Τρίτη 1 Δεκ, 2020 | Επικοινωνία
trans gif

Ζήτησε διεξαγωγή νέας δίκης ο ηθικός αυτουργός της δολοφονίας της Ντανιέλας

  23/10/2020 06:36
Ζήτησε διεξαγωγή νέας δίκης ο ηθικός αυτουργός της δολοφονίας της Ντανιέλας

Ζήτησε διεξαγωγή νέας δίκης ο ηθικός αυτουργός της δολοφονίας της Ντανιέλας

  23/10/2020 06:36
Το επανάνοιγμα της υπόθεσης και τη διεξαγωγή δεύτερης δίκης, σε σχέση με τη δολοφονίας της 36χρονης Danielas Rosca, που διαπράχθηκε το 2015 στην περιοχή Μακένζυ στη Λάρνακα, αιτήθηκε από το Ανώτατο ο 27χρονος, Παναγιώτης Αλεξάνδρου, ο οποίος καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 15 ετών ως ηθικός αυτουργός του στυγερού εγκλήματος.

Εκτός από τον Αλεξάνδρου, το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λάρνακας-Αμμοχώστου καταδίκασε σε 13 χρόνια φυλακή τους δύο δράστες που είχαν εισέλθει στην οικία του θύματος, οι οποίοι παραδέχθηκαν πρωτόδικα όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν, σε αντίθεση με τον ηθικό αυτουργό.

Ο ένας εκ των δύο δραστών άσκησε έφεση κατά της ποινής του, κρίνοντας την υπερβολική, ενώ ο Αλεξάνδρου προσέφυγε στο Ανώτατο τόσο για τη καταδίκη του, όσο και για το ύψος της ποινής που του επιβλήθηκε.

Την ίδια ώρα, ο Γενικός Εισαγγελέας άσκησε εφέσεις κατά των ποινών των δύο δραστών, αφού τις έκρινε ως έκδηλα χαμηλές.

Παράλληλα, ο Αλεξάνδρου αιτήθηκε να ανοίξει ξανά η υπόθεση, ώστε να κλητεύσει μάρτυρα, που ήδη είχε καταθέσει στη δίκη, αφού όπως ισχυρίστηκε μετά την καταδίκη του είπε πως ανέφερε τα όσα ανέφερε γιατί πιέστηκε από την Αστυνομία, ενώ ζήτησε να καταθέσουν άλλοι έξι μάρτυρες.

Σύμφωνα με τις ένορκες δηλώσεις του εφεσείοντα, η ανάγκη προσκόμισης της νέας μαρτυρίας  προέκυψε μετά από συνομιλία του στο χώρο των Φυλακών με τον πρώην συγκατηγορούμενο του, που κλήθηκε ως μάρτυρας κατηγορίας κατά την πρωτόδικη διαδικασία.

Όπως ισχυρίστηκε, ο πρώην συγκατηγορούμενος του, τον πληροφόρησε ότι «δεν είχε άλλη επιλογή από του να μαρτυρήσει εναντίον του μετά από απειλές που δέχθηκε από την  Αστυνομία ότι θα προέβαινε σε σύλληψη της πρώην συζύγου του, που ήταν φυγόδικος σε υπόθεση ναρκωτικών,  δυνάμει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης,  με αποτέλεσμα το ανήλικο παιδί τους να παραμείνει εκτεθειμένο».

Επίσης, ισχυρίστηκε ότι, ο πρώην συγκατηγορούμενος του και καταδικασθείς, διατηρούσε σχέσεις με μια γυναίκα, η οποία είχε διευθετήσει την αναχώρηση τους από την Κύπρο για  την επόμενη μέρα της διάπραξης  των αδικημάτων, γεγονός που ο αστυνομικός εξεταστής απέκρυψε από τον ίδιο και το δικηγόρο του.

Ο Αλεξάνδρου είχε αναφέρει ότι με την επιπρόσθετη μαρτυρία θα αποδείκνυε πως «ο συγκατηγορούμενος του σε πολλά σημεία της μαρτυρίας του ενώπιον του Κακουργιοδικείου ψεύδετο, όπως ότι ο ίδιος του υπέδειξε την κατοικία και το αυτοκίνητο του θύματος, ενώ τα γνώριζε από την πρώην σύζυγο του, που ήταν γειτόνισσα με το θύμα αλλά και ο μάρτυρας τα γνώριζε προσωπικά ως γείτονας του θύματος».

