Παρασκευή 27 Ιαν, 2023 | Επικοινωνία
trans gif

ΒΙΝΤΕΟ:«Εν για σας μωρά που βασανιζούμαστε, το τομάρι μας έχουμεν το ξεγραμμένο»

Γιώργος Χατζηπαναγή, Ντίνα Κλεάνθους  01/04/2021 07:04
ΒΙΝΤΕΟ:«Εν για σας μωρά που βασανιζούμαστε, το τομάρι μας έχουμεν το ξεγραμμένο»

ΒΙΝΤΕΟ:«Εν για σας μωρά που βασανιζούμαστε, το τομάρι μας έχουμεν το ξεγραμμένο»

Γιώργος Χατζηπαναγή, Ντίνα Κλεάνθους  01/04/2021 07:04

Σήμερα, είναι 92 χρόνων… Τότε, ήταν μόλις 26. Είχε ήδη φέρει στον κόσμο τρία παιδιά, αλλά ούτε αυτό δεν την πτόησε στιγμή από το να μυηθεί στον αγώνα της ΕΟΚΑ. Για εκείνη, αλλά και τον σύζυγό της, Ανδρέα Καραολή, η πατρίδα ήταν το πιο μεγάλο αγαθό και ήθελαν πάση θυσία να την τιμήσουν. Με οποιοδήποτε κόστος και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες.

Η κ. Μαρίτσα Καραολή, κατάγεται από το Παλαιχώρι, ένα από τα προπύργια των αγωνιστών της ΕΟΚΑ, το 1955-59. Εκεί, διαμένει μέχρι σήμερα. Τα χρόνια, μπορεί να φεύγουν, αλλά η διαύγεια της, είναι απαράμιλλη. Θυμάται και μεταλαμπαδεύει στους νεαρότερους, κάθε στιγμή που έζησε από τον αγώνα της Εθνικής Οργάνωσης Κυπρίων Αγωνιστών, λες και όσα εξιστορεί, έγιναν χθες. Λες και δεν πέρασε στιγμή, παρότι παρήλθαν εξήντα έξι ολόκληρα χρόνια.

Είναι η γυναίκα που φυγάδευσε μαζί με τον σύζυγό της, τον Γρηγόρη Αυξεντίου, τον Κυριάκο Μάτση, τον Αντώνη Παπαδόπουλο, τον Αυγουστή Ευσταθίου και πολλούς άλλους αγωνιστές, που κυνηγούσαν λυσσαλέα οι Άγγλοι.

Παραχώρησαν μάλιστα ένα από τα δύο δωμάτια που είχαν στο σπίτι τους, στον Αυξεντίου, για να μεταφέρει εκεί, άλλους αντάρτες, ενώ δημιούργησαν και δύο κρησφύγετα στο υπόγειό τους, όπου έκρυβαν τόσο τους αγωνιστές όταν παρίστατο ανάγκη, αλλά και όπλα για τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα.

Η κ. Μαρίτσα μίλησε στον REPORTER, για εκείνες τις μέρες. Θυμήθηκε τα δάκρυα του Αυξεντίου όταν είδε τα παιδιά της να κλαίνε και ο Ζήδρος τους είπε, «κλαίτε μάνα μου, στερούμε σας τη μάνα σας, αλλά νάμπου να κάμουμε. Εν για σας που βασανιζούμαστε, εν τζαι για μας. Τούντο τομάρι έχουμε το ξεγραμμένο».

Ανασύρει από τη μνήμη της, πώς μετέφερε φαγητό στους αντάρτες, κάτω από την κοιλιά της, ενώ ήταν εννιά μηνών έγκυος. Δεν ξεχνά ακόμα, τις ώρες που οι Άγγλοι έκαναν έφοδο στο σπίτι της και γλύτωσε τον Αυξεντίου και άλλους πέντε αγωνιστές, κρύβοντάς τους στο κρησφύγετο, ενώ στη συνέχεια σκαρφίστηκε ένα τρόπο να διώξει τους Άγγλους από το σπίτι της.

