Κυριακή 28 Νοε, 2021 | Επικοινωνία
trans gif

Η συγκλονιστική ιστορία ενός αριθμού-«Μου έριξαν βόμβα, σκότωσαν τα αδέλφια μου»

Γιώργος Χατζηπαναγή  13/11/2021 14:14
Η συγκλονιστική ιστορία ενός αριθμού-«Μου έριξαν βόμβα, σκότωσαν τα αδέλφια μου»

Η συγκλονιστική ιστορία ενός αριθμού-«Μου έριξαν βόμβα, σκότωσαν τα αδέλφια μου»

Γιώργος Χατζηπαναγή  13/11/2021 14:14

«Πλοιάριο με εκατό μετανάστες πλέει ανοιχτά του Κάβο Γκρέκο». Αυτός είναι ο πλέον συνηθισμένος τίτλος που μπορεί να συναντήσει κάποιος στα μέσα ενημέρωσης, όταν υπάρχει ενημέρωση από τις Αρχές για αφίξεις μεταναστών στη χώρα. Η μόνη διαφορά είναι πως σε κάθε περίπτωση, αλλάζει το νούμερο. Η ανθρώπινη ζωή όμως, μετριέται σε νούμερα;

Το τελευταίο διάστημα, αρμόδιες πηγές δίνουν στη δημοσιότητα στοιχεία ανθρώπων που έφθασαν στην Κύπρο, από τρίτες χώρες. Στις τόσες μέρες του τάδε μήνα, έφθασαν 300 άτομα. Στις τόσες μέρες του ίδιου μήνα, οι αφίξεις έφθασαν τις 800, τις 1000, τις 1500 και ούτω καθεξής. Όλα αριθμημένα, όλα απρόσωπα και όλα άψυχα. Λες και κάθε ανθρώπινη ζωή δεν έχει τη δική της ιστορία.

Ένας απ' αυτούς που μετρήθηκαν σ' αυτούς τους αριθμούς, είναι και ο Σάαμ Μάξιμους Σάαμ. Συναντηθήκαμε τυχαία σε μια εκδήλωση και ανταλλάξαμε μια δύο κουβέντες. Από την πρώτη στιγμή, η ευγένεια αυτού του 25χρονου από τη Συρία, σε συνδυασμό με το άσβεστο χαμόγελο στα χείλη του, σε έκανε να αισθάνεσαι οικεία. Ένα παιδί με αρχές, που χαρίζει, όπως μας είπαν αργότερα όσοι τον ζουν καθημερινά, μόνο αγάπη στους γύρω του.

Μόνο που πίσω από αυτό το χαμόγελο κρυβόταν μια θλιβερή ιστορία, η οποία θα μπορούσε να ήταν βγαλμένη μέσα από μια κινηματογραφική ταινία. Πόλεμος, λιποταξία, συνάντηση με τον... θάνατο και τελικά μια νέα πατρίδα.

Τα πρώτα χρόνια στη Συρία και ο χαμός του πατέρα του

Ο Μάξιμους γεννήθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 1993 στο Χαλέπι και είναι γόνος μιας εύπορης οικογένειας, η οποία είχε οκτώ παιδιά. Πριν τον πόλεμο που ξέσπασε το 2011, η κατάσταση στην χώρα ήταν πολύ καλή. Ένας επίγειος παράδεισος, όπως τον χαρακτηρίζει.

«Ήταν μια πολύ ωραία χώρα και πάρα πολύ καλός ο κόσμος. Θυμάμαι όταν ήμουν μικρός, περνούσαμε καλά με την οικογένεια μου. Ήμασταν οκτώ αδέλφια. Εγώ είμαι ο πέμπτος στη σειρά. Είχα τέσσερις πιο μεγάλους αδελφούς, μετά είμαι εγώ, μετά δύο αδελφές και μετά ο μικρός μου αδελφός.

Στα οκτώ μου χρόνια έχασα τον πατέρα μου, ήταν μόλις 46 χρόνων. Έπαθε κάτι στην πλάτη, δεν ξέρω τι ακριβώς και έφυγε από τη ζωή. Παρότι τον χάσαμε, ήμασταν μια εύπορη οικογένεια και μπορώ να πω ότι δεν μας έλειψε ποτέ τίποτα.

Μετά από επτά χρόνια, στα 15 μου δηλαδή, άρχισε ο πόλεμος. Τότε εγώ ήμουν στο Χαλέπι, όπου ήταν το σπίτι μας. Μια μέρα, περίπου πέντε με έξι μήνες από τη μέρα που άρχισε ο πόλεμος, ένας από τους μεγάλους μου αδελφούς, που ήταν δικηγόρος με πήρε και ξεκινήσαμε να πάμε σε μια διαμαρτυρία με τον κόσμο, που γινόταν έξω στο δρόμο.