Περαιτέρω, απέδωσε στον πρώην συγκατηγορούμενο του ότι μαρτύρησε ψευδώς ως προς την καταγωγή της γυναίκας που διατηρούσε σχέση, την εμπλοκή της στα αδικήματα και ότι απέκρυψε την έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης εναντίον του. 

Επιπρόσθετα, ανέφερε πως θα προωθούσε τη θέση ότι ο «ανακριτής και ο δημόσιος κατήγορος σε συνεργασία μεταξύ τους έπραξαν τα πάντα για να καταδικαστεί και ότι ο δικηγόρος του ήταν ασθενής κατά τη διάρκεια της δίκης, γεγονός που επηρέασε δυσμενώς την υπεράσπιση του και άλλα γεγονότα περίπου της ίδιας σημασίας».

Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση του Γενικού Εισαγγελέα και του πρώην συγκατηγορούμενου του, επικαλούμενοι ότι δεν πληρούνται οι αυστηρές προϋποθέσεις που καθορίζει η νομολογία για επιτυχία της αίτησης.

Ο Γενικός Εισαγγελέας ανέφερε ότι πρόκειται για μαρτυρικό υλικό που δεν προέκυψε εκ των υστέρων αλλά ήταν στη διάθεση του κατηγορούμενου από την αρχή μέχρι το τέλος της δικαστικής διαδικασίας, απ' όπου θα μπορούσε με την επίδειξη εύλογης επιμέλειας να εντοπιστεί και να προσκομιστεί ενώπιον του Κακουργιοδικείου, εφόσον ο κατηγορούμενος είχε πλήρη πρόσβαση στον Αστυνομικό Φάκελο. 

Από την άλλη ο πρώην συγκατηγορούμενος του με ένορκη δήλωση του αρνήθηκε τη συνομιλία του με τον Αλεξάνδρου στις φυλακές και απέρριψε όλους τους ισχυρισμούς του, τονίζοντας πως επρόκειτο για εκ των υστέρων σκέψεις.

Το Ανώτατο Δικαστήριο αφού άκουσε και τις δύο πλευρές, απέρριψε το αίτημα του Αλεξάνδρου για διεξαγωγή νέας δίκης, αναφέροντας ότι «όλα τα στοιχεία που προτίθεται να παρουσιάσει ο εφεσείων ως επιπρόσθετη μαρτυρία, εξαιρουμένης της προφορικής ομολογίας του πρώην συγκατηγορούμενου του, ήταν υπαρκτή και στη διάθεση της υπεράσπισης καθ' όλη τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας στο Κακουργιοδικείο, και δεν πρόκειται για  μαρτυρία που προέκυψε εκ των υστέρων».

Παράλληλα, στην απόφαση του το Ανώτατο υπέδειξε ότι η κατ' ισχυρισμόν προφορική ομολογία του πρώην συγκατηγορούμενου του στους χώρους των Κεντρικών Φυλακών, ότι πιέστηκε από την Αστυνομία να μαρτυρήσει ψέματα, θέση την οποία αρνείται κατηγορηματικά ο μάρτυρας, δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως όχημα για το επανάνοιγμα της υπόθεσης και επανεκδίκασή της.

Επιπρόσθετα, το Ανώτατο υπέδειξε πως ο καταδικασθείς ήταν ένας από τους βασικούς μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής, ο οποίος ενέπλεξε τον Αλεξάνδρου στη διάπραξη των αδικημάτων και κρίθηκε από το Κακουργιοδικείο καθόλα αξιόπιστο και στηρίχθηκε στη μαρτυρία του, καταδικάζοντας τον εφεσείοντα.

Τέλος, μεταξύ άλλων, το Ανώτατο ανέφερε ότι οι επικαλούμενη ως νέα μαρτυρία δεν ενέχει τη βαρύτητα εκείνη ώστε να ασκήσει σημαντική επίδραση στο αποτέλεσμα της έφεσης.
Για να σχολιάσετε κάντε κλικ εδώ
 
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Πίσω στην αρχή της σελίδας