Τρίτη 20 Αυγ, 2019 | Επικοινωνία
trans gif

«Ποια λογική και ποια δύναμη, όταν έχεις περπατήσει πίσω από το φέρετρο του παιδιού σου;»

Ντίνα Κλεάνθους  24/03/2019 07:42
«Ποια λογική και ποια δύναμη, όταν έχεις περπατήσει πίσω από το φέρετρο του παιδιού σου;»

«Ποια λογική και ποια δύναμη, όταν έχεις περπατήσει πίσω από το φέρετρο του παιδιού σου;»

Ντίνα Κλεάνθους  24/03/2019 07:42
Μια χαροκαμένη μάνα στο Δικαστήριο,  μαυροφορημένη που κρατούσε αγκαλιά την φωτογραφία του γιου της… Ο πόνος ήταν ζωγραφισμένος στο πρόσωπο της και λες και δεν είχε περάσει ούτε μια μέρα από το καταραμένο ξημέρωμα που σκοτώθηκε ο γιος της σε θανατηφόρο δυστύχημα…  

Αυτή η φιγούρα, της κ. Κούλας Καραπατέα, είναι αυτή που μου έμεινε χαραγμένη στο μυαλό από τότε που την γνώρισα στις δικαστικές αίθουσες, όπου ανέμενε και πάλευε για την απονομή Δικαιοσύνης.
 
Πέρασαν σχεδόν έξι χρόνια από τότε που άτυχος Πέτρος προστέθηκε στην μαύρη λίστα των θυμάτων της ασφάλτου. Ένα παιδί μόλις 26 ετών, γεμάτο όνειρα, τα οποία έμελλε να σβήσουν με τον πιο τραγικό τρόπο.  
 
Για την μητέρα του, ο χρόνος σταμάτησε το ξημέρωμα της 21η Σεπτεμβρίου 2013. Άλλη μια μάνα που χάνει το παιδί της σε τροχαίο δυστύχημα και προσπαθεί μάταια να επουλώσει τις πληγές της. Για του νεαρούς ο θάνατος των γονιών τους είναι απώλεια του παρόντος. Για τους γονείς, ο θάνατος των παιδιών τους είναι η απώλεια του μέλλοντος!
 
Στα πλαίσια του αφιερώματος του REPORTER για τις ψυχές που χάθηκαν στην άσφαλτο, η μητέρα του αδικοχαμένου Πέτρου, Κούλα Καραπατέα, ανοίγει την καρδιά της και μας μιλά για τον δικό της Γολγοθά.
 
Η καταραμένη μέρα…
 
«Ξημέρωνε η 21η Σεπτεμβρίου 2013… 5:10 το πρωί κτυπά το τηλέφωνο από την Αστυνομία και με ρωτά αν είμαι η μητέρα το Σεμπάστιαν Πέτρου Καραπατέα.  Απαντώ ναι, και ρωτώ τι συμβαίνει.  Μου λέει ότι ο γιος μου είχε ένα δυστύχημα κι έπρεπε να πάω στο νοσοκομείο.  Ρωτώ αν το παιδί μου είναι ζωντανό και μου λέει ότι είναι σοβαρά και να πάω  να μιλήσω με το γιατρό. 
 
Μέσα μου ήξερα τι έγινε, αλλά και πάλι είχα ελπίδες. Σε 5΄λεπτά είμαστε με τον άντρα μου στις πρώτες βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Ο γιατρός μας είπε να καθίσουμε να μιλήσουμε, αλλά δεν ήθελα.  Ζήτησα να με πάρει κατευθείαν κοντά στο παιδί μου.
 
Είδα τον λεβέντη μου, το δικό μου το παιδί, ξαπλωμένο πάνω σε ένα κρεβάτι, με τα μάτια κλειστά και το πιο όμορφο χαμόγελο στα χείλη. Όχι, δεν μπορούσε να ήταν νεκρός. Προσπάθησα να τον ξυπνήσω, να τον σηκώσω, αλλά ήταν αδύνατο.  Ζητούσα από άλλους που πηγαινοερχόντουσαν εκεί να με βοηθήσουν να τον ξυπνήσω, αλλά με κοίταζαν σαν να ήμουν τρελή. Έμεναν παγωμένοι, κι απλά με κοίταζαν.