Όταν τέλειωσε η διαμαρτυρία, ήρθε ο στρατός στο σπίτι μας και μας συνέλαβε. Μας έβαλαν φυλακή για έξι μήνες, αλλά εκεί δεν μπορείτε να καταλάβετε πόσο δύσκολα ήταν τα πράγματα. Δεν είχε φως. Δεν καταλαβαίναμε τη μέρα, τη νύχτα, δεν καταλαβαίναμε την ώρα.

Μας έδερναν πολύ και ακόμα έχω σημάδια από εκείνα τα χτυπήματα. Αντέξαμε όμως, ευτυχώς. Κλείσαμε έξι μήνες στη φυλακή και μετά έπρεπε να πληρώσουμε 52 χιλιάδες για να βγούμε από εκεί.

Επειδή η οικογένεια μου ήταν καλά οικονομικά, τα πληρώσαμε, αλλά μόλις βγήκαμε από τη φυλακή, δεν μας άφησαν να πάμε πίσω στην οικογένεια μας, αλλά μας έστειλαν στο στρατό».

«Ήθελαν να μας ρίξουν στο δρόμο, να σκοτώσουμε τους αντικαθεστωτικούς»

Ένα παιδί μόλις 16 ετών, τότε, κατατάχθηκε αναγκαστικά στο στρατό, για να υπηρετήσει αυτούς, που πριν κάποιους μήνες στεκόταν απέναντί τους, σε μια διαμαρτυρία. Σε είκοσι μέρες, τον εκπαίδευσαν στη Δαμασκό να οδηγεί τανκ.

«Κανονικά χρειάζεσαι έξι με οκτώ μήνες εκπαίδευση για να μάθεις να οδηγείς τανκ, αλλά επειδή ήταν περίοδος πολέμου, έκαναν ταχύρρυθμη εκπαίδευση. Ήθελαν να μας ρίξουν στο δρόμο, να σκοτώσουμε τους αντικαθεστωτικούς.

Μόλις κατάλαβα τι ήθελαν να κάνω, έφυγα. Ποιον να σκοτώσω; Τους Σύρους που ήταν από την ίδια χώρα με μένα; Ποιους; Πήγα λοιπόν στον άνθρωπο που ήταν στην ασφάλεια του κτιρίου και του είπα ότι θα τον λαδώσω και θα με αφήσει να φύγω. Μου είπε εντάξει και έτσι κι έγινε.

Από τότε, θεωρούμε λιποτάκτης για το στρατό της Συρίας και αν με βρουν θα με συλλάβουν, γι’ αυτό δεν μπορώ να επιστρέψω.

Όταν έφυγα, γνώρισα κάποιον άνθρωπο εκεί στη Δαμασκό, ο οποίος με βοήθησε να κάνω κάποια χαρτιά, για να πάω στο Χαλέπι. Εκεί δεν μπορούσα να μείνω όμως, γιατί ήταν μια περιοχή που την έλεγχε η Κυβέρνηση. Γι’ αυτό αποφάσισα να φύγω από εκεί και πήγα στο Ιντλίμπ, που δεν ελεγχόταν απ' αυτούς. Γνώρισα ένα άλλο άνθρωπο, που ήταν πολύ καλός, με φιλοξένησε και με έβαλε να δουλέψω για τον Ερυθρό Σταυρό, αλλά ανεπίσημα, γιατί απαγορευόταν.

Υπήρχαν άνθρωποι εκεί που γνώριζαν κάποιους στην Αμερική και μας έστελναν χρήματα για να αγοράσουμε ασθενοφόρα. Εμείς αγοράσαμε ασθενοφόρο από την Κύπρο, το θυμάμαι γιατί ήταν στα ελληνικά τα γράμματα. Δεν ξέρω πως μας έστειλαν το ασθενοφόρο από την Κύπρο απλά ήρθε. Με έμαθαν να οδηγώ το ασθενοφόρο, χωρίς μισθό φυσικά και έμεινα εκεί από τα 17 μου χρόνια μέχρι τα 20».

Η συνάντηση με το θάνατο

Ο Μάξιμους, σε αυτά τα τρία χρόνια πέρασε πολλές δύσκολες στιγμές και είδε πολλά τραγικά περιστατικά. Μέχρι που μια μέρα, ο θάνατος, θα χτυπούσε τη δική του πόρτα. Ευτυχώς, γλύτωσε την υστάτη...

«Μια μέρα πήγαινα να πάρω κάποια μωρά με το ασθενοφόρο που τραυματίστηκαν από ρίψη βόμβας. Την ώρα που πηγαίναμε, έπεσε άλλη βόμβα και τραυματίστηκα. Αυτό έκαναν. Έριχναν μια βόμβα και μετά από δέκα με δεκαπέντε λεπτά έριχναν δεύτερη βόμβα για να χτυπήσουν κι άλλους που πήγαιναν να σώσουν τους πρώτους.