 

Πώς ξεκίνησε η εμπλοκή τους στον αγώνα της ΕΟΚΑ

«Πριν το 1955, γνωρίζαμε ένα Αρχιμανδρίτη από την Ελλάδα και τον Παπά Σταύρο, οι οποίοι μας μιλούσαν για ένα αγώνα που θα ξεκινούσε. Μια μέρα, ακούσαμε κάτι εκρήξεις και καταλάβαμε πως άρχισε ο αγώνας. Σε κάποια στιγμή, μας έφεραν ένα αντάρτη να τον φιλοξενήσουμε, έτσι κι έγινε.

Στην πορεία μας ζήτησαν από την ηγεσία της ΕΟΚΑ να στρατεύσουμε κάποιους άνδρες από το χωριό, για να γίνεται η διακίνηση των όπλων και ο άνδρας μου ο Ανδρέας Καραολής, βρήκε ανθρώπους εχέμυθους και τους όρκισε.

Από τότε, έρχονταν συνεχώς εδώ άνδρες είτε που ήθελαν να τους ορκίσουν, είτε που καταζητούνταν από τους Εγγλέζους, αλλά άσιλα η δράση μας η μεγάλη ξεκίνησε όταν ήρθε ο Αυξεντίου στο σπίτι μας, μετά τη μάχη των Σπηλιών.

Βασικά ήταν μια νύχτα λίγο πριν την Πρωτοχρονιά του 1956, όταν ήρθε ο αντάρτης Νίκος Τσιάρτας και έφερε τον Αυξεντίου. Έκατσαν στο σπίτι μας, επιποιηθήκαμεν τους,  αλλά εμείς δεν εξέραμε πως ήταν ο Αυξεντίου ο δεύτερος άντρας στο σπίτι μας.

Σε κάποια στιγμή, λέει ο Τσιάρτας στον Αυξεντίου, “μάστρε πε τους αν θα μείνεις ή αν θα φύεεις”. Πριν να μιλήσει ο Αυξεντίου, λέω του “αν δεν του αρέσκει ίντα ήρτε;”. Αμέσως ο Αυξεντίου εγέλασε τζαι λαλεί του, “φύε τζαι να μείνω. Πε τους ανθρώπους όμως ότι εν τον Αυξεντίου που θα φιλοξενήσουν, να το ξέρουν”».

 

Το χτίσιμο του πρώτου κρησφύγετου στο σπίτι τους

«Μετά από μια δύο μέρες, μου φώναξε ο άνδρας μου ο Ανδρέας και μου είπε ότι θέλει μας ο Αυξεντίου. Πάμε τζαι λαλεί μας, “μπορώ να μείνω αλλό λίες μέρες, γιατί έχασα τους αντάρτες μου, να στείλω μήνυμα στην οργάνωση να τους στείλουν δαμαί;” Ο άντρας μου λαλεί του, “άκου μάστρε, έχουμε θκυό κάμαρες, η μια μινίσκουμε εμείς, η άλλη είναι στη διάθεσή σας, όσους χωρεί φέρε”.

Αμέσως ήρθαν εδώ καμία δεκαριά άτομα και έμειναν δαμαί. Μετά την Πρωτοχρονιά του 1956, είπε τους ο Αυξεντίου να πάνε στην Παπούτσα να κάμουν λημέρια. Έτσι εφύαν από εδώ και έστησαν το αρχηγείο τους στην Παπούτσα, απ’ όπου δρούσαν στα χωριά της περιοχής.

Κατά διαστήματα, φιλοξενούσαμε διάφορους αντάρτες. Μια μέρα, ήρθε ο Γιώργος ο Μάτσης και μας μήνυσε ότι η εντολή από την ΕΟΚΑ ήταν να γίνουν κρησφύγετα και μέσα στα σπίτια. Κατέβηκαν λοιπόν κάτω από το σπίτι μας, στο υπόγειο και βρήκαν χώρο κάτω από τη σκάλα. Έκαναν το κρησφύγετο, που χωρούσε μετά βίας δύο άτομα, αλλά κυρίως χτίστηκε για να κρύβουμε όπλα. Μετά από μια δύο μέρες ήρθε ο Αυξεντίου να το δει τζαι ενθουσιάστηκε».

