Πέμπτη 18 Αυγ, 2022 | Επικοινωνία
trans gif

Ένα διπλό φονικό που στήθηκε ενώπιον Δικαστηρίου χωρίς το ένα πτώμα και με αναίρεση ομολογίας

Ντίνα Κλεάνθους  10/05/2019 06:42
Ένα διπλό φονικό που στήθηκε ενώπιον Δικαστηρίου χωρίς το ένα πτώμα και με αναίρεση ομολογίας

Ένα διπλό φονικό που στήθηκε ενώπιον Δικαστηρίου χωρίς το ένα πτώμα και με αναίρεση ομολογίας

Ντίνα Κλεάνθους  10/05/2019 06:42
Ένα διπλό φονικό που διαπράχθηκε το 2006, οδήγησε στην έκδοση μιας απόφασης σταθμού, αφού ήταν η πρώτη φορά στα χρονικά, και μοναδική μέχρι σήμερα, που καταδικάστηκε κατηγορούμενος για δολοφονία, χωρίς όμως να υπάρχει πτώμα.
 
Ο κατηγορούμενος είχε σκοτώσει τη σύζυγο του και άλλο ένα πρόσωπο που θεωρούσε ότι ήταν εραστής της, τους οποίους μαχαίρωσε μέχρι θανάτου και στη συνέχεια τράπηκε σε φυγή. Ωστόσο, ο δράστης επέστρεψε στο τόπο του εγκλήματος για να μεταφέρει το άψυχο σώμα της γυναίκας του σε χωράφι, όπου, αφού το τοποθέτησε σε βαρέλι, το έκαψε.

Η σύζυγος του είχε δηλωθεί ως ελλείπον πρόσωπο, ενώ λίγο αργότερα ο ίδιος συλλαμβάνεται ως ύποπτος και για τους δύο φόνους.
 
Παρά το γεγονός ότι αρχικά αρνείτο κάθε ανάμιξη, στη συνέχεια έσπασε και προέβη σε ομολογία, όπου υπέδειξε το σημείο που έκαψε και τη σύζυγο του.
 
Οι ανακριτές της υπόθεσης είχαν συλλέξει αρκετά στοιχεία που τον έδεσα με τους φόνους, με αποτέλεσμα, όταν ο ύποπτος αναίρεσε την ομολογία του ενώπιον Δικαστηρίου,  δεν έγινε πιστευτός και η καταδίκη του ήταν μονόδρομος.   
 
 
Ο κατηγορούμενος, την 1η Αυγούστου 2006, στους Αγίους Ομολογητές, επέφερε το θάνατο του Γιαννάκη Δημοσθένους από τον Αστρομερίτη και της Άννας Βασίλεβα από το Κιργιστάν.
 
Το Κακουργιοδικείο ομόφωνα κατέληξε πως ο κατηγορούμενος φόνευσε και τους δυο όσο και αν δεν είχε ανευρεθεί ταυτοποιημένο το πτώμα της Άννας Βασίλεβα.  Αυτό, στη βάση ομολογιών που έκρινε πως ήταν θεληματικές και περιστατικής μαρτυρίας που θεώρησε πως επιβεβαίωναν τις ομολογίες αλλά και που αφ' εαυτών, στο πλαίσιο του συνόλου, δεν άφηναν οποιαδήποτε αμφιβολία. 

Κατά την απόφαση της πλειοψηφίας του Κακουργιοδικείου ο κατηγορούμενος φόνευσε τα δυο θύματα εκ προμελέτης. Κατά την απόφαση του Προέδρου του Κακουργιοδικείου που μειοψήφησε, εγείρονταν αμφιβολίες αναφορικά με την προμελέτη. Στη βάση της απόφασης της πλειοψηφίας επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο ποινή της φυλάκισης δια βίου.

