Δευτέρα 25 Μαϊ, 2020 | Επικοινωνία
trans gif

«Μια την βίασαν δεκατρείς… Εκάμναν σεξ οι στρατιώτες, εβλέπαν οι καμπαρετζιήδες»

Νατάσα Χριστοφόρου  25/01/2020 06:49
«Μια την βίασαν δεκατρείς… Εκάμναν σεξ οι στρατιώτες, εβλέπαν οι καμπαρετζιήδες»

«Μια την βίασαν δεκατρείς… Εκάμναν σεξ οι στρατιώτες, εβλέπαν οι καμπαρετζιήδες»

Νατάσα Χριστοφόρου  25/01/2020 06:49
«Μια κοπέλα την βίασαν ομαδικά δεκατρείς και αναγκάστηκαν να την πάρουν σε κλινική, διότι αιμορραγούσε. Τρομερό έννεν; Μια άλλη κοπέλα, ήταν παρθένα και την βίασαν κατά τρόπο άγριο και πήγε να πνιγεί στη θάλασσα. Μόλις που την πρόλαβαν. Τρομερό έννεν; Αυτό που διηγήθηκε προχτές η Χριστίνα, σε σας. Τρομερό έννεν; Είναι όλες ιστορίες τραγικές», λέει με θυμό και σφίγγει τις γροθιές.
 
 
Συνεχίζει και το στομάχι δένεται κόμπο… Λέει ότι κάποιοι πελάτες είναι κτήνη. Τους χωρίζει σε τρεις κατηγορίες. Σε αυτούς που βρίσκουν απόλαυση στον αγοραίο έρωτα, στους βιαστές και στους βασανιστές.
 
Δεν τα λέει, επειδή έτσι άκουσε. Δεν είναι αυθαίρετα συμπεράσματα. Είναι στοιχεία, αδιάσειστα. Είναι οι φρικιαστικές ιστορίες γυναικών, που έγιναν έρμαιο στις ορέξεις αρρωστημένων μυαλών. Στην Κύπρο, “την καταραμένη νήσο”, όπως τη χαρακτήρισε σε άρθρο του, ένα γαλλικό περιοδικό, που έκανε έρευνα για την εμπορία προσώπων στη χώρα μας.
 
Είναι όλες αυτές οι ιστορίες, που οδήγησαν στη δημιουργία του Cyprus Stop Trafficking. Μιας οργάνωσης που συστάθηκε στη Γενεύη και συνέβαλε στη διάσωση εκατοντάδων θυμάτων εμπορίας προσώπων. Η επικεφαλής της, η Ανδρούλα Χριστοφίδου Henriques, αφιέρωσε την τελευταία δεκαετία της ζωής της σε αυτόν τον αγώνα. Και πέτυχε πολλά…
 
«Σιχαίνομαι το ούσσου να περάσουμε. Καταλαβαίνω, όμως, αυτούς που το λαλούν. Ξέρεις πόσες φορές μου είπαν “τι νεκατώννεσαι;” Ανακατώνουμαι. Λεν μου “τραβά τα ο οργανισμός σου”. Δεν ξέρω αν τα τραβά, αλλά πιστεύω ότι είναι καθήκον μου να ανακατώνομαι. Για να μεν ντρέπομαι που ζω», αναφέρει και συγκινείται….
 
Ποια είναι, αλήθεια, αυτή η δυναμική γυναίκα, που τα βάζει με όλους; Τι την μετέτρεψε σε προστάτιδα, των θυμάτων εμπορίας προσώπων; Σε μια συνέντευξη κατάθεση ψυχής στον REPORTER, η κ. Ανδρούλλα ξεδιπλώνει την ιστορία της και τις φρικτές ιστορίες εμπορίας προσώπων.