Το παιδί μου είχε φύγει…  Γιατί ένας ασυνείδητος, επικίνδυνος, αλαζόνας, εγωιστής οδηγός τον είχε σκοτώσει.  Ο Σεμπάστιαν Πέτρος, με την αγαπημένη του Vespa ακολουθώντας ευθεία πορεία στην οδό Πεντέλης, στο Στρόβολο, κατευθυνόταν προς το σπίτι του. Ο άλλος που προκάλεσε το τροχαίο έγκλημα έβγαινε από πάροδο, και παραβιάζοντας τον Κ.Ο.Κ του ανέκοψε την πορεία, τον κτύπησε και τον σκότωσε και μάλιστα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, σύμφωνα με την πορεία του δολοφονικού αυτοκινήτου. 
Το παιδί μου ψυχομαχούσε στην άσφαλτο και στη σκηνή του δυστυχήματος είχαν φθάσει οι δικοί του εμπλεκόμενου οδηγού και ο δικηγόρος του.  Μετά από αρκετά λεπτά (20΄) έφθασε ασθενοφόρο και η Αστυνομία. 
 
Ο Σεμπάστιαν Πέτρος είχε αφήσει την τελευταία του πνοή στο οδόστρωμα. Το σημείο εκείνο του τροχαίου εγκλήματος, έχει πολλά να διηγηθεί.  Η 21η του Σεπτέμβρη είναι μια μέρα καταραμένη. Ο γιος μου ήταν μόνο 26 χρονών.  Τον επόμενο μήνα, 29 του Οκτώβρη, θα γινόταν 27.  Είχε τελειώσει το Grammar School, υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στις Δυνάμεις Καταδρομών, τέλειωσε τις σπουδές του στην Οξφόρδη και διψούσε για ζωή.  Ζωή του η φύση, οι καταδύσεις και η αναρρίχηση.

Πάω πίσω στο νοσοκομείο πάλι.  Εκεί σταμάτησε κι η δική μας ζωή.  Μέσα σε λίγη ώρα το νοσοκομείο γέμισε από γνωστούς, συγγενείς, φίλους, φίλους του Πέτρου. Κανένας δεν πίστευε αυτό που έβλεπε. Έβλεπες μόνο δάκρυα να ποτίζουν το πάτωμα. Πόνος, θλίψη, σπαραγμός. Λόγια δεν υπήρχαν. Εγώ δεν έβλεπα πια, δεν άκουα, δεν επικοινωνούσα.  Δεν ειδοποίησα κανέναν, ούτε καν τα άλλα μου παιδιά. Το έκανε ο άντρας μου, κάποιος έπρεπε να το κάνει. Εγώ δεν ήμουν πια ζωντανή.  Καθόμουν δίπλα στο παιδί μου και περίμενα το θαύμα κι ακόμα το περιμένω. Άκουα βήματα, ομιλίες και σκεφτόμουν «μα τι κάνουν όλοι αυτοί; Ακόμα δεν εκατάλαβαν ότι η ζωή ετέλειωσε;»

«Ζεις, αλλά δεν υπάρχεις…»
 
«Με ρωτάτε πόσο σκληρό είναι μια μάνα να χάνει το παιδί της. Σίγουρα αυτή είναι η κόλαση. Κι αν υπάρχει άλλη, δεν θα είναι χειρότερη από αυτή. Ζεις αλλά δεν υπάρχεις. Μένει ένα απέραντο κενό κι ένα σκοτάδι.  Το παιδί είναι πολύ περισσότερα απ’ ότι ο ήλιος και το φεγγάρι μαζί. Λόγια να περιγράψω τον ατέλειωτο αυτόν πόνο δεν υπάρχουν. 