Ωστόσο, το 2012, το Ανώτατο Δικαστήριο, μετά από έφεση που άσκησε ο κατηγορούμενος, αντικατάστησε το φόνο εκ προμελέτης με το αδίκημα της ανθρωποκτονίας, αναφέροντας πως «ορθώς κρίθηκε ότι φόνευσε και τα δυο θύματα αλλά δεν αποδείχτηκε πως, χωρίς αμφιβολία, διέπραξε τα εγκλήματα εκ προμελέτης».
 
Ως εκ τούτου, του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 25 χρόνων και ήταν η πρώτη φορά που στοιχειοθετήθηκε τέτοια υπόθεση, χωρίς να ανευρεθεί η σορός θύματος.   
 
 
Το ειδεχθές έγκλημα
 
Το απόγευμα της 31ης Ιουλίου 2016 η Άννα εκδήλωσε την πρόθεσή της να εγκαταλείψει τον κατηγορούμενο, σύζυγό της, ο οποίος την εμπόδισε να μεταφέρει τις βαλίτσες της με ταξί που θα καλούσε, όπως του είπε, και εκείνη απομακρύνθηκε πεζή.
 
Την ακολούθησε και την είδε να εισέρχεται στο αυτοκίνητο του Γιαννάκη. Επέστρεψε, πήρε το δικό του αυτοκίνητο και άρχισε να την αναζητά σε μπυραρίες αλλά και στον χωριό που διέμενε το θύμα. 
 
Ήταν βράδυ πλέον όταν εντόπισε το αυτοκίνητο του Γιαννάκη σε χώρο στάθμευσης εστιατορίου στη Λευκωσία, όπου βρισκόταν το διαμέρισμα της πολυκατοικίας στο οποίο διέμενε.
 
Ο Χαραλάμπους νευρίασε, ξεφούσκωσε δυο από τα λάστιχα του αυτοκινήτου του Δημοσθένους, ενώ παρέμεινε εκεί και κοιμήθηκε για λίγο στο αυτοκίνητό του.
 
Όταν ξύπνησε, εισήλθε στη βεράντα της κουζίνας του διαμερίσματος του θύματος, δια μέσου όμορου διαμερίσματος. Η πόρτα της κουζίνας ήταν ανοικτή, μπήκε στο διαμέρισμα και είδε τα θύματα, να κοιμούνται στο κρεβάτι, μέσα στο υπνοδωμάτιο.
 
Τότε, ο Χαραλάμπους άρπαξε ένα μαχαίρι από την κουζίνα και άρχισε να τους καταφέρνει βίαια και επανειλημμένα κτυπήματα μέχρι που σκότωσε και τους δυο.
 
Στη συνέχεια, εγκατέλειψε το διαμέρισμα με τον ίδιο τρόπο και το απόγευμα της επόμενης μέρας, με το αυτοκίνητό του μετέβη δια μέσου του οδοφράγματος του Αγίου Δομετίου στις κατεχόμενες περιοχές. Επέστρεψε το ίδιο απόγευμα και την επομένη μέρα, στις 2.8.06, το βράδυ, επέστρεψε στο διαμέρισμα.
 
Από εκεί, δια μέσου πλέον της κύριας εισόδου του διαμερίσματος, την οποία άνοιξε, έσυρε το πτώμα της Άννας από τις σκάλες προς τα κάτω μέχρι τον υπόγειο χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας όπου είχε αφήσει το αυτοκίνητό του.

Ακολούθως, μετέφερε με το αυτοκίνητό του το πτώμα της Άννας σε περιβόλι του πατέρα του στο χωριό Ασκάς της Επαρχίας Λευκωσίας, το τοποθέτησε σε ένα από τα βαρέλια που βρίσκονταν εκεί, και το έκαψε.
 
Η δυσοσμία οδήγησε την Αστυνομία στη άψυχο σώμα του Γιαννάκη
 
Δυο ημέρες μετά τις δολοφονίες, η δυσοσμία από το διαμέρισμα του Γιαννάκη, ενόχλησε τους ένοικους άλλων διαμερισμάτων. 
 