«Γεννήθηκα το 1936 στη Λευκωσία. Πρέπει να πω για την οικογένειά μου, επειδή παίζει μεγάλο ρόλο, από ποιαν οικογένεια βγαίνεις. Ο παππούς μου από την πλευρά της μητέρας μου, ήταν φτωχός, αλλά πανέξυπνος. Ήθελε να γίνει δάσκαλος. Ο πατέρας του, που δεν είχε χρήματα τον έβγαλε από το σχολείο και τον έβαλε να δουλεύει σε ένα νονό του, που ήταν έμπορος. Σύντομα, έκανε το δικό του κατάστημα. Τότε, μόλις άρχισαν να χρησιμοποιούνται τα αντισυλληπτικά. Έτσι ο παππούς μου έκαμεν μόνο τέσσερα κοπελλούθκια. Τη μάνα μου και τρεις γιούδες. Ο παππούς μου, ήταν ο Χαρίλαος Σταυράκης.
 
Από την πλευρά του παπά μου, ο παππούς ο Λοΐζος, εξού και το κατάστημα Λοΐζούδι, ήρθε στη Λευκωσία από την Κοκκινοτριμιθιά, πάνω στο γαϊδούρι και πουλούσε ζιμπούνια. Είχε δεκατρία παιδιά. Τα πέντε πέθαναν. Η δουλειά του προχώρησε και έβαλε τον μεγάλο του γιο, τον παπά μου, σε αυτήν. Ο παπάς μου ήθελε να γίνει γιατρός, αλλά κι αυτός, ελλείψει χρημάτων, έγινε έμπορος. Το κατάστημα μεγάλωσε και πωλούσαν υφάσματα για γυναικεία φορέματα. 
 
Την τότε εποχή, ήταν σπάνιοι οι γάμοι από έρωτα. Ήταν από συνοικέσιο. Έτσι, οι δύο μου παππούδες, πάντρεψαν την μάμα μου με τον παπά μου. Η μάμα μου ήταν δεκαεννέα και ο παπάς μου τριάντα έξι χρονών. Μεγάλωσε, επειδή έπρεπε πρώτα να παντρέψει τις αδερφές του.   
 
Το πρώτο τους μωρό, πέθανε στη γέννα. Το δεύτερο ήμουν εγώ. Όλοι ετρέμαν, μήπως πάθω κάτι. Στα επτά μου “άρπαξα” διφθερίτιδα. Ήμουν τελειωμένη. Σώθηκα εντελώς τυχαία, επειδή εκείνη την εποχή έφτασε στην Κύπρο ο πρώτος ορός για τη διφθερίτιδα. 
 
Ο χαρακτήρας μου το ότι, δηλαδή, δεν φοούμαι κανέναν, πιστεύω ότι έγινε έτσι, επειδή ο παπάς μου με θαύμαζε, με αγαπούσε απεριόριστα και δεν έχανε ευκαιρία να μου το δείξει».
 
Οι «δούλες»… και ο γυναικολόγος που τους έκανε εκτρώσεις
«Σπίτι μας είχαμε κοπελούδες. Τις κοπελούδες σε ορισμένα σπίτια ελέαν τις δούλες. Εμείς ουδέποτε τις είπαμε έτσι. Η γιαγιά μου είχε δύο, εμείς είχαμε τρεις. Αρχικά ήταν μία αλλά ήρθε ο παπάς της και παρακάλεσε να φέρει και τις δύο μικρές της αδερφές, επειδή δεν είχε να τις ταΐσει.
 
Η μάμα μου εφώναζέν τους, αλλά δεν τις εδέρναν. Ξέρω γειτόνισσες, που τις εσπάζαν που το ξύλο. Ήξερα επίσης, από λόγια της γειτονιάς ότι υπήρχε στη Λευκωσία γυναικολόγος, που έκανε εκτρώσεις στις κοπελούδες που έμεναν έγκυες που τον μάστρο τους. Κάποιες άλλες, έτρεχαν να τις παντρέψουν με κανέναν μισταρκό.
 
Εμάς οι κοπελούδες, πιστεύκω ότι περνούσαν καλά. Μόλις σχόλανα από το σχολείο επαίζαμε μαζί στην αυλή. Αυτές ήταν παρέα μου. Έμαθαν να διαβάζουν με μένα. Όταν τους φώναζε η μάμα μου, εγώ εγίνουμουν θηρίο. Ήταν τότε που κατάλαβα, ότι θύμωνα όταν ένιωθα το αίσθημα της αδικίας.
 
