Τρίτη 4 Οκτ, 2022 | Επικοινωνία
trans gif

Από τον μύθο στην ιστορία-Πώς πήραν δέκα κυπριακά χωριά τα ονόματά τους

  15/08/2022 14:12
Από τον μύθο στην ιστορία-Πώς πήραν δέκα κυπριακά χωριά τα ονόματά τους

Από τον μύθο στην ιστορία-Πώς πήραν δέκα κυπριακά χωριά τα ονόματά τους

  15/08/2022 14:12

Η πατρίδα μας είναι διάσπαρτη με χωριά. Η Κύπρος είναι ένα νησί καμωμένο από μικρές ψηφίδες, γεμάτες ιδιαιτερότητες. Κάποια άντεξαν στα κύματα της αστυφιλίας, άλλα σχεδόν ερημώθηκαν. Ορισμένα κάθονται μαραζωμένα, περιμένοντας τους ιδιοκτήτες τους να επιστρέψουν στην κατεχόμενη γη, άλλα γνωρίζουν ανάπτυξη λόγω της εγγύτητάς τους στα αστικά κέντρα. Κάθε ένα από τα χωριά της Κύπρου έχει τη δική του ιστορία, που σε ορισμένες περιπτώσεις εκτείνεται πολλούς αιώνες στο βάθος του χρόνου, φτάνοντας μέχρι την αρχαιότητα.

Στα στενά σοκάκια των χωριών συναντιούνται η ιστορία, η παράδοση και οι μύθοι. Αν και πολλές περιοχές της Κύπρου πήραν το όνομά τους από παρακείμενα φυσικά στοιχεία, ή από τους Αγίους που θεωρούσαν προστάτες τους ή διατηρούν ονόματα ακόμη κι από την αρχαιότητα, πολλά τοπωνύμια κινούνται μεταξύ της ιστορίας και του μύθου. Ο REPORTER επέλεξε δέκα χωριά που η ετυμολογία του ονόματός τους δεν είναι ξεκάθαρη στο πρώτο άκουσμα και παρουσιάζει τις διάφορες εκδοχές πίσω από τα τοπωνύμια.

Αγγλισίδες

Οι Αγγλισίδες βρίσκονται νοτιοδυτικά της πόλης της Λάρνακας και η κοινότητα γνωρίζει μεγάλη ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια. Σύμφωνα με την σελίδα του χωριού, βρισκόταν εκεί τουλάχιστον από τα μεσαιωνικά χρόνια. Στους παλιούς χάρτες αναφέρεται ως «Elisides».  Υπάρχουν τρεις εκδοχές για αυτό το όνομα. Η πρώτη είναι του Σίμου Μέναρδου και διασώζεται στη Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια. Σύμφωνα με αυτή, το όνομα προέρχεται από τη λέξη «εγκλείστρα», που είναι το ασκητήριο του μοναχού και δικαιολογεί και την ορθογραφία «Αγκλεισίδες».

Η δεύτερη εκδοχή αναφέρει ότι η ονομασία του χωριού οφείλεται στην ύπαρξη πολλών υπόγειων εκκλησιών. Η τρίτη εκδοχή μιλά για έναν Άγγλο επισκέπτη, ο οποίος έχασε τη γυναίκα του στα βουνά του χωριού. Σύμφωνα με αυτήν, περπατούσε ρωτώντας τους χωριανούς «Άγγλις ίδες;» και η ιστορία αυτή διαδόθηκε στη Λάρνακα από έναν πλανόδιο έμπορο, τον οποίο αποκαλούσαν «ο Άγγλις ίδες».

Ασγάτα

Η Ασγάτα είναι το ανατολικότερο χωριό της επαρχίας Λεμεσού και υπάρχει σχετική αναφορά σε αυτήν από την εποχή της Φραγκοκρατίας. Ωστόσο στην περιοχή υπήρχαν μικροοικισμοί και στοές μεταλλείων από την αρχαιότητα.