Ειδοποιήθηκε αμέσως η Αστυνομία και επειδή η πόρτα του διαμερίσματος ήταν κλειστή, όχι όμως κλειδωμένη, όπως φάνηκε αργότερα, κλήθηκε η Πυροσβεστική και την παραβίασε. 
 
Το θέαμα στο υπνοδωμάτιο του θύματος, ήταν φρικτό.  Εκεί, πεσμένο μπρούμυτα, βρισκόταν μέσα σε λίμνη αίματος, το πτώμα του Γιαννάκη, που είχε ενοικιάσει το διαμέρισμα του δύο μήνες προηγουμένως.
 
Το θύμα, έφερε 38 κτυπήματα από νήσσον και τέμνον όργανο, όπως είναι το μαχαίρι, σε διάφορα μέρη του σώματος του. 
 
«Έβαλα της λίον πετρέλαιο τζαί άψα την»
 
Εικοσιτέσσερις ώρες μετά τον εντοπισμό του πτώματος του Γιαννάκη, η Αστυνομία προχώρησε στη σύλληψη του κατηγορούμενου.
 
Αρχικά, ο ίδιος αρνείτο κάθε ανάμιξη και ζητούσε τον δικηγόρο του, ενώ ερωτηθείς για τη σύζυγο του, η οποία είχε δηλωθεί ως ελλείπον πρόσωπο, είχε αναφέρει ότι μετέβηκε στα κατεχόμενα και είναι ζωντανή.
 
Ωστόσο αργότερα, τα όρια στενέψανε για τον κατηγορούμενο, ενώ δύο εβδομάδες αργότερα είχε συλληφθεί και για το φόνο της συζύγου του.
 
Σχεδόν ένα μήνα μετά τη διάπραξη του διπλού φονικού, ο κατηγορούμενος πέρασε για άλλη μια φορά από ανάκριση, κατά την οποία όμως «έσπασε» και προέβη σε ομολογία.
 
Οι αστυνομικοί ενώ του υπέβαλλαν ερωτήσεις, σε κάποια στιγμή ο κατηγορούμενος  άρχισε να κλαίει, λέγοντάς τους ότι η Άννα είναι νεκρή και ότι την έκαψε ο ίδιος μέσα σε βαρέλι στο χωριό Ασκάς. 

Υποδεικνύοντας το σημείο στους αστυνομικούς που έριξε τη σορό της, ανέφερε «δαμέ σε τούτη τη βαρέλα που έκρουσα την Άννα γιατί ήταν η επιθυμία της τζαι εγιώ εσεβάστηκά την.  Έβαλα της λίον πετρέλαιο τζαι άψα την».

Μέρος της ομολογίας του:
 
«Σήμερα αποφάσισα ότι θέλω να πω ούλλην την αλήθκεια για να ησυχάζω τζαι εγώ γιατί βασανίζουν με οι τύψεις με τούτην την υπόθεση γιαφτό τωρά που ήρτες να με δεις θα σου τα πω ούλλα να ησυχάζω. Τζιαμε σε τζιήνον το διαμέρισμα έκοψα την Άννα την γεναίκα μου να πέφτει μέσα στο κρεβάτι μαζί με τον Γιάννη τζαι εγώ εθόλωσα τζαι εν εθώρουν μπροστά μου που τα νεύρα μου τζαι έπιασα έναν μαχαίρι που μέσα στην κουζίνα τζαι επήα στο υπνοδωματιο τζαι άρκεψα τζαι εκτύπουν τους τζα τους δκυό με το μασιέρι ώσπου τζαι εν εταράσσαν καθόλου.  Την άλλην νύχτα εξαναπήγα τζιαμέ τζαι εφόρτωσα την Αννα τζαι επήρα την στο περβόλι στον Ασκά τζαι εκαψα την μεσα σε τζήνον το βαρελλι που σας εδειξα τζαί όταν εφυγα που τον Ασκά όπως έρκουμουν κάτω προς την Λευκωσία, επαίταξα το μασιέρι κάτω που το γεφύρι μετά το Μιτσερό τζαι αύριο που εν να είναι μέρα να σας πάρω να σας το δείξω.  Πριν το Μιτσερό επέταξα τζαι κάτι κλειθκιά που ήταν της Αννας τζαί να σας πάρω να σας τα δείξω τζαι τούτα».

