Παρασκευή 25 Σεπ, 2020 | Επικοινωνία
trans gif

Οι βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες επιλογές για αποκλιμάκωση της κρίσης

Μικαέλλα Λοΐζου   12/08/2020 06:40
Οι βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες επιλογές για αποκλιμάκωση της κρίσης

Οι βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες επιλογές για αποκλιμάκωση της κρίσης

Μικαέλλα Λοΐζου   12/08/2020 06:40
Τις βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες επιλογές για αποκλιμάκωση της ελληνοτουρκικής κρίσης αναλύει στον REPORTER ο Επίκουρος Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Λευκωσίας Μιχάλης Κοντός.
 
Όπως επισημαίνει, «υπάρχουν κακά σενάρια ψηλού ρίσκου εξ αιτίας ενός θερμού επεισοδίου τόσο για την Ελλάδα, όσο και για την Τουρκία» και μια διεθνής πρωτοβουλία, σε συνδυασμό με κινήσεις που παρέχουν εργαλεία εσωτερικής επικοινωνιακής διαχείρισης και στις δύο χώρες, μπορεί να αποτελέσει πιθανή οδό βραχυπρόθεσμης αποκλιμάκωσης. Μακροπρόθεσμα, ωστόσο, η κρίση αυτή μπορεί να αποκλιμακωθεί οριστικά μόνο μέσω μιας πρωτοβουλίας για ειρηνική επίλυση της ελληνοτουρκικής διαφοράς, με το ενδεχόμενο ενώ συμπεφωνημένου αδιεξόδου που θα την διαιωνίζει και θα δημιουργεί νέες εντάσεις να παραμένει ανοιχτό.
 
Τα κίνητρα του Ερντογάν
Ερωτηθείς αναφορικά με τα κίνητρα της Τουρκίας για την πρόκληση νέων εντάσεων με την Ελλάδα, ο Δρ. Κοντός ανέφερε πως επί των ημερών της πολυετούς διακυβέρνησης του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης και του Προέδρου Ερντογάν, η Τουρκία έχει αναπτύξει μια φιλόδοξη περιφερειακή ατζέντα, στα πλαίσια της οποίας επιδιώκει την αναβάθμισή της σε δύναμη πρώτου μεγέθους στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής.
 
«Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, κρίσιμης σημασίας είναι ο σχεδιασμός της για τα ενεργειακά ζητήματα της Ανατολικής Μεσογείου. Ο τελευταίος επηρεάζεται σημαντικά από τις ενέργειες της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας, κυρίως όμως από τη συναίνεση που έχουν επιτύχει με χώρες όπως το Ισραήλ, η Αίγυπτος, η Ιορδανία κ.α. ως προς το καθεστώς των θαλασσίων ζωνών και το πολιτικό πλαίσιο της εκμετάλλευσης των ενεργειακών πόρων», ανέφερε. Η Άγκυρα, πρόσθεσε, θεωρεί ότι, στο βαθμό που αναπτύσσονται συνεργασίες στην περιοχή της Αν. Μεσογείου οι οποίες δεν περιλαμβάνουν την Τουρκία, επηρεάζεται αρνητικά ο στόχος της να καταστεί περιφερειακή ηγέτιδα δύναμη επί των ενεργειακών ζητημάτων. 
 
«Μία σειρά εξελίξεων από τις αρχές του 2018 και μετά, όπως η ανεύρεση κοιτασμάτων στην κυπριακή ΑΟΖ, η εμβάθυνση των τριμερών συνεργασιών και η δημιουργία του Eastern Mediterranean Gas Forum, η υπογραφή της συμφωνίας για τον αγωγό East Med και, εσχάτως, η μερική οριοθέτηση της ελληνικής και της αιγυπτιακής ΑΟΖ, έχουν προκαλέσει έντονη ανησυχία στην Τουρκία, η οποία θεωρεί ότι περιθωριοποιείται. Οι τελευταίες ενέργειές της αποτελούν μια δυναμική προσπάθεια απάντησης στα πιο πάνω. Να σταλεί, δηλαδή, το μήνυμα ότι η Τουρκία έχει διεκδικήσεις στην Αν. Μεσόγειο, οι οποίες δεν συνάδουν με τα δικαιώματα της Ελλάδας και της Κύπρου, όπως αυτά προκύπτουν από τη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας», δήλωσε ο Επίκουρος Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων.
 
Σημαντική η αποφυγή θερμού επεισοδίου
Το ζήτημα που προέκυψε με το Oruc Reis θα πρέπει να επιλυθεί βραχυπρόθεσμα, όπως συνέβη και τον Ιούλιο, όμως θα πρέπει, παράλληλα, να γίνουν ενέργειες για εξεύρεση μιας μόνιμης λύσης.
 
Όπως σημείωσε ο Μιχάλης Κοντός, «βραχυπρόθεσμα, είναι σημαντική η αποφυγή ενός θερμού επεισοδίου. Αυτό δεν είναι εφικτό κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες. Αν π.χ. η Ελλάδα αποφασίσει να απωθήσει δυναμικά το Oruc Reis, τότε η ένοπλη σύρραξη (μικρής ή μεγάλης εμβέλειας, εξαρτάται από το βαθμό κλιμάκωσης) είναι μάλλον αναπόφευκτη. Εν τούτοις, υπάρχουν κακά σενάρια ψηλού ρίσκου εξ αιτίας ενός θερμού επεισοδίου τόσο για την Ελλάδα, όσο και για την Τουρκία». Συνεπώς, πρόσθεσε, παρά την ένταση που προκαλεί και παρά το γεγονός ότι το ενδεχόμενο αυτό καθίσταται ολοένα και πιο πιθανό, ούτε η Τουρκία δεν πρέπει να θεωρείται ότι έχει ως προτεραιότητα την εσκεμμένη πρόκληση ενός θερμού επεισοδίου με την Ελλάδα.
 
