδρυμα στη μνήμη του από το 1999 και δώσαμε υποτροφίες, με τις οποίες αποφοίτησαν δεκαεννέα γιατροί. Χτίσαμε την εκκλησία των Αγίων Αναργύρων στο Νοσοκομείο Λευκωσίας, δύο αίθουσες εκκλησιών είναι στο όνομά του, ενώ και αίθουσα στο Ινστιτούτο Νευρολογίας είναι επίσης στο όνομά του. Επίσης, εκδόθηκε και το βιβλίο για τον Λένα, το 2012. Φέρει τον τίτλο «Μία ώρα και 47 λεπτά». Είναι ο χρόνος που κρατήθηκε ζωντανός από τον πυροβολισμό, μέχρι να καταλήξει.

Προσπαθούμε να διατηρήσουμε την μνήμη του και κάνουμε αρκετές ενέργειες για να κρατήσουμε άσβεστη τη μνήμη του».

«Είναι σαν να πέρασαν 28 ώρες, όχι 28 χρόνια»

Ο κ. Γιώργος, περιέγραψε κάθε σκηνή από ένα σκηνικό, που δεν είδε, αλλά άκουσε στις δικαστικές αίθουσες. Δεν ξέχασε ούτε μια τελεία, παρότι πέρασαν 28 ολόκληρα χρόνια.

«Είναι σαν να πέρασαν 28 ώρες από την μέρα που πέθανε, όχι 28 χρόνια. Όλα τα αδέλφια θυμόμαστε σαν να συνέβη χθες αυτή η τραγωδία. Ήταν ένας κεραυνός εν αιθρία. Τα θυμάμαι όλα απ’ έξω.

Έλεγε ο πατέρας μου, τόσοι εγκληματίες και βρέθηκαν να σκοτώσουν τον γιο μου, ένα γιατρό και να τον πετάξουν όπως τον σιύλλο. Σίγουρα, ο χρόνος επουλώνει τις πληγές, αλλά ποτέ, ποτέ, ποτέ δεν φεύγει από το μυαλό μας».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

Για να σχολιάσετε κάντε κλικ εδώ
 
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Πίσω στην αρχή της σελίδας