Τα άλλαξε στο Δικαστήριο
 
Στη δίκη, ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι δεν είχε καμιά σχέση με τη δολοφονία του Γιαννάκη και της Άννας, την οποία, όπως είπε, άφησε ζωντανή στα κατεχόμενα. 
 
Επανέλαβε τους ισχυρισμούς του σε σχέση με τις διάφορες δηλώσεις του, τις οποίες αρνήθηκε, όπως αυτές κατατέθηκαν, ενώ αναφερόμενος στα οστά που βρέθηκαν σε βαρέλι είπε ότι:  

Απόσπασμα από απόφαση:
 
«Τη λαμπρή κάμνουν σούβλα και πετούν τα κόκκαλα στους σκύλους. Ο Λοχίας του είπε να του τα δείξει και επήγαν στον Ασκά και βρήκαν κάποια παλιοκόκκαλα.  Ως προς την επίσκεψή του με την Άννα στην Κερύνεια αυτή τη φορά ισχυρίστηκε ότι την άφησε εκεί επειδή τον έβρισε στα Τούρκικα. Τα κλειδιά που παρέδωσε στην αστυνομία, όπως του είπε η Άννα, ήταν του Γραφείου Ευημερίας και τα γάντια, όπως ισχυρίστηκε, για  πρώτη φορά τα είδε στο Δικαστήριο. Ενώ αναγνώρισε ένα χρυσό σκουλαρίκι, ως της Άννας. Αναφορικά με την παραλαβή της Άννας από πολυκατοικία στις 31.7.06 προς 1.8.06, πρόσθεσε πως του είπε ότι κτύπησε στις σκάλες και πως αυτό δεν το ανέφερε προηγουμένως επειδή δεν είχε δει αίματα στην Άννα. Τελικά, ως προς το τεκμήριο 125, δηλαδή την πρώτη του κατάθεση, της 4.8.06, ισχυρίστηκε πως την υπέγραψε μετά από απειλές των αστυνομικών ότι θα τον έδερναν».
 
Μαρτυρικό υλικό
 
Μεγάλο μέρος της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής προερχόταν από τη μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων που διενέργησαν σειρά εξετάσεων σε σχέση με μεγάλο αριθμό τεκμηρίων τα οποία παραλήφθηκαν νόμιμα και διακινήθηκαν νομότυπα και κανονικά μέχρι την παρουσίασή τους στο Δικαστήριο.
 
Μαζί με αυτούς και αριθμός μελών της αστυνομικής δύναμης που αναμείχθηκαν στα διάφορα στάδια της διερεύνησης, περιλαμβανομένων των υποδείξεων σκηνών που έλαβαν φωτογραφίες αλλά και άλλοι αστυνομικοί και ιδιώτες.

Το Κακουργιοδικείο συνόψισε τη μαρτυρία όλων και σημειώνουμε εδώ τα πιο κάτω:
 
-Τη μαρτυρία του Λοχ. Σπ. Γεωργίου, ότι από τη μνήμη του ηλεκτρονικού υπολογιστή διαπίστωσε ότι το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου, την 1.8.06, εισήλθε στα κατεχόμενα στις 16:12 και εξήλθε στις 17:35. 
 
