Τρίτη 1 Δεκ, 2020 | Επικοινωνία
trans gif

«Το καλοκαίρι που τα μωρά μου έπρεπε να παν θάλασσα εν με εβλέπαν καν»

Γιώργος Χατζηπαναγή  20/06/2020 06:50
«Το καλοκαίρι που τα μωρά μου έπρεπε να παν θάλασσα εν με εβλέπαν καν»

«Το καλοκαίρι που τα μωρά μου έπρεπε να παν θάλασσα εν με εβλέπαν καν»

Γιώργος Χατζηπαναγή  20/06/2020 06:50
Για τριάντα τρία χρόνια θα τους συναντήσεις στο ίδιο ακριβώς σημείο. Κάτω από την τέντα με την επιγραφή «Λάπηθος-Κερύνεια». Κατεβαίνοντας από τα φώτα του παλιού Ορφανίδη με κατεύθυνση τη Λευκωσία και πριν φτάσεις στον κυκλικό κόμβο του «Θεόκτιστου» στο Στρόβολο, εκεί στα αριστερά, είναι στημένος τους καλοκαιρινούς μήνες, ο πάγκος που απλώνουν πάνω τα καρπούζια τους.
 
Πίσω από αυτόν τον πάγκο, βρίσκεται ο κ. Γιαννάκης Καραΐσκος και η σύζυγος του Έλλη. Άνθρωποι του μεροκάματου, που εργάζονται από το πρωί, μέχρι αργά το βράδυ. Πάντα χαμογελαστοί, ευγενικοί και ανοιχτόκαρδοι. Πάντα πρόσχαροι να σε εξυπηρετήσουν, ανεξάρτητα αν βρίσκονται κάτω από σαράντα βαθμούς Κελσίου καθημερινά.
Ο πόλεμος, η ξενιτιά και το πλανόδιο φθαρτεμπόριο
Ο κ. Γιαννάκης, γεννήθηκε στη Λάπηθο, εξού και η επιγραφή στην τέντα του πάγκου που διατηρεί. Το 1974, κατατάγηκε εθελοντικά στο στρατό σε ηλικία 16,5 ετών, ενώ όταν αποστρατεύτηκε, έφυγε για τη Λιβύη, όπου δούλεψε για δύο χρόνια ως μηχανικός.
 
Επέστρεψε στην Κύπρο το 1978 και άνοιξε συνεργείο στην Κακοπετριά, ενώ ένα χρόνο αργότερα, παντρεύτηκε την κ. Έλλη, με την οποία απέκτησαν πέντε παιδιά.
 
«Το 1982, έκλεισα το συνεργείο και άρχισα να ασχολούμαι με το πλανόδιο φθαρτεμπόριο, ενώ το 1987, άρχισα να έρχομαι εδώ δίπλα από το “Θεόκτιστο” και να πουλώ καρπούζια, τα οποία προμηθεύομαι από τη Δρομολαξιά».
 
Σε κάποια στιγμή, μετά από τριάντα χρόνια στο επάγγελμα και αφού ήρθε η συνταξιοδότηση, πήρε την απόφαση να αφήσει το φθαρτεμπόριο, για να ξεκουραστεί. Ωστόσο, συνέχισε να διατηρεί τον πάγκο του με τα καρπούζια, τον οποίο ανοίγει από τον Ιούνιο μέχρι τον Αύγουστο, που υπάρχει παραγωγή.
«Η δουλειά είναι αέρας»
Η καλοκαιρινή περίοδος για τον κ. Γιαννάκη είναι πολύ δύσκολη. Ανέκαθεν ήταν. Αρχίζει δουλειά στις επτά το πρωί. Παραλαμβάνει τα καρπούζια, φορτώνει το αυτοκίνητο και κατευθύνεται προς το πόστο του. Απλώνει την πραμάτεια του και περιμένει τους πελάτες. Δεν φεύγει από εκεί πριν τις 22:00 το βράδυ…
 
«Είναι πολλά δύσκολο, γιατί από η ώρα επτά το πρωί μέχρι τις 22:00 τη νύχτα δουλεύουμε. Έσιει εν έσιει δουλειά, πρέπει να είμαστε δαμέ, γιατί οι πελάτες μας ξέρουν ότι θα μας έβρουν στο πόστο μας ως τες 22:00. Σημειώστε, ότι η δουλειά μας είναι αέρας. Μπορεί τη μια μέρα να δουλέψεις, την άλλη να μην δουλέψεις. Όταν βρέχει για παράδειγμα, ο κόσμος δεν σταματά να πιάει καρπούζι. Για να σταματήσει ο κόσμος, πρέπει να ζεστάνει ο καιρός».
 
Όσο για το μεροκάματο, υπάρχουν νεκρές μέρες με ελάχιστο εισόδημα, υπάρχουν και μέρες όμως, που μπορεί το μεροκάματο τους να φθάσει μέχρι και τα εκατό ευρώ. Παρ’ όλα αυτά, η συγκεκριμένη δουλειά, έχει αρκετά έξοδα, όπως καύσιμα, ασφάλειες, άδειες και λοιπά.
 
