Πέμπτη 3 Δεκ, 2020 | Επικοινωνία
trans gif

«Έχει χρόνια που ζω στο αυτοκίνητο… Έχω τα πάντα, ανέσεις παραπάνω που σας…»

Νατάσα Χριστοφόρου  21/06/2020 06:45
«Έχει χρόνια που ζω στο αυτοκίνητο… Έχω τα πάντα, ανέσεις παραπάνω που σας…»

«Έχει χρόνια που ζω στο αυτοκίνητο… Έχω τα πάντα, ανέσεις παραπάνω που σας…»

Νατάσα Χριστοφόρου  21/06/2020 06:45
Στο άκουσμα και μόνο ότι ένας άνθρωπος, όχι σε κάποια άλλη χώρα, αλλά στην Κύπρο ζει στο αυτοκίνητο, τρέφεται με καρπούς και πλένεται στο ποτάμι, παγώνεις… Έχεις ήδη πλάσει την ιστορία ενός ατόμου, που έμεινε άστεγος και δεν έχει να φάει…
Με βάση αυτήν την πληροφορία που ήρθε στη δημοσιογραφική ομάδα του REPORTER, ψάξαμε να τον βρούμε. Δεν ήταν δύσκολο, αφού το σπίτι-αυτοκίνητό του, εκτός από τις σπάνιες φορές που πάει για δουλειές στην πόλη, είναι μονίμως σταθμευμένο δίπλα από την εκκλησία, της Παναγιάς, στο χωριό Λάγια της Επαρχίας Λάρνακας. Κι αυτό επειδή εδώ και πολλούς μήνες, φιλοτεχνεί τις αγιογραφίες του Ναού.
Καθόταν σε μια χαμηλή καρέκλα, με τις κάλτσες. Τα παπούτσια ήταν έξω από το βαν. Δεν μπαίνεις στο σπίτι με τα παπούτσια, άλλωστε… Τα χέρια του είχαν πινελιές από διάφορα χρώματα. Αν και η μια πόρτα ήταν κλειστή, πίσω του μπορούσες να διακρίνεις ένα διπλωμένο στρώμα και δίπλα μια βρύση πάνω σε μεταλλική βούρνα. Το τι υπήρχε αριστερά ήταν άγνωστο μέχρι εκείνη την ώρα.
 
Στην αρχή ήταν πολύ επιφυλακτικός… Απαντούσε μονολεκτικά. Ήταν φανερό πως αισθανόταν πως κάποιος εισέβαλε στο χώρο του…
Είπε πως λέγεται Αρτέμης Λουκά, πως είναι αγιογράφος και κατάγεται από την Τρυπημένη. Τον ρώτησα αν μένει στο αυτοκίνητο από επιλογή ή δεν έχει που να μείνει. Η απάντηση ήταν άμεση αλλά αινιγματική, πολλαπλασιάζοντας τις απορίες... «Δεν επιλέγω εγώ, έχει άλλους πιο ψηλά. Δεν επιλέγουμε εμείς, ποιοι θέλουμε να είμαστε», λέει.
Το ότι η σχέση του με τα Θεία είναι πολύ στενή, ήταν κάτι οφθαλμοφανές, αφού ακόμη και στην οροφή του στενού βαν, σχεδίασε ένα μεγάλο σταυρό. Πάλι, όμως, δεν ήταν ξεκάθαρο πώς βρέθηκε σ’ αυτή την κατάσταση, γι’ αυτό επέμεινα.

«Έχω τα πάντα… Έχω ανέσεις παραπάνω που σας. Εσείς δυσκολεύκεστε με τις υποτιθέμενες ανέσεις σας. Εάν ένας κάττος βκει πάνω στον καναπέ, τρέχεις να τον καθαρίσεις. Εγώ εν νεκατσιώ ούτε φίδκια, ούτε ποντικούς», απάντησε ενοχλημένος, αποκαλύπτοντας τη σχέση του με τη φύση. «Ο κόσμος είναι γεμάτο βράχους. Ψυχική διάθεση να έχεις να ενωθείς με τη φύση, να γίνεις ένα με τα πουλιά. Τα πουλιά βρίσκουν τα πάντα ό,τι ώρα θέλουν».

Όταν ρωτήθηκε εάν θεωρεί πως έχει ότι χρειάζεται ένας άνθρωπος για να επιβιώσει, απάντησε πριν καν τελειώσει η ερώτηση. «Και με το παραπάνω…Και με το παραπάνω».
 