-Τη μαρτυρία του αστυφύλακα Κ. Κωνσταντινίδη ότι περί τα τέλη Ιουνίου 2006, κατά παράκληση φίλου του, κάλεσε την Άννα στον Αστυνομικό Σταθμό και εκεί, στην παρουσία του κατηγορούμενου που τη συνόδευε, της ζήτησε να επιστρέψει ένα κλειδί του διαμερίσματός του Γιαννάκη που φερόταν να  κατείχε η Άννα.  Παρέδωσε ένα κλειδί ο κατηγορούμενος φανερά εκνευρισμένος και διατυπώνοντας απειλή κατά του Γιαννάκη Δημοσθένους πως αν ξαναπλησίαζε την Άννα θα τον σκότωνε. Όπως αντελήφθη ο μάρτυρας, ο κατηγορούμενος γνώριζε το Γιαννάκη.
 
-Τη μαρτυρία του …., ενοίκου διαμερίσματος, πως περί την 4:00 π.μ. της 1.8.06 είδε άγνωστό του άντρα να εισέρχεται και μετά να εξέρχεται από την πολυκατοικία.
 
-Τη μαρτυρία του … πως περί τη 18:30 της 31.7.06 ο Γιαννάκης Δημοσθένους τον επισκέφθηκε και του ζήτησε να εργοδοτήσει την Άννα, όπως την αναγνώρισε από φωτογραφία, που τον συνόδευε και φαινόταν μεθυσμένη.
 
-Τη μαρτυρία της … από τη Λευκορωσία, πως το βράδυ της 31.7.06 η Άννα που ήταν φίλη της, της ζήτησε τηλεφωνικώς να τη φιλοξενήσει επειδή τσακώθηκε με το σύζυγό της χωρίς όμως να συγκατατεθεί. 
 
-Τη μαρτυρία του …., ιδιοκτήτη του διαμερίσματος στο οποίο βρέθηκε νεκρός ο Γιαννάκης.  Του το είχε ενοικιάσει και στις 19:45 της 1.8.06 πήγε στο διαμέρισμα επειδή του χρωστούσε ενοίκια, συνοδευόμενος και από άλλο ενδιαφερόμενο ενοικιαστή.  Κτύπησε μερικές φορές την πόρτα αλλά δεν την άνοιξε κανένας.  Με δικό του κλειδί άνοιξε αλλά μόνο για  λίγο. Η πόρτα ήταν ασφαλισμένη με αλυσίδα, δεν μπόρεσε να μπει στο διαμέρισμα και έφυγε. 
 
-Τη μαρτυρία του …, μηχανικού, τον οποίο κάποτε βοηθούσε ο κατηγορούμενος.  Κατέθεσε πως την 1.8.06 περί την 10:00 π.μ. πήγε στο σαντουιτσίδικο του κατηγορούμενου και του ζήτησε να τον βοηθήσει. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε επειδή, όπως του είπε, ήταν μόνος του και η Άννα έπαθε ηλίαση και έμεινε στο σπίτι.
 
Αργότερα, την ίδια μέρα, κάποιος κοινός γνωστός τους, με το όνομα … του είπε ότι ο κατηγορούμενος είχε πάει με την Άννα στα κατεχόμενα.
 
Ήταν η κατάληξη του Κακουργιοδικείου πως όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο και απέρριψε την κεντρική θέση του κατηγορούμενου πως ενοχοποιήθηκε, με σκευωρία των μελών της αστυνομικής δύναμης αλλά και εμπειρογνωμόνων, που πήρε τη μορφή κατασκευής ομολογιών που δεν έγιναν αλλά και άλλης κρίσιμης περιστατικής μαρτυρίας σε σχέση με τεκμήρια που ανευρέθηκαν σε διάφορα σημεία.

Επίσης χαρακτήρισε ως ασυνάρτητη, γεμάτη παραδοξότητες και αντιφάσεις τη μαρτυρία του κατηγορούμενου και με μακροσκελή αιτιολόγηση αναφέρθηκε στις λεπτομέρειες της και στην πεποίθηση του πως ήταν εντελώς αναξιόπιστη.
 