Από τη βόμβα χτυπήθηκα στον ώμο, στο πόδι, στην πλάτη και εκεί θεώρησαν όλοι ότι πέθανα. Με βρήκε ένας άνθρωπος και με μετέφεραν σε ένα νοσοκομείο στα σύνορα με την Τουρκία. Με εξέτασαν και είδαν ότι είχα ένα θραύσμα, μερικά χιλιοστά από τη σπονδυλική μου στήλη. Μου έβγαλαν τα υπόλοιπα θραύσματα και έμεινε εκείνο στη σπονδυλική στήλη. Μου είπαν ότι αν έκαναν κάτι λάθος, θα πέθαινα.

Έκαναν MRI και έστειλαν τα αποτελέσματα σε ένα Σύρο γιατρό στην Αμερική. Μόλις τα είδε αυτός, ήρθε στην Συρία από την Αμερική και με εγχείρισε. Είναι ένας πολύ καλός άνθρωπος και τον ευχαριστώ.

Μετά ανάρρωσα και έψαχνα τρόπο να φύγω από τη Συρία, αλλά δεν είχαμε χαρτιά, δεν είχαμε τίποτα για να μπορέσουμε να φύγουμε νόμιμα. Μέχρι σήμερα έτσι είναι η κατάσταση για τους Σύρους. Δεν μπορούν να βγουν νόμιμα από τη χώρα».

Δυστυχώς, δύο από τα αδέλφια του Σάαμ, δεν είχαν την ίδια τύχη. Όπως έμαθαν αργότερα, ο ένας σκοτώθηκε από ραδιοβόλιση αεροσκάφους και τον άλλον τον εκτέλεσαν, γιατί αρνήθηκε να πυροβολήσει Σύρους. Έμαθαν απλά ότι τους σκότωσαν και μέχρι σήμερα δεν ξέρουν καν που είναι θαμμένοι…

«Στεκόμασταν ο ένας δίπλα στον άλλο, μείναμε στη μέση της θάλασσας»

Τα όσα θλιβερά βίωσε, αλλά και η τραγική κατάληξη των δύο αδελφών του, τον οδήγησε στη μεγάλη απόφαση να φύγει από τη χώρα. Όταν δεις το θάνατο με τα μάτια σου, όταν χάσεις δικούς σου ανθρώπους, η απόφαση είναι απλή. Κι ας τους Ευρωπαίους να μετράνε τους ανθρώπους σε αριθμούς.

Ο Σάαμ, είχε μόνο μια επιλογή, να βρει κάποιο από τη μαφία, όπως λέει, για να τον στείλει στην Ευρώπη.

«Είχα ένα φίλο που οδηγούσε κι εκείνος ασθενοφόρο και τον γνώρισα στο Ιντλίμπ. Μου είπε ότι είχε ένα θείο, που έκανε αυτό το πράγμα. Μου ζήτησε επτά χιλιάδες δολάρια. Ήταν καλή τιμή, γιατί με ήξερε. Άλλοι πληρώνουν 10 χιλιάδες, 15 χιλιάδες.

Το 2014, έδωσα τα λεφτά και συμφωνήσαμε να με στείλει στην Ιταλία. Έδωσα σχεδόν όλα τα λεφτά που είχα στην άκρη για μια ώρα ανάγκης. Μπήκαμε σε ένα πλοιάριο μήκους 12 μέτρων, περίπου 360 άτομα. Ήμασταν όλοι όρθιοι, άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Σε κάποια στιγμή μείναμε τρεις μέρες μέσα στη θάλασσα, γιατί χάλασε το πλοίο και δεν προχωρούσε. Έλειψε το φαγητό, το νερό, δεν είχαμε τίποτα.

Ο καπετάνιος του πλοίου εξέπεμψε SOS και έφθασε ένα εμπορικό πλοίο από την Κύπρο και μας παρέλαβε. Μας μετέφερε με ασφάλεια στον Ακάμα και εκεί μας έκαναν ελέγχους. Από εκεί μας πήραν στο Πουρνάρα».

Απ’ εκεί, πολλοί θέλησαν να φύγουν από την Κύπρο, για να ταξιδέψουν παράνομα σε άλλες χώρες, όμως ο Σάαμ θέλησε να μείνει. Λίγο ο φόβος από την πρώτη εμπειρία στη θάλασσα και λίγο η ομορφιά της Κύπρου, τον κράτησαν στη χώρα.

Μετά από λίγες μέρες βρήκε δουλειά σε ένα συριακό εστιατόριο στη Λευκωσία. Έπρεπε να βοηθήσει οικονομικά την οικογένειά του.