Τώρα πια, ξέχασα τι είναι ζωή, τι είναι γέλιο, χαρά, ευτυχία. Ξέχασα πως ήμουν πριν. Στο μυαλό μου γυρίζουν συνεχώς οι ίδιες σκέψεις, τα ίδια αναπάντητα ερωτήματα κι όλα γύρω από το παιδί μου. Από τον λεβέντη που τόσον άδικα μου στέρησαν. Γιατί; Γιατί; Γιατί;
 
Υπάρχουν τα άλλα δύο παιδιά μου και τα εγγονάκια μου. Απ’ αυτούς παίρνω δύναμη και συνεχίζω, αλλά οι πληγές μέσα μου δεν κλείνουν.
 
Όχι εγώ δεν κατάφερα να στηρίξω τα άλλα μου παιδιά σ’ αυτό το μαρτύριο που ζούμε. Αυτά στάθηκαν δίπλα μου, με στήριξαν και με στηρίζουν. Το ξέρω ότι ήταν δικό μου καθήκον, αλλά δεν τα κατάφερα. Τους αγαπώ, τους λατρεύω, τους θέλω καλά κι ευτυχισμένους, τους καμαρώνω, είμαι περήφανη για τα παιδιά μου, αλλά μου λείπει ο Πέτρος. Μου λείπει κάθε μέρα και πιο πολύ. Ποια λογική και ποια δύναμη σαν μάνα, όταν έχεις περπατήσει πίσω από το φέρετρο του παιδιού σου; Όταν ξέρεις ότι το παιδί που γέννησες και μεγάλωσες και σε έκανε περήφανη, είναι τώρα μέσα στο χώμα;»
«Να τον συγχωρέσω, όχι δεν μπορώ…»
 
«Με ρωτάτε πως νιώθω για τον άλλον οδηγό που ενεπλάκη στο τροχαίο. Πιστέψτε με, δε νιώθω τίποτα. Μου είναι αδιάφορος.  Δεν αξίζει, ούτε τα αισθήματα μου ούτε τη σκέψη μου. Σίγουρα όμως δεν νιώθω ούτε συμπάθεια, ούτε αγάπη.  Αυτός ήταν που μου κατέστρεψε την οικογένεια μου, που στέρησε από το παιδί μου το δικαίωμα στη ζωή, που μ’ ανάγκασε να τρέχω κάθε μέρα στο κοιμητήριο, να αγοράζω κεριά, λιβάνια, καρβουνάκια, να κάνω τρισάγια, μνημόσυνα. Θα μπορούσα να πω ότι νιώθω οργή και θυμό.  Να τον συγχωρέσω, όχι δεν μπορώ. Εξάλλου εγώ δεν είμαι Θεός για να συγχωρώ.  Ακόμα κι αν ήξερα ότι μετάνιωσε, που δεν μετάνιωσε καθόλου, πάλι δε θα τον συγχωρέσω.  Γιατί ξέρω πόσο αλαζόνας και εγωιστής είναι, ξέρω και την οδική συμπεριφορά του μετά το θανατηφόρο.  Ακούστηκε στο Δικαστήριο ότι είχε 8 βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησής του, τους οποίους μάζεψε μετά το θάνατο του παιδιού μου.  Θεωρείται αυτό μεταμέλεια; Που δεν έπρεπε να οδηγεί καν, μετά το θανατηφόρο που προκάλεσε; Που άμεσα έπρεπε να του στερηθεί η άδεια οδήγησης κι όχι μετά από 3 χρόνια». 

«Κανένας θάνατος στην άσφαλτο δεν είναι ατύχημα»
 
«Κάθε φορά που ακούω ή διαβάζω για θανατηφόρο, ξαναζωντανεύουν όλα αυτά που έζησα και ζω. Βλέπω ανθρώπους να πονούν και κανείς να μη μπορεί να απαλύνει τον πόνο τους. Βλέπω φέρετρα, τάφους, μνημόσυνα.  Βλέπω καρδιές ραγισμένες και πληγές που ξέρω ότι είναι αγιάτρευτες.  Πονώ και συμπάσχω μαζί τους. 
 