Αδιάσειστα στοιχεία
 
Σύμφωνα με τα όσα καταγράφονται στην απόφαση, μέσα στο διαμέρισμα του θύματος, βρέθηκε γενετικό υλικό του Γιαννάκη αλλά, βεβαίως, το Κακουργιοδικείο δεν ασχολήθηκε με τη λεπτομέρεια αυτής της επιστημονικής μαρτυρίας. Ήταν εκεί το πτώμα του Γιαννάκη και ήταν παραδεκτό πως έχασε εκεί τη ζωή του εξ αιτίας της αιμορραγίας από τα αλλεπάλληλα βίαια κτυπήματα που δέχτηκε από νήσσον και τέμνον όργανο. 

Το πτώμα βρέθηκε στο υπνοδωμάτιο, γεγονός που αναιρούσε τον αρχικό ισχυρισμό του κατηγορούμενου, ενώ βρέθηκε να φορά μόνο το κάτω εσώρουχο του, όπως σχετικά και ο κατηγορούμενος ανέφερε στην ομολογία του. 
 
Βρέθηκε όμως στο διαμέρισμα και γενετικό υλικό της Άννας τόσο από αίμα της όπως σε  γάντια που βρέθηκαν στο εσωτερικό του διαμερίσματος, σε μισογεμάτη μπουκάλα νερού στο σαλόνι, σε δυο σεντόνια στο υπνοδωμάτιο που είχαν μεγάλες κηλίδες αίματος, και αλλού, που ταίριαζαν με την ομολογία του κατηγορούμενου, ότι άρχισε να τους κτυπά με το μαχαίρι όταν τους είδε στο κρεβάτι.  Επίσης, στο χωλ βρέθηκε μικρή ποσότητα αίματος.
 
Επιπρόσθετα, γενετικό υλικό της Άννας, μη προερχόμενο από αίμα, βρέθηκε σε άδειο τενεκεδάκι μπύρας, σε γυάλινο ποτήρι, σε αποτσίγαρο σε τασάκι, στο νιπτήρα του διαμερίσματος, σε γυναικεία φανέλα και παντελονάκι από το υπνοδωμάτιο. Στοιχεία που μαρτυρούσαν ασφαλώς παρουσία της Άννας στο διαμέρισμα, αυτοτελώς αλλά και συνταιριαζόμενα προς την εν τέλει ομολογία του κατηγορούμενου.

Επίσης βρέθηκε μέσα στο διαμέρισμα γενετικό υλικό του ίδιου του κατηγορούμενου: Στα γάντια που αναφέρθηκαν, όπως αυτά βρέθηκαν στο εσωτερικό του διαμερίσματος, εκτός από το γενετικό υλικό της Άννας από αίμα, υπήρχε και γενετικό υλικό του ίδιου του κατηγορούμενου, μη προερχόμενο από αίμα στο εσωτερικό τους, προφανώς, αλλά όχι απολύτως, από δερματική επαφή. Το βέβαιο όμως ήταν πως σε αντικείμενο εντός του διαμερίσματος βρέθηκε γενετικό υλικό του κατηγορούμενου. Τέτοιο γενετικό υλικό του κατηγορούμενου βρέθηκε και σε άλλο αντικείμενο, μέσα στο διαμέρισμα. Αυτό ήταν η μισογεμάτη μπουκάλα νερού. Αυτά αυτοτελώς τοποθετούσαν τον κατηγορούμενο μέσα στο διαμέρισμα.