Σύμφωνα με τη σελίδα του χωριού, υπάρχουν δύο πιθανές εκδοχές για το όνομά του. Η μία καταγράφεται από τον Σίμο Μένανδρο και λέει πως προέρχεται από τα κτήματα του Ασκά, αυτού που κατασκεύαζε ασκιά δηλαδή, με την κατάληξη –άτα, που δηλώνει ιδιοκτησία σε διάφορα μέρη της Ελλάδας. Με την πάροδο του χρόνου το Ασκάτα έγινε Ασγάτα. Η εκδοχή που καταγράφεται από τον Κώστα Πύρρο, αναφέρει πως το όνομα είναι σύνθετο από τις δωρικές λέξεις «ας» και «γατάς», που σημαίνουν «προς» τους «γεωργούς», λόγω των γεωργών που κατοικούσαν στην περιοχή και πωλούσαν τα προϊόντα τους.

Αψιού

Η Αψιού είναι μια κοινότητα της επαρχίας Λεμεσού, χτισμένη κοντά στον ποταμό Γαρύλη, η οποία διαθέτει μοναδική ποικιλία πετρωμάτων. Είναι ένα από τα χωριά όπου έκανε παραγωγή κουμανταρίας από τα μεσαιωνικά χρόνια, προμηθεύοντας τον Κουμαντάτορα του Κολοσιού, αν και η δραστηριότητα αυτή περιορίστηκε τώρα.

Στη σελίδα του χωριού παρουσιάζονται δύο εκδοχές για το όνομά του και καμία από αυτές δεν προέρχεται από το φτάρνισμα. Η πρώτη καταγράφεται από τον Νέαρχο Κληρίδη και αναφέρει πως πήρε το όνομά του από τους πρώτους μεταλλουργούς που δούλεψαν στην περιοχή και ήρθαν από τη Νάξο. Από το Ναξιώτες προήλθε το Αξιώτες, Αψιώτες και τελικά το Αψιού. Σύμφωνα με τη δεύτερη εκδοχή, η μετακίνηση πληθυσμού έγινε από πολύ πιο κοντά, καθώς κάτοικοι της Απαισιάς μετακόμισαν εκεί και από την Απαισιού το όνομα εξελίχθηκε σε Αψιού.

Δελίκηπος

Ο Δελίκηπος είναι ένα μικρό χωριό της επαρχίας Λάρνακας, που αποτελούσε φέουδο τον μεσαίωνα και καταγραφόταν στους χάρτες ως «Dilichiper». Αναφορές σε αυτό υπάρχουν από το 1461. Η πρώτη εκδοχή αναφορικά με την ονομασία του, που διασώζεται στη Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια, είναι πως ο πρώτος ιδιοκτήτης του χωριού ονομαζόταν Δελής και το όνομα σημαίνει «κήπος του Δελή».

Η δεύτερη εκδοχή, που θεωρείται πιο σωστή, σύμφωνα με την σελίδα του χωριού, είναι πως το πρώτο συνθετικό προέρχεται από την ιταλική λέξη «bella», που σημαίνει «ωραία», άρα το όνομα σημαίνει «ωραίος κήπος».

Δευτερά

Η Δευτερά, η οποία αποτελείται από την Πάνω και την Κάτω Δευτερά, βρίσκεται πολύ κοντά στη Λευκωσία, στις όχθες του Πεδιαίου και είναι κυρίως γνωστή για την μεσαιωνική εκκλησία της Παναγίας της Χρυσοσπηλιώτισσας. Η περιοχή κατοικείτο από τη γεωμετρική εποχή, ενώ υπήρξε φέουδο του τάγματος των Ναϊτών ιπποτών κατά τη φραγκοκρατία. Κατά την περίοδο των Βενετών, η Δευτερά, μαζί με τη Ψιμολόφου, αποτελούσαν κτήμα του πατριάρχη Αντιοχείας.

Η επικρατέστερη εκδοχή για την ονομασία της είναι ότι προέρχεται από το όνομα Δευτεράς, που ήταν ο άνθρωπος που κρατούσε τα δευτέρια, δηλαδή τα φορολογικά βιβλία. Λιγότερο πιθανή είναι η εκδοχή πως προέρχεται από τη λέξη «δευτέρωμα», που είναι το δεύτερο όργωμα των χωραφιών.