Τότε ήταν που αποφάσισε να ανοίξει και την άλλη πόρτα του βαν και να δείξει ολόκληρο το περιεχόμενο του σπιτιού του. Αριστερά ήταν μια κουζίνα πετρελαίου, στην οποία μαγειρεύει το εργαστήρι του και ράφια γεμάτα κιβώτια. Όλα αυτά σε ένα μικροσκοπικό χώρο.
«Μια μηχανή πετρελαίου εν η κουζίνα μου. Κάμνω πισιήες, ψωμί και μαγειρεύω. Μέσα είναι το σπίτι μου και το εργαστήριο. Άμα θέλω τουαλέτα πάω στα αποχωρητήρια της εκκλησίας».


Σε λίγα λεπτά έκλεισε την πόρτα του βαν. «Έλα να σου δείξω την αποθήκη μου και να σε πάρω στο αγίασμα», λέει και ξεκινά χωρίς να περιμένει απάντηση.

Από την άλλη πλευρά του Ναού ήταν ένα λεωφορείο, ασφυκτικά φορτωμένο. «Ότι φανταστείς έχω μέσα κάσιες, τα ρούχα μου, αλεύρι.. Πολλά πράματα…».
Πριν ακόμα ολοκληρώσει την κουβέντα τρέχει αλλού. «Έλα να δεις πού πληνίσκω τα ρούχα μου». Δείχνει κάτω από το λόφο, ένα μέρος που βγάζει νερό.

«Πλένω τα ρούχα μου στο λάκκο. Μπάνιο κάμνω στο λεωφορείο. Πιάνω νερό που τον λάκκο», λέει και συνεχίζει κατεβαίνοντας ένα λόφο.

Η παρουσία του στη φύση, απ’ όπου προμηθεύεται με καρπούς και βότανα, που αποτελούν βασικά στοιχεία στα γεύματά του, τον ανοίγει ακόμα παραπάνω. Ίσως επειδή βρίσκεται στο φυσικό του περιβάλλον… Ίσως επειδή νιώθει πως τα αδιάκριτα βλέμματα δεν «εισβάλλουν» στον προσωπικό του χώρο.
Χώνεται μέσα στους θάμνους και τα δέντρα και αρχίζει να απαριθμεί ένα προς ένα τα βότανα και τις ιδιότητές τους. «Πρέπει να πάρεις μαζί σου», μου λέει και αρχίζει να κόβει μέντα, ένα άλλο που διώχνει τα κουνούπια και ένα άλλο που όταν τραυματιστείς, επουλώνει τις πληγές. Δεν πρόλαβα να συγκρατήσω τα ονόματα.
 
«Έχει χρόνια που δκιαβάζω για τα βότανα. Όταν δεθείς με τη φύση δεν έχει κάτι καλύτερο. Ότι χρειάζομαι διά μου το η φύση. Και εμείς ένα με τη φύση είμαστε. Είμαστε χώμα. Αυτό είμαστε. Είμαστε τίποτα. Είμαστε μία μάππα που πέφτει κάτω και φεύκει».
Με φορτώνει με καμπόσα βότανα, κάτι που δείχνει ένα άτομο που ξέρει να μοιράζεται, και συνεχίζει για να μου δείξει το αμπέλι από το οποίο προμηθεύεται με σταφύλι αλλά και το αγίασμα, που όπως λέει αναβλύζει εδώ και δεκαετίες.

«Έχει πολλά χρόνια που μένω στο αυτοκίνητο. Κάποτε έλεγα έξι. Τώρα εν ξέρω. Προτιμώ να μένω στο αυτοκίνητο παρά σε σπίτι. Αρέσκει μου που μπορώ να το μετακινήσω. Εν είμαι για σπίτια εγώ…. Όσο η καρδιά κι αν λαχταρά δεν θα ξαναγαπήσω.

Δεν έχω λεφτά. Είδα την αξία των λεφτών. Άμα έχεις λεφτά είσαι σαν μια μπουκάλα με νερό. Βγάζεις την που το ψυγείο, δροσίζεσαι και άμα λείψει το νερό, πετάσσουν σε.