Η γνωριμία με τη «μαμά» του

Κατά τη διάρκεια όλης αυτής της εξιστόρησης των τραγικών αυτών εμπειριών του Σάαμ, μαζί του ήταν μαζί του η κ. Ευδοκία, η «μάμα» του, όπως την φωνάζει.

Η κ. Ευδοκία είναι 85 ετών και γνωρίστηκε με τον Σάαμ, από συγκυρία, αλλά η σχέση τους έγινε αμέσως πολύ δυνατή. Ο Σάαμ βρήκε τη μάνα που άφησε πίσω στη Συρία και η κ. Ευδοκία απέκτησε άλλο ένα παιδί, το τρίτο της.

Μπορεί να άκουγε για πολλοστή φορά την ιστορία του, αλλά τα μάτια της γέμιζαν δάκρυα, όπως εκείνη την πρώτη φορά που της τα διηγήθηκε.

«Μέσα από τη δουλειά γνώρισα κι άλλους Σύρους που ήταν συνάδελφοί μου. Ένας από αυτούς, είναι μάγειρας στο εστιατόριο και έμενε σε ένα διαμέρισμα που είχε η “μάμα” μου, απέναντι από το σπίτι της, είπε ο Σάαμ.

Παίρνοντας το λόγο, η κ. Ευδοκία εξήγησε πως «ο μάγειρας έμενε απέναντι από την πόρτα μου και ήταν πολύ φίλος με τον Σαάμ. Μέσω αυτού του ανθρώπου τον γνώρισα. Από την πρώτη μέρα που τον είδα, μου είπε “μαμά”.

Είχα ένα γιο και μια κόρη. Τώρα έχω δύο γιους και μια κόρη. Ο γιός μου, μόλις τον γνώρισε τον αγάπησε και πριν δύο χρόνια όταν έφευγε από την Κύπρο, γιατί μένει στην Αθήνα, του έδωσε τα κλειδιά του σπιτιού μας και του είπε «τη μάνα μου και τα μάτια σου».

Ο Σαάμ, είναι ο μικρός μου γιος και είναι τρία χρόνια μεγαλύτερος από τον εγγονό μου. Για να καταλάβετε, ο μάγειρας που ενοικιάζει το διαμέρισμά μου με φωνάζει “γιαγιά” κι αυτός με φωνάζει “μαμά”».

Ο Σάαμ, προσπαθούσε να εξηγήσει γιατί την προσφώνησε «μάμα», όταν την είδε, αλλά δεν μπορούσε να δώσει εξήγηση. Ήταν κάτι που του βγήκε αυθόρμητα.

«Εγώ δεν τον είπα γιε μου, αλλά όταν άκουσα λίγα από την ιστορία του, του είπα μπορώ να σε φιλήσω; Και από τότε του λέω γιε μου».

Η οικογένεια και το μήνυμα για το ρατσισμό

Σήμερα, ο Σάαμ διανύει τον πέμπτο χρόνο στην Κύπρο. Εργάζεται ακόμα σε ένα από τα συριακά εστιατόρια που εδρεύουν στη Λευκωσία.

Έχει παντρευτεί με Κύπρια και θέλει να φτιάξει την οικογένειά του στη χώρα μας ή καλύτερη στη δεύτερη πατρίδα του.

«Η οικογένεια της Μαρίας (σ.σ. της συζύγου του) με αγαπάει πάρα πολύ, ακόμα παραπάνω κι από την κόρη τους. Ευτυχώς δουλεύω ως μάγειρας, που μου αρέσει πάρα πολύ και πλέον όταν φτιάξω την οικογένεια μου, θα συμπληρωθώ σαν άνθρωπος.

Το μόνο που μου λείπει, είναι να καταφέρω να φέρω την οικογένειά μου στην Κύπρο, για να είναι μαζί μου. Αλλά αν έρθουν δεν θέλω να έρθουν με μια ψαρόβαρκα όπως εγώ. Θέλω να έρθουν με ασφάλεια».

Αγάπησε την Κύπρο, παρότι βίωσε περιστατικά ρατσισμού, έστω και σε μικρο βαθμό.

«Μου έτυχε από μακριά να μην μου συμπεριφέρονται καλά, αλλά όταν με γνωρίσει κάποιος και δει τον χαρακτήρα μου, καταλαβαίνει τι άνθρωπος είμαι. Σήμερα, έχω πολλούς φίλους από την Κύπρο.

Σε κάθε χώρα έχει καλούς και κακούς ανθρώπους. Βλέπω εδώ κάποιους ανθρώπους από τη Συρία, που δεν δίνουν καλή εντύπωση για τους Σύρους. Από την άλλη, αν είναι να φύγουν, που θα πάνε; Αυτό είναι το θέμα. Εσείς ζήσατε τον πόλεμο και ξέρετε τι είναι ο πόλεμος…»

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

Για να σχολιάσετε κάντε κλικ εδώ
 
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Πίσω στην αρχή της σελίδας