Κανένας θάνατος στην άσφαλτο δεν είναι ατύχημα. Καμιά οδική δολοφονική συμπεριφορά δεν είναι αμέλεια. Κανένας θάνατος στο δρόμο δεν είναι αποδεκτός.

Με ρωτάτε για τη Δικαιοσύνη. Στην Κύπρο είναι άγνωστη λέξη. Έχει χάσει το νόημά της. Στο θανατηφόρο με θύμα το παιδί μου, ένοχος είναι γιος πολύ γνωστού πολιτικού. Η δίκη κράτησε δύο ολόκληρα χρόνια, αλλάξαμε τρεις δικαστές κι ο κατηγορούμενος ξεκίνησε με το «δεν παραδέχομαι». Παραδέχτηκε σε κάποια φάση και μετά πάλι δεν παραδεχόταν.  Έπαιζε με το Δικαστήριο και ροκάνιζε το χρόνο. Ψυχολογικά αυτό μας σκότωνε. 

Μετά από δυο χρόνια στις δικαστικές αίθουσες και με 4 δικηγόρους να τον υπερασπίζονται, κρίθηκε ένοχος και του επεβλήθη ένας χρόνος άμεσης φυλάκισης. Παρόλο που η νομοθεσία προβλέπει μέχρι τέσσερα χρόνια, κι ο ένας χρόνος ήταν πολύ λίγος, από τη στιγμή που το θύμα δεν έφερε καμιά ευθύνη, θεώρησα ότι η υπόθεση έπρεπε να κλείσει.  Γιατί στην τελική καμιά ποινή δεν είναι αρκετή μπροστά στο θάνατο.  Η δικαιοσύνη των Δικαστηρίων είναι μέρος της δικαιοσύνης. 

Η απόφαση όμως εφεσιβλήθηκε. Το Ανώτατο σε χρόνο ρεκόρ, δυόμιση μήνες από την καταχώρηση της έφεσης, έφθασε και στην απόφαση. Κι ενώ προχθές ακόμα, το Ανώτατο διατυμπάνιζε ότι έχει φόρτο εργασίας κι ότι ακόμη εξετάζει υποθέσεις του 2012 και 2013, σας λέω ότι η υπόθεση αυτή είναι του 2016. Προχώρησε το Ανώτατο κι ακόμα παρακάτω.  Ενώ τον έκρινε ένοχο στηριζόμενο σε λάθος σκεπτικό και αιτιολογικό, τον αποφυλάκισε την ίδια μέρα. Χρησιμοποίησε ψεύτικα στοιχεία με την αιτιολογία ότι στη σκηνή του δυστυχήματος υπήρχε σταθμευμένο van  που εμπόδιζε την ορατότητά του ενόχου.  Αυτό ακούστηκε για πρώτη φορά, γιατί στο σημείο που ισχυρίστηκαν ότι υπήρχε van, υπήρχε ένα Audi saloon. Ψέμα, το αποδεικνύουν τα σχεδιαγράμματα κι οι φωτογραφίες της Αστυνομίας.  Αυτό και μόνο, ας παραλείψω όλα τα άλλα, μου ενισχύει την άποψη, ότι οι 3 δικαστές, δεν μελέτησαν με τη δέουσα σοβαρότητα.
 