 

Η μυστική μεταφορά φαγητού στους αντάρτες

«Παραμονές της 25ης Μαρτίου 1956, ήρταν οι Εγγλέζοι στο χωρκό και ο Αυξεντίου με τους αντάρτες ήταν στην Παπούτσα. Αμέσως εφύαν που τζιαμέ και μας ειδοποίησαν πού είναι, για να τους πάρουμε φαγητά. Στο γράμμα που μας έστειλε έλεε μας να πάει ο άνδρας μου να τον έβρει στον Προφήτη Ηλία. Τζιαμέ, εσυζητήσαν πού να πάει μαζί με τους αντάρτες του. Ο άνδρας μου είπε τους ότι δεν μπορούσαν να έρθουν, γιατί ήταν μέρες μου να γεννήσω και τελικά τους πήγαμε σε ένα σπίτι και τους παίρναμε φαγητό. Εκάμαν τρεις νύχτες σε τζίνο το σπίτι τζαι επιέναμε με τον άνδρα μου τζαι παίρναμε τους φαγητό. Τη μια μέρα, έκαμα τους μακαρόνια στεγνά τζαι έδυσα μια ζώνη γυρώ μου τζαι έβαλα το σινί με τα μακαρόνια. Το σινί έν εφαίνετουν που κάτω που την τζοιλιά μου, γιατί ήμουν έγκυος τζαι επήα τζαι πήρα τους τα.

Μετά εξαναήρταν οι Εγγλέζοι στο χωρκό τζαι εφύαν τζαι επήαν στο Μαχαιρά. Ήταν η πρώτη φορά που χτύπησαν την πόρτα του Μαχαιρά οι αντάρτες.

Μετά που λίγο καιρό εστράφηκε στο σπίτι μας ο Αυξεντίου και εκάθετουν με τον άνδρα μου στο μπαλκόνι. Μόλις ετζίμησα τα μωρά, ενέφανα τζαι λαλεί μου ο Αυξεντίου, “έλα τζαι έχω κάτι να σας πω”. Λαλεί μας, “πάμε στα υπόγεια να δούμε αν έσιει κανένα τόπο να κάμουμε κανένα φούρνο”; Εμένα εν επήε ο νους μου πως εννοούσε κρησφύγετο τζαι λαλώ του “φούρνο έχουμε μάστρε, νάμπου να κάμουμε τον φούρνο; Εν σιέρκα που θέλουμε να ζυμώνουμε”. Εγέλασε ο Αυξεντίου, τζαι λαλεί μου, “εν τζαι για να φουρνίζεις, εν άμα έρκουνται τούτοι μισκίδες, να μας φουρνίζεις εμάς να μεν μας βρίσκουν”. Ο Ανδρέας είπε του, “μάστρε ότι θέλεις κάμε, εν στη διάθεσή σου”. Έτσι εχτίσαν το δεύτερο κρησφύγετο, παρόντος του Αυξεντίου».

 

Το στοίχημα Αυξεντίου-Μάτση και η πρόβλεψη για την Κύπρο

«Μια άλλη φορά θυμάμαι ότι ο Κυριάκος ο Μάτσης ήρτε και συναντήθηκε με τον Αυξεντίου στον Αγρό. Πήγε ο άνδρας μου στη συνάντηση και είπε ο Αυξεντίου στο άνδρα μου ότι θα μου έστελνε το Μάτση μαζί με άλλους να μείνουν εδώ. Ήρθε λοιπόν ο Μάτσης και λέει μας σε κάποια στιγμή, “τούτος ο φίλος μου (σ.σ. Αυξεντίου), τόσες εξυπνάδες, δεν εσκέφτηκες να κάμει κανένα κρησφύγετο δαμαί”; Είπαμε του ότι δεν ξέρουμε τι έκανε ο Αυξεντίου.

Μια νύχτα, ήρθαν οι Εγγλέζοι και λαλεί μας ο Μάτσης “τι εν να κάμουμε τωρά”; Λαλεί του ο Ανδρέας “μεν έσιεις έννοια τζαι εν να κατεβούμε κάτω, έχουμε κρησφύγετο”. Τότε ο Μάτσης μας αποκάλυψε ότι ο Αυξεντίου του είπε για το κρησφύγετο, αλλά έβαλαν στοίχημα ότι θα μου το ελέετε πριν σας ρωτήσω, αλλά εν μου το είπετε και έχασα το στοίχημα που τον Αυξεντίου.