«Αυτό που επιδιώκει είναι να εξαναγκάσει την Ελλάδα σε υποχώρηση και διάλογο με τουρκικούς όρους, γι’ αυτό και ακολουθεί αυτή την τακτική κρημνοβασίας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, μια σοβαρή διεθνής πρωτοβουλία, σε συνδυασμό με κινήσεις που να παρέχουν εργαλεία εσωτερικής επικοινωνιακής διαχείρισης και στις δύο χώρες (π.χ. η ερμηνεία της πόντισης καλωδίων ως «νίκη» της Τουρκίας ή η αποχώρηση του Oruc Reis κατόπιν ενός ελληνικού τελεσιγράφου και αφού θα έχει ολοκληρώσει έναν σεβαστό κύκλο παρουσίας εντός υδάτων ελληνικής δικαιοδοσίας αλλά πριν από τη λήξη της NAVTEX) είναι μια πιθανή οδός βραχυπρόθεσμης αποκλιμάκωσης», εξήγησε ο Δρ. Κοντός.
                                
Από εκεί και πέρα, μακροπρόθεσμα, η κρίση αυτή μπορεί να αποκλιμακωθεί οριστικά μόνο μέσω μιας πρωτοβουλίας για ειρηνική επίλυση της ελληνοτουρκικής διαφοράς, σημείωσε. «Η Ελλάδα θα πρέπει αφ’ ενός να χαράξει τις κόκκινες γραμμές της, τις οποίες να είναι σε θέση να τις υποστηρίξει και στρατιωτικά αν χρειαστεί, δεδομένου του τουρκικού αναθεωρητισμού και της επιθετικότητας της Άγκυρας. Πέραν τούτου, όμως, θα πρέπει να έχει αποφασίσει τι είναι διατεθειμένη να θυσιάσει προκειμένου να αποφευχθεί η διαιώνιση της κρίσης και, φυσικά, ο πόλεμος. Είναι σημαντικό για την Αθήνα να γνωρίζει εκ των προτέρων πώς θα συμπεριφερθεί, τι θα ζητήσει και τι θα δώσει είτε στα πλαίσια απ’ ευθείας διαλόγου, είτε στα πλαίσια δικαστικής διευθέτησης», τόνισε.
 
«Υπάρχει φυσικά και το ενδεχόμενο ενός συμπεφωνημένου αδιεξόδου, το οποίο θα διαιωνίσει την κρίση και θα γεννά από καιρού εις καιρόν παρόμοιους κύκλους έντασης, μέχρις ότου ένας εκ των δύο να «λυγίσει», περίπου δηλαδή όπως συμβαίνει τις τελευταίες δεκαετίες στο Αιγαίο, ίσως με μεγαλύτερη ένταση», επεσήμανε ο Επίκουρος Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων.
 
Η αντίδραση της Ε.Ε.
Ερωτηθείς σχετικά με την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις κόκκινες γραμμές που πρέπει να ξεπεράσει η Τουρκία, ώστε να λάβει δραστικά μέτρα, ο Μιχάλης Κοντός δήλωσε πως δεν θεωρεί πως η Ε.Ε. έχει ξεκάθαρες κόκκινες γραμμές επί του ζητήματος.
 
«Άλλωστε δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι η ΕΕ είναι μια ένωση κυρίαρχων κρατών με διαφορετικά συμφέροντα (π.χ. η στάση της Γαλλίας διαφέρει ριζικά από αυτήν της Γερμανίας). Αναμφίβολα όμως, σε περίπτωση θερμού επεισοδίου ή γενικευμένης ελληνοτουρκικής ένοπλης σύρραξης θα πρέπει να βρει τρόπους να στηρίξει την Ελλάδα, παρά τα γερμανικά συμφέροντα και, γενικά, παρά την διστακτική στάση αρκετών κρατών μελών λόγω ιδιαίτερων συμφερόντων», σημείωσε.
 
Εν τούτοις, η λειτουργία της ΕΕ ως μηχανισμού συλλογικής άμυνας (παρά τις σχετικές προβλέψεις του άρθρου 42 παρ. 7 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση) δεν έχει δοκιμαστεί ποτέ στην πράξη για να ξέρουμε κατά πόσον μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά, υπέδειξε.
 
«Σε κάθε περίπτωση, όμως, η ΕΕ μπορεί να παράσχει στήριξη στην Ελλάδα και στην Κύπρο, πολύ πιο ουσιαστικά και αποτελεσματικά απ’ ό,τι μέχρι τώρα, πριν το στάδιο της ένοπλης ρήξης. Άλλωστε, η ΕΕ δεν φημίζεται για τα εργαλεία και τους μηχανισμούς άμυνας και ασφάλειας που διαθέτει, αλλά για την οικονομική της ισχύ. Συνεπώς, η βέλτιστη πιθανή συνδρομή της προς την Ελλάδα (και την Κύπρο) θα πρέπει να επικεντρώνεται στον οικονομικό τομέα, διασυνδέοντας στενότερα την οικονομική στήριξη που λαμβάνει η Τουρκία με τη στάση της απέναντι στην Ελλάδα και την Κύπρο», κατέληξε.
 
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
 
Για να σχολιάσετε κάντε κλικ εδώ
 
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Πίσω στην αρχή της σελίδας