Εργάτες

Οι Εργάτες είναι χωριό της επαρχίας Λευκωσίας, χτισμένο στις όχθες του Πεδιαίου, με τον πρώτο οικισμό στην περιοχή να δημιουργήθηκε πιθανότητα κατά τη ρωμαϊκή περίοδο. Το όνομά του σημαίνει ακριβώς ό,τι και σήμερα αλλά πάει πολλούς αιώνες πίσω, καθώς σχετίζεται με τους εργάτες που δούλευαν στα μεταλλεία χαλκού της Ταμασσού, που επέλεξαν το μέρος αυτό πάνω στον ποταμό για να δημιουργήσουν τον οικισμό τους.

Σύμφωνα με την σελίδα της κοινότητας, σιγά-σιγά, οι λιγοστές καλύβες πλήθυναν και όποιος ήθελε να πάει εκεί, έλεγε «πάω στους Εργάτες». Παρόλο που τα μεταλλεία έκλεισαν στο πέρασμα του χρόνου, το όνομα παρέμεινε. Σε χάρτες από την εποχή της φραγκοκρατίας, το χωριό αναφέρεται ως «Argates».

Κάρμι

Το Κάρμι είναι κατεχόμενο χωριό του Πενταδακτύλου, στην περιφέρεια της Κερύνειας, στο οποίο βρίσκεται το κάστρο του Αγίου Ιλαρίωνα. Κατά την περίοδο της φραγκοκρατίας ανήκε στο τάγμα ων Καρμηλιτών μοναχών και αλλά θεωρείται πως ενδεχομένως να υπήρχε οικισμός από τη βυζαντινή εποχή. Για την ονομασία του χωριού υπάρχουν τρεις εκδοχές, σύμφωνα με την Ένωση Κοινοτήτων Επαρχίας Κερύνειας.

Η πρώτη είναι ότι προήλθε από τη μυθολογική Κάρμη, κόρη της Κασσιόπειας ή της Δήμητρας και του Ευθύβουλου, που ήταν μητέρα της Δίκταινας από τον Δία και αδελφή του Άραβα, του Φοίνικα, του Κιλικα και της Ευρώπης, από τους οποίους προέκυψαν άλλες γεωγραφικές ονομασίες. Η δεύτερη εκδοχή είναι πως το χωριό πήρε το όνομά του από τη γαλλική λέξη «charme», που σημαίνει γοητευτική και δασωμένη τοποθεσία.

Η πιο πιθανή εκδοχή είναι αυτή που συνδέεται με τους Καρμηλίτες μοναχούς, το τάγμα των Carmes, οι οποίοι ονομάστηκαν έτσι από το βουνό Κάρμηλος της Παλαιστίνης. Το τάγμα δραστηριοποιείτο στην Κύπρο την εποχή της Φραγκοκρατίας και περιοχές που ονομάζονται Κάρμεν, από την ίδια ρίζα, υπάρχουν επίσης στα Πολεμίδια, στην Αμμόχωστο και στην Τάλα της Πάφου.

Κρήτου Τέρρα

Η Κρήτου Τέρρα είναι ένα καταπράσινο χωριό της επαρχίας Πάφου, που βλέπει μέσα από τις βουνοκορφές τον κόλπο Χρυσοχούς. Η περιοχή κατοικείται από την αρχαιότητα, με ευρήματα που ανάγονται στη ρωμαϊκή εποχή. Τον 19ο αιώνα, φυσικές καταστροφές ανάγκασαν τους κατοίκους να κινηθούν νοτιότερα, στο σημείο που βρίσκεται σήμερα η κοινότητα.  Σύμφωνα με τη σελίδα του χωριού, η πρώτη εκδοχή για το όνομά του συνδέεται με τις μοναδικές λαξευτές σπηλιές που υπάρχουν εκεί. Η λέξη Κρήτου προέρχεται από την φράγκικη «la grotte», που σημαίνει σπήλαια και η Τέρρα από την αντίστοιχη λατινική, που σημαίνει γη.