Όταν σε επιλέξει ο Θεός είσαι υπόχρεος να ακολουθήσεις. Ο καλός Θεός ακούει. Μου στέλλει ότι θέλω, πριν το ζητήσω. Και άμα μου τελειώσουν τα λεφτά, πάντα θα μου στείλει ουρανοκατέβατα. Κάποτε είχε ένα λέει μου “ρε βαστάς λεφτά;” Λέω του «όχι. Έχω μιαν εικόνα και θα την πουλήσω». Στην παραλία βρήκα ένα εικοσάευρο μες την θάλασσα και πέρασα.

Μιαν άλλη φορά ήμουν σε ένα σούπερμαρκετ. Είχα ένα ευρώ και εσκέφτουμουν τι μπορώ να αγοράσω. Μετά βρήκα πάνω στο αυτοκίνητό μου μια σακούλα με ψώνισμα και σουβλάκια. Την άλλη φορά που ετρώαν ψάρι σαρανταήμερο, λέω “εν βαστώ λεφτά, εν θα φάω ψάρι”. Ούτε σαλμούς είχα. Αν είχα και κανέναν ετρώαν τον τα γατάκια που ταΐζω. Πάω σε ένα σουπερμάρκετ και βρήκα ένα ξάδελφό μου και έδωκε μου ψάρι. Έφαα και επέταξα κιόλας.

Το Κυρίου δεηθώμεν… Ότι βρίσκω τρώω και λέω και ευχαριστώ που το ήβρα. Άμα μάθεις τα δύσκολα, μετά εν όλα πιο εύκολα. Τρώω χόρτα και καρπούς. Ότι βρίσκω. Κάμνω φασόλια, λουβκιά ,ψωμί. Δύο φλιτζάνια αλεύρι, μία μαγιά και αλάτι, κάμνεις ψωμί… Μια χαρά. Η ανοχή και ο συμβιβασμός είναι το κλειδί για τα πάντα».
Όταν οι ερωτήσεις πάνε στο παρελθόν, αρχίζουν πάλι οι πιο κοφτές απαντήσεις. Λέει μόνο πως έχει πολλά χρόνια που ασχολείται με τις αγιογραφίες και πως πριν δούλεψε ως οικοδόμος και μηχανικός αυτοκινήτων.
 
«Έκαμα πολλές δουλειές. Μετά ασχολήθηκα με την αγιογραφία. Παραπάνω έκαμα συντηρήσεις σε εκκλησίες».

Είναι πέραν από φανερό, πως τον ενοχλεί να αντιμετωπίζεται ως αξιοθέατο κι ως κάτι παράξενο.

«Έρχονται κάποιοι που περιέργεια να δουν γιατί μένω. Κάποτε εφέραν μου και Αστυνομία. Ερωτούσαν με τι κάμνεις δαμέ, ποιος είσαι. Άτε να δώκεις εξηγήσεις. Τι να πω σε αυτούς που θέλουν να αλλάξουν τα πάντα, χωρίς το Χριστό».
Του λέω πως σέβομαι, αλλά δεν κατανοώ τον τρόπο που επέλεξε να ζει και πως δεν είμαι σίγουρη αν κάνει καλό στην υγεία του. Η αλήθεια είναι πως δεν περίμενα την απάντηση που ακολούθησε.

«Είμαι ευτυχισμένος. Η ευτυχία με κάμνει να είμαι αυτός που είμαι. Συμβιβασμός και ανοχή στα δύσκολα. Όταν συμβιβάζεσαι και ανέχεσαι, είναι η επιτυχία και η ευτυχία της ζωής. Όχι να πατάς ένα κουμπί και να γεμώνεις φώτα. Να συμβιβάζεσαι με τα αστέρια, με τον ήλιο και το φεγγάρι.

Και οι αγιογραφίες, μου δίνουν ευτυχία. Κάμνω αυτό που μου αρέσει και πληρώνομαι κιόλας. Αυτή είναι ευτυχία… Μακάριοι οι μηδέν έχοντες και τα πάντα κατέχοντες... Λεν τα από καταβολής κόσμου αυτά τα πράματα. Ψάξε το να δεις… Τούτο ζω εγώ…».

Τον αποχαιρετώ και φεύγω προβληματισμένη. Μέχρι να γυρίσω πίσω είχε χαθεί μέσα στους θάμνους και τους καλαμιώνες…
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ:
Για να σχολιάσετε κάντε κλικ εδώ
 
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Πίσω στην αρχή της σελίδας