Τέλοσπάντων, κατεβαίνουν κάτω, λαλεί του ο Μάτσης “μεν μας πεις που είναι να το έβρουμε μόνοι μας”. Εγυρίζαν, εγυρίζαν τζαι εν εβρίσκαν το κρησφύγετο. Λαλεί ο Μάτσης “υποχωρώ”, τζαι εσήκωσε τα σιέρκα του. Πάει ο άνδρας μου κοντά σε ένα τοίχο, τραβά μια βελόνα καρφωμένη, σπρώχνει τον τοίχο τζαι άνοιξε. Ο Μάτσης ενθουσιάστηκε.

Σε κάποια στιγμή ήρθε ο Αυξεντίου εδώ και κουβέντιαζε με τον Μάτση. Μου φώναξαν να πάω κοντά τους. Λαλεί ο Αυξεντίου του Μάτση, “ίνταμπου προβλέπεις; Εν να υποχωρήσουν τούτοι οι μισκίδες, οξά εν να πάει άδικος ο κόπος μας”; Του είπε ο Μάτσης ότι εν να υποχωρήσουν, αλλά το θέμα μας είναι πολύ περίπλοκο και θέλει επιμονή, υπομονή και καθαρό μυαλό για να το λύσουμε. “Δεν θα μας δώσουν ότι θέλουμε, αλλά η ελευθερία εν να ρτει. Εμείς εν το γράφω να ζήσουμε να τη χαρούμε, αλλά αν θα την χαρεί η επόμενη γενιά, εξαρτάται από τους εκάστοτε κυβερνώντες”».

 

Τα δύο μερόνυχτα στο κρησφύγετο

«Η 7η Ιανουαρίου 1957, ήταν μια που τις χειρότερες μου στον αγώνα. Υπήρχαν τζιάλλες, αλλά τζίνη ήταν η σιηρόττερη.

Είχαμε δαμαί αντάρτες τζαι ήταν οι Εγγλέζοι στο χωρκό. Αρκέψαν οι Εγγλέζοι να φωνάζουν οι άνδρες να παν στο σχολείο, τζαι οι γυναίκες στα σπίτια τους. Αμέσως λαλώ τους ξυπνάτε τον Αυξεντίου. Εξυπνήσαν τον, έπιασαν τα όπλα τους τζαι λαλεί τους να κατεβούμε μες το φούρνο. Εζήτησε μου να τους κάμω ένα τσάι, επήα, έκαμα τους, εμάζεψα καμιά κουβέρτα, κανένα ποξαμάτι.

Ούλλοι αντάρτες εμπήκαν μες το κρησφύγετο τζαι έμεινε τελευταίος ο Αυξεντίου. Εν θα τον ξιάσω ποττέ. Εποσιέπασεν τζαι είδε τα τρία μωρά μου που εκλαίαν τζαι λαλεί, “κλαίτε μάνα μου, στερούμε σας τη μάνα σας, αλλά νάμπου να κάμουμε. Εν για σας που βασανιζούμαστε, εν τζαι για μας. Τούντο τομάρι έχουμεν το ξεγραμμένο. Τζαι ετρέξαν τα μάτια του”. Λαλεί μου, εμένα “σιερέτα μου τον Ανδρέα τζαι εν ξέρουμε αν θα ανταμωθούμε ξανά. Τζαι συ να πιάεις τα μωρά τζαι να φύεις που δαμέσα, γιατί εν πρόκειται να παραδοθούμε έτσι εύκολα”. Εγώ εκλαμουρίστηκα τζαι είπα του ότι “εν να πέψω τα μωρά στη μάνα μου, αλλά εν να μείνω, εν τζαι αξίζω παραπάνω που λόου σας”.

Εκάμαν θκυό μερόνυχτα τζιμέσα. Στο ενδιάμεσο τούντον θκυό ημερών, επήα σε κάποια στιγμή να δω αν θέλουν τίποτε. Επήα και λαλεί μου ο Αντώνης ο Παπαδόπουλος που ήταν μέσα, αν είναι τζαι εν έρκετε κανένας, να αφήκουμε λίο ανοιχτά, γιατί εχάθηκε το οξυγόνο. Είπα τους να αφήκουν τζαι έμεινα τζιαμέ, να κάμνω πως σάζω τα χτηνά μου.