Η δεύτερη εκδοχή σχετίζεται με έναν φεουδάρχη, τον Ερωτόκριτο, το όνομα του οποίου συνδέεται και πάλι με την λατινική «terra». Σύμφωνα με ένα παλιό έγγραφο, αρχικά η φράση ήταν «στου (Ερωτο)κρίτου) και σταδιακά μεταβλήθηκε σε θηλυκό όνομα. Ακολούθως η περιοχή συνενώθηκε με το γειτονικό χωριό Τέρρα και ενώθηκαν και τα δύο ονόματα.

Μηλικούρι

Το Μηλικούρι είναι χωριό της Λευκωσίας, που συνδέεται άμεσα με το μοναστήρι της Παναγίας του Κύκκου. Φαίνεται ότι κατά τα μεσαιωνικά χρόνια ανήκε σε ένα από τα βασιλικά φέουδα της Μαραθάσας, του Κόμη του Ρήγα. Υπάρχουν τρεις διαφορετικές εκδοχές για την ονομασία του, εκ των οποίων οι δύο είναι ίδιες, αλλά διαφωνούν ως προς τα ιστορικά γεγονότα.  Όπως αναφέρεται στη σελίδα του χωριού, η πρώτη εκδοχή, που υποστηρίχθηκε από τον Νεοκλή Κυριαζή και τον Σίμο Μένανδρο, λέει πως το όνομα προήλθε από το φυτό μυρίκη, όμως αυτή αντιμετωπίζεται με σκεπτικισμό, καθώς αυτό είναι πεδινό φυτό, κυρίως των αλμυρών εδαφών και δεν υπήρχε ποτέ στην περιοχή.

Η δεύτερη και η τρίτη εκδοχή είναι πως το όνομα προήλθε από την συνένωση των χωριών «Μήλον» και «Κούριον». Σύμφωνα με τη μία τοπική παράδοση, οι κάτοικοι αυτών των δύο κοινοτήτων σφαγιάστηκαν από τους Καραμάνους Τούρκους μέσα σε μια νύχτα και όσοι σώθηκαν κατοίκησαν στην περιοχή που βρίσκεται σήμερα το Μηλικούρι. Αυτή η εκδοχή ωστόσο δεν είναι συμβατή με τα ιστορικά γεγονότα, καθώς το χωριό προϋπήρχε της τουρκοκρατίας. Η άλλη παράδοση λέει πως το Μήλον πλήγηκε από θανατικό και το Κούριο από σεισμούς και με παρότρυνση του μοναχού Κυλίνδρου οι κάτοικοί τους έφτιαξαν το Μηλικούρι.

Φρέναρος

Το Φρέναρος είναι χωριό της Αμμοχώστου, στην περιφέρεια Κοκκινοχωρίων, και βρίσκεται σε μία τοποθεσία που κατοικείται από τα προϊστορικά χρόνια. Η πρώτη γραπτή αναφορά στο χωριό γίνεται κατά τη Βενετοκρατία και χωρίζει το χωριό σε Cato Frenaro και Apano Frenaro.

Σύμφωνα με τη σελίδα του χωριού, το όνομα φαίνεται να προέρχεται από τους «freres mineurs» (μικροί αδελφοί), που ήταν φραγκισκανοί λατίνοι μοναχοί που είχαν στην περιοχή το μοναστήρι Παναγίας Χορτακιώτισσας. Οι Έλληνες τους αποκαλούσαν «Φρέρηδες». Η δεύτερη εκδοχή είναι παραπλήσια, και λέει πως στην περιοχή της Παναγίας της Χορτακιώτισσας υπήρχαν μοναστήρια επί βυζαντινής και φράγκικης εποχής και Frenaria στα γαλλικά σήμαινε περιοχή που κατοικείται από μοναχούς.  

Για να σχολιάσετε κάντε κλικ εδώ
 
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Πίσω στην αρχή της σελίδας