Κατά την ομολογία του κατηγορούμενου, την επομένη επέστρεψε στο διαμέρισμα και μετέφερε το πτώμα της Άννας από εκεί στο αυτοκίνητό του που το στάθμευσε στον υπόγειο χώρο της πολυκατοικίας. Ο ιδιοκτήτης του διαμερίσματος …, τον οποίο το Κακουργιοδικείο έκρινε αξιόπιστο, επισκέφθηκε το διαμέρισμα του Γιαννάκη την 1.8.06. Του χρωστούσε ενοίκια και συνοδευόταν και από άλλο πρόσωπο που ενδιαφερόταν να το ενοικιάσει. Κτύπησε την πόρτα, δεν του άνοιξε κανένας και με δικό του κλειδί που κρατούσε την άνοιξε. Όμως, μόνο για λίγο. Η πόρτα ήταν ασφαλισμένη με αλυσίδα. Δεν πρόσεξε οτιδήποτε το ύποπτο και έφυγε.
 
Μετά, στις 3.8.06, η Αστυνομία, όταν ειδοποιήθηκε από τους γείτονες, χρειάστηκε να παραβιάσει την πόρτα που δεν ήταν όμως κλειδωμένη και δεν έφερε αλυσίδα. Αυτό συνταίριαζε με την ομολογία του κατηγορούμενου για είσοδο του στο διαμέρισμα, προφανώς με τον ίδιο όπως και πριν τρόπο και έξοδό του από την κύρια είσοδο την οποία, πλέον, δεν μπορούσε να ασφαλίσει με αλυσίδα ή και να την κλειδώσει από μέσα. Σημειώνεται πως στο εσωτερικό της πόρτας εκείνης, στην κλειδαριά, η Αστυνομία βρήκε δέσμη κλειδιών, ένα από τα οποία της πόρτας. 
 
Έξω από την κύρια είσοδο του διαμερίσματος, ακολουθώντας τη διαδρομή του εσωτερικού κλιμακοστασίου και καταλήγοντας στον υπόγειο χώρο της πολυκατοικίας με φορά από τα πάνω προς τα κάτω, όπως βεβαίωσε ο ιατροδικαστής Σ. Σοφοκλέους, υπήρχε αίμα κατά τρόπο που έδειχνε ότι κάτι είχε συρθεί στο υπόγειο.
 
Οι επιστημονικές εξετάσεις που διενεργήθηκαν, έδειξαν πως το αίμα που βρέθηκε ανήκε στην Άννα. Αυτό επιβεβαίωνε ασφαλώς την ομολογία του κατηγορούμενου όπως τη δέχτηκε το Κακουργιοδικείο αλλά και αυτοτελώς έδειχνε το συσχετισμό της Άννας με το κλιμακοστάσιο και το υπόγειο. Πράγμα το οποίο ίσχυε και στη βάση και άλλου τεκμηρίου. Κατά τη μαρτυρία, στο χώρο του υπογείου βρέθηκε χρυσό σκουλαρίκι, το οποίο κατά τη δίκη αναγνώρισε και ο ίδιος ο κατηγορούμενος, το οποίο έφερε γενετικό υλικό της Άννας. 
Κατά την ομολογία του, ο κατηγορούμενος, τοποθέτησε την Άννα στο αυτοκίνητό του και τη μετέφερε στον Ασκά.
 
Σύμφωνα με τη μαρτυρία που προσάχθηκε, την οποία το κακουργιοδικείο εκτίμησε ως αξιόπιστη, σε διάφορα σημεία του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου, βρέθηκε γενετικό υλικό της Άννας. Όχι απλώς στην καρέκλα του συνοδηγού. Σε διάφορα σημεία όπως, στην αριστερή κάτω γωνιά του καθίσματος του συνοδηγού, στην πίσω πλευρά του στηρίγματος της κεφαλής του καθίσματος πίσω από τον οδηγό, στο σκέπαστρο του χώρου αποσκευών, σε τεμάχιο κίτρινου λαστίχου νερού στο χώρο αποσκευών, στο δεξιό στήριγμα του χώρου αποσκευών, στο λάστιχο της πόρτας του χώρου αποσκευών.