Επίσης, έξοδα υπάρχουν και για το καρπούζι.
 
«Μπορεί να έρθει ένας πελάτης και να μας πει ξέρεις, το καρπούζι που έπιασα δεν ήταν καλό. Θα του δώσω άλλο. Δεν θα αφήσεις τον πελάτη έτσι. Αν είσαι εντάξει πρέπει να τα έχεις καλά με τους πελάτες σου».
Τα δύο μυστικά του καρπουζιού
Όπως κάθε επάγγελμα, έτσι και η δουλειά του πωλητή καρπουζιών, έχει τα δικά της μυστικά.
 
Καταρχάς, όπως εξήγησε ο κ. Γιαννάκης, πρέπει όλοι να ξέρουμε ότι το καρπούζι ψήνεται μέχρι την ημέρα που θα καταναλωθεί. Άρα αν θα καταναλωθεί την ίδια μέρα, ο πελάτης πρέπει να αγοράσει ένα ψημένο καρπούζι, ειδάλλως, αν καταναλωθεί σε δύο τρεις μέρες, πρέπει να του δώσει ένα πιο άγουρο.
 
«Δύο είναι τα μυστικά για το καλό καρπούζι. Το ένα είναι να το πιάσεις πάνω σου και να του χτυπήσεις λίο. Να είναι στεκάμενο.  Άμα εν ποσκασμένο, βαρυψημένο, ακούεις το που κάμνει αντίλαλο που το χτύπημα. Το άλλο κόλπο, είναι να το καταλαβαίνεις από το χρώμα, γιατί τα παραπάνω καρπούζια που δεν είναι ψημένα, είναι χλωμά. Κι αυτό εξαρτάται και από το πόσο κοντά η μακριά στην καρπουζιά μεγαλώνει το καρπούζι. Αν εν μακριά, αργεί παραπάνω να ψηθεί».
«Το καλοκαίρι που τα μωρά μου έπρεπε να παν θάλασσα εν με εβλέπαν καν»
Η αγάπη του για το καρπούζι και το επάγγελμα του, φαίνεται από τον τρόπο που μιλά γι’ αυτά. Στη ζωή του, ο κ. Γιαννάκης θυσίασε πολλά για τη δουλειά του, όπως είναι ο χρόνος με τα πέντε παιδιά του, τα οποία μεγάλωσε μόνη της, η σύζυγός του.
 
«Δεν ήθελα να εξασκήσουν το επάγγελμα, γιατί το εξάσκησα εγώ και είδα ότι η οικογένεια μου το καλοκαίρι που έπρεπε να παν θάλασσα τα μωρά μου ήταν πας το μπαλκόνι και κάθονταν».
 
Η κ. Έλλη που για αρκετή ώρα άκουγε τη συζήτηση, σήκωσε το κεφάλι και με μια μικρή δόση παραπόνου, αλλά και αγάπης προς τον σύζυγό της, είπε πως, «πρώτα τα παιδιά μας δεν τον έβλεπαν σχεδόν καθόλου. Ξυπνούσε, πήγαινε δουλειά, κάποιες φορές μέχρι και στην Πάφο και επέστρεφε τη νύχτα. Δεν τα έβλεπε τα μωρά μας. Μόνη μου ανάγιωσα τα μωρά. Μετά που μεγαλώσαν, πήγαινα μαζί του στις λαϊκές. Ήταν μεγάλος ο αγώνας, αλλά το επάγγελμα ευχαριστά μας. Αν δεν σε ευχαριστά, δεν αξίζει να κάμνεις μια δουλειά».
Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, παρουσιάζονται κάποια προβλήματα, τα οποία τους δημιουργούν ένα αίσθημα απογοήτευσης.
 
Όπως ανέφερε η κ. Έλλη, «έχουμε προβλήματα με το δήμο τα τελευταία τρία χρόνια. Θέλουν να κάμουμε αποχωρητήρια, να κάμουμε βούρνες. Τα κάναμε, αλλά μας ταλαιπωρούν. Φέτος είπαν μας θα είναι πιο χαλαρά λόγω της κατάστασης, αλλά συνεχίζουν να μας ταλαιπωρούν. Πιστεύω ότι υπάρχουν δύο μέτρα και δύο σταθμά. Σε κάποιες περιπτώσεις δεν κάνουν τίποτα και άλλους τους ενοχλούν.
Θέλουν 300 ευρώ άδεια για τρεις μήνες. Κατατρέχουν κάποιους, τζαι κάποιους άλλους όχι».
 
Πάντως, όσα προβλήματα κι αν προκύπτουν, δεν σκοπεύουν να αφήσουν το επάγγελμα, το οποίο είναι γι' αυτούς όλη τους η ζωή...
Για να σχολιάσετε κάντε κλικ εδώ
 
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Πίσω στην αρχή της σελίδας