Μετά που δέκα λεπτά, άκουσα το κατζιέλι κι εκατάλαβα ότι ήταν οι Εγγλέζοι. Τους είπα κλείστε αμέσως τζαι ήρταν οι Εγγλέζοι. Εφώναξε μου η κουνιάδα μου, λαλεί μου “έλα τζαι θέλουν σε”. Ώσπου να πάω πάνω, είδα τους να κατεβαίνουν τη σκάλα. Εξιπαστήκαν οι όρνιθες, οι αίγιες μου. Λαλώ τζι εγώ αν χασμουρηθούν μες το φούρνο εν να τους ακούσουν. Άρκεψα τζι εφώναζα ότι ελαώσαν τα χτηνά μου, τζαι εφύαν. Λαλεί ο Αυξεντίου τους άλλους “εν να πρέπει να μείνουμε τζαι τη νύχτα πόψε, γιατί οι μισκίδες μπορεί να το υποψιαζούνταν τζαι να ξανάρκουνταν”. Ε την επόμενη μέρα το πρωί έφυγαν τζαι που τότε εν τους εξαναείδα, γιατί στις 3 του Μάρτη εσκοτώθηκε. Πριν να φύει, αγκάλιασε τον Ανδρέα, τον άνδρα μου, τζαι λαλεί του «οργίασε η προδοσία. Εμείς εν να στραφούμε σύντομα, τζαι να ανταμωθούμε ξανά, αλλά τζαι να μεν ανταμωθούμε ξανά σε τούντο κόσμο, θα ανταμωθούμε στον άλλο. Ούτε στρατηγοί, ούτε στράταρχοι θα μας εμποδίσουν τζαι “μη φοβηθήτε από των αποκτεινόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι”. Μετά από αυτά τα λόγια έφυγε».

 

Το γκρέμισμα του «φούρνου»

«Στις 8 του Φεβράρη του 1957, ήρθε επιστολή από τον Αυξεντίου να χαλάσουμε το φούρνο. Ο άνδρας μου λαλεί μου “εν τζαι χαλώ τον, εν το ξέρουν πολλοί”. Ήταν Τετάρτη, τζίνη η μέρα. Την Πέμπτη, επήε δουλειά τζαι είπε μου ότι “εν να πήαινε τζαι την  Παρασκευή, τζαι το Σάββατο να σκεφτούμε νάμπου να κάμουμε”. Την Πέμπτη τη νύχτα, σαν έπεφτε, επετάχτηκε ίσια πάνω η ώρα θκυό το πρωί τζαι έβαλε το σταυρό του. Ήταν δρωμένος φυτίλι. Λαλώ του “ίνταμπου έπαθες Αντρέα”; Λαλεί μου “έπιαμε ένα σιέρι τζαι επήρε με κάτω στο φούρνο”. Λαλώ το τζαι ανατριχώ. Είπα του, “εν η Παναγία που σε έπιαε, να μεν πάεις δουλειά τζαι να μεινεις να τον χαλάσουμε”. Είπε μου “όχι”. Γύρω στις 3:45, είδε το ίδιο όνειρο τζαι είπα του “σήκου πάνω, πάμε τωρά να το χαλάσουμε”.

Εκατέβηκεν κάτω, έβαλε τον σταυρό του τζαι λαλεί εν σαν να τζαι χαλώ εκκλησιά. Αρκέψαν να τον χαλούν, μέσα σε μια μέρα, εκάμαν τον τόπο αγνώριστο. Σε κάποια στιγμή εφωνάξαν μου τζαι επήα τζαι εβάλαμε ένα πυθάρι που πάνω να μεν φαίνεται ότι ήταν φρέσκο το χώμα.

Τελικά, το Σάββατο, επήε στην εκκλησιά ο Ανδρέας να ψάλλει τζαι είδα τους Εγγλέζους να έρκουνται. Ήταν προδομένος ο φούρνος. Εσυλλάβαν τον άνδρα μου τζαι επήραν τον υπό κράτηση».

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

Για να σχολιάσετε κάντε κλικ εδώ
 
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Πίσω στην αρχή της σελίδας