Πιστεύω ότι η απόφαση τους ήταν προαποφασισμένη για να εξυπηρετήσει επώνυμα πρόσωπα. Αποστολή του Ανώτατου, είναι να διορθώνει τυχόν λάθη του πρωτόδικου. Εδώ όμως 3 δικαστές, ενήργησαν εξόφθαλμα ευνοιοκρατικά, σκοτώνοντας τη δικαιοσύνη και ερμηνεύοντας τους νόμους κατά το δοκούν.  Γιατί ένας δικαστής, μπορεί να κάνει «ένα τίμιο λάθος». Κι οι τρεις όμως μαζί να κάνουν ακριβώς το ίδιο  λάθος δεν γίνεται.  Παραπέμπει σε διαφθορά και αρρωστημένη κατάσταση. Ναι το Ανώτατο φάνηκε πολύ κατώτερο των περιστάσεων κι ανίκανο να ανταποκριθεί στην αποστολή του. 
Στάλθηκαν επιστολές διαμαρτυρίας, τόσο στον Γενικό Εισαγγελέα όσο και στον πρόεδρο του Ανωτάτου, καθώς και σε άλλους αρμόδιους, αλλά όλοι παρουσιάστηκαν σαν Πόντιοι Πιλάτοι.  Στις 28 Ιουλίου του 2017 και ξανά στις 11 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους, στείλαμε επιστολές στον Πρόεδρο του Ανωτάτου ζητώντας εξηγήσεις για αυτήν την δικαστική πλάνη. Θα το έβαζε, είπε, το θέμα στην επόμενη συνεδρία του Ανωτάτου και θα μας ενημέρωνε.  Φθάσαμε στο 2019 και ακόμα περιμένουμε.

Έτσι τονώνεται το περί δικαίου αίσθημα του πολίτη;  Εθελοτυφλώντας την ουσία της υπόθεσης, τονίζοντας μας ότι οι αποφάσεις του Ανωτάτου είναι τελικές και αμετάκλητες; Πρέπει να δεχτούμε τα λάθη και τις παραλείψεις της Δικαιοσύνης; Πρέπει να δημιουργούνται κοινωνικά λόμπι, χωρίζοντας τους ανθρώπους σε επώνυμους και ανώνυμους; Πρέπει να δεχτούμε την προνομιακή μεταχείριση; Όχι.  Η αποστολή σας κύριοι δικαστές δεν είναι αυτή.

«Τα παιδιά μας δεν είναι αριθμοί»
 
Για να υπάρξει ειρήνη στους δρόμους, πρέπει να συμβάλουν όλοι. Πρέπει να γίνουμε όλοι υπεύθυνοι, κι η πολιτεία πρέπει να θέσει σαν προτεραιότητα την ασφάλεια του πολίτη. Δεν αρκεί να μας παρουσιάζουν το προφίλ του κύπριου οδηγού.  Αυτό δεν σώζει τα παιδιά μας. Δεν αρκεί να μας παρουσιάζουν στατιστικά στοιχεία.  Αυτό δεν μας βοηθά. Τα παιδιά μας δεν είναι αριθμοί. 

Αυτές οι πολυδιαφημισμένες αποτρεπτικές ποινές, που είναι; Σε ποιο συρτάρι κλείστηκαν; Αυτές οι κάμερες φωτοεπισήμανσης σε ποιο καράβι ταξιδεύουν. Όλα εκείνα τα θα, θα, θα που εξαφανίστηκαν; Η παραβίαση του Κ.Ο.Κ. και τα τροχαία, είναι εγκλήματα κι έτσι πρέπει να αντιμετωπίζονται. Κανένας δεν έχει δικαίωμα να αφαιρεί ζωές.  Η ασέβεια και η αδιαφορία για τους άλλους χρήστες του οδικού δικτύου, είναι έγκλημα.  Δεν είναι αμέλεια. 
 
Οι ποινές πρέπει να είναι άμεσες αποτρεπτικές.  Ας πάψουν τα Δικαστήρια να αντιμετωπίζουν τους θύτες σαν θύματα, κι ας δουν τα πραγματικά θύματα. Αύριο μπορεί να είναι η δική τους σειρά.  Ο καθένας μας πρέπει να μάθει να σέβεται τους υπόλοιπους χρήστες του οδικού δικτύου. Αν κάποιοι θέλουν να ρισκάρουν τη δική τους ζωή, είναι επιλογή τους. Το να θέτουν όμως σε κίνδυνο τη ζωή των νομοταγών πολιτών είναι έγκλημα. Και ρωτώ όλους τους ασυνείδητους οδηγούς.  Θα τους άρεσε αύριο να τους ονομάζουν ή θύτες ή θύματα;
 
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ: «Η ζωή μου σταμάτησε με την τελευταία αναπνοή του παιδιού μου…»
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
 
Πίσω στην αρχή της σελίδας