Υπήρχε, όμως, στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου και γενετικό υλικό του ίδιου του Γιαννάκη, ο οποίος ήταν νεκρός στο διαμέρισμά του. Σε διάφορα σημεία όπως σε μαύρο χαλί στο χώρο αποσκευών, στο κομμάτι κίτρινου λαστίχου νερού, στο λάστιχο της πόρτας του χώρου αποσκευών και στο σκέπαστρο του χώρου αποσκευών. 
 
Δεν αναγνωρίζονταν τα οστά
 
Σύμφωνα με την ομολογία του κατηγορούμενου, μετέφερε με το αυτοκίνητό του το πτώμα της Άννας σε περιβόλι του πατέρα του στον Ασκά, το τοποθέτησε σε βαρέλι που βρισκόταν εκεί και το έκαψε.
 
Στο βαρέλι που εκείνος υπέδειξε βρίσκονταν τεμάχια οστών. Τα οστά ήταν κυρίως από τα άκρα και το κρανίο.  Τα τοποθέτησε, χρησιμοποιώντας γόμα, σε ανατομική θέση.  Επρόκειτο για  ανθρώπινα οστά, ενός προσώπου.
 
Δεν ανευρέθησαν τα οστά της λεκάνης και δεν ήταν δυνατό να λεχθεί με βεβαιότητα αν ανήκαν σε γυναίκα ή σε άντρα, όσο και αν ορισμένα παρουσίαζαν γυναικεία χαρακτηριστικά. Ανήκαν σε άνθρωπο ηλικίας μεταξύ 25 - 40 ετών και είχαν υποστεί καύση σε ψηλή θερμοκρασία, για  μεγάλο χρονικό διάστημα.  Δεν υπήρχε ένδειξη για  τραυματισμό ή τεμαχισμό τους με αιχμηρό αντικείμενο. 
 
Σύμφωνα με μαρτυρία, ήταν δυνατό το βαρέλι να χωρούσε άνθρωπο, ενώ ο ιατροδικαστής Ν. Χαραλάμπους που το μέτρησε, είχε ύψος 89 εκατοστά και διάμετρο 57 εκατοστά. Εξήγησε συναφώς πως ένα πτώμα εισέρχεται σε στάδιο ακαμψίας δυο μέχρι τρεις ώρες μετά το θάνατο και πως, μετά από διάφορα στάδια στα οποία αναφέρθηκε, μετά από 12 περίπου ώρες λύεται πλήρως η ακαμψία. Αυτά τα οστά εξετάστηκαν, ωστόσο, βρίσκονταν σε τέτοια κακή κατάσταση που δεν ήταν δυνατό να προβεί σε ταυτοποίησή τους.
 
Η κατάληξη του Δικαστηρίου
 
Από το σύνολο, όπως έκρινε ομόφωνα το Κακουργιοδικείο, δεν υπήρχε περιθώριο για εκδοχή άλλη. Χωρίς καμιά αμφιβολία κρίθηκκε ότι ο κατηγορούμενος σκότωσε και το Γιαννάκη και την Άννα. 
 
Το γεγονός ότι δεν ανευρέθη ταυτοποιημένο το πτώμα της Άννας, δεν εμπόδιζε τη διαπίστωση της ενοχής του και ως προς εκείνη. 
 
«Παρά τη μη ανεύρεση του πτώματος ή μέρους του η θανάτωση του θύματος μπορεί να αποδειχθεί με περιστατική μαρτυρία, όταν αυτή είναι συμβιβάσιμη μόνο με το συμπέρασμα πως το θύμα είναι νεκρό και πως ο θάνατος του προκλήθηκε από τον κατηγορούμενο.  Όπως ακριβώς, στην παρούσα υπόθεση».
Για να σχολιάσετε κάντε κλικ εδώ
 
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Πίσω στην αρχή της σελίδας