Παρόλο που υπήρχαν δώδεκα γάτοι στην αυλή, ο τόπος ήταν γεμάτος ποντικούς. Τα ποντικάκια ή τα έπνιγαν στη δεξαμενή ή τα κτυπούσαν μέσα στην ποντικοπαγίδα και τα σκότωναν με τις βελόντες της. Την πρώτη φορά που το είδα, έπαθα κρίση υστερίας και μετά προσπαθούσα να ανοίξω όλες τις ποντικοπαγίδες, για να γλιτώσουν. Ήμουν 3-4 χρόνων. Πιστεύω ότι αυτό έπαιξε πολύ μεγάλο ρόλο, στο να αντιδρώ όταν ακούω ότι βασανίζουν κάποιονι».

Στο δικαστήριο για φυλλάδια της ΕΟΚΑ
«Ήμουν άριστη μαθήτρια, παρόλο που δεν διάβαζα. Τέλειωσα το παρθεναγωγείο Φανερωμένης το 1954. Εκείνη την εποχή, άρχισε η ΕΟΚΑ. Όλοι οι μικροί τότε, διανείμαμε φυλλάδια. Μόλις τέλειωσα το σχολείο, ήρθαν μια μέρα στο σπίτι αστυνομικοί και στη βιβλιοθήκη μου, ήβραν φυλλάδια. Θεωρήσαν καλό να με πάρουν δικαστήριο. Χαρά εγώ…που ήταν να πάω δικαστήριο. 
 
Πήγα. Η αίθουσα ήταν γεμάτη. Έβαλα μια κόκκινη μπλούζα και εστέκουμουν περήφανη. Ο αστυνομικός άρχισε να λέει την υπόθεση. Ο δικαστής τον διέκοψε απότομα, “καλά, καλά εκαταλάβαμε”. Βλέπει στο βάθος τον παπά μου και τον ρωτά, “μα εν η κόρη σου τούτη;” Ο δικαστής και ο παπάς μου ήταν φίλοι, έπαιζαν μαζί χαρτιά. Ερώτησεν τον “να της βάλουμε ένα πρόστιμο ή θέλεις να τη βάλουμε φυλακή;” Μου έβαλε πρόστιμο και μετά έπιασε τον παπά μου και του είπεν “φύε την που την Κύπρο, γιατί έτσι πελλή που είναι, μπορεί να κάμει και τίποτε παραπάνω που τα φυλλάδια”.
 
Έτσι το καλοκαίρι του 1955, βρέθηκα εξόριστη στην Ελβετία. Δεν ήθελα να σπουδάσω, ήθελα να έρθω πίσω να θυσιαστώ για τη πατρίδα. Τελικά γράφτηκα στο πανεπιστήμιο παιδαγωγικά, επειδή ήταν εύκολα. Την πρώτη φορά που πήγα στην τάξη, κατάλαβα μόνο μία λέξη géographie (γεωγραφία). Πήγαινα συστηματικά στα μαθήματα, παρόλο που δεν καταλάβαινα. Όμως άκουα. Κάποια στιγμή έδωσα και πέρασα εξετάσεις. Έτσι στα 19 μου μου έδωσαν, δίπλωμα παιδαγωγικών και κοινωνικών επιστημών».  
Συνεργάτης του περίφημου Jean Piaget
«Το Σάββατο είχε ένα μάθημα ένας παιδοψυχίατρος που έφερνε παιδάκια με προβλήματα. Τον ρώτησα, “μετά τι κάνετε με αυτά τα παιδιά;” Είπε μου ότι ανάλογα με το πρόβλημα γίνονται διάφορα, μεταξύ των οποίων και η ψυχοθεραπεία. Αποφάσισα τότε, ότι θέλω να γίνω ψυχοθεραπεύτρια για παιδιά. Πήγα στη Γενεύη να κάνω δίπλωμα ψυχολογίας και άρχισα ψυχανάλυση, που με βοήθησε να λύνω μόνη μου τα προβλήματά μου.
 
Είχα την τύχη να έχω καθηγητή ψυχολογίας o Jean Piaget, ένα από τους τρεις μεγάλους ψυχολόγους του περασμένου αιώνα. Ο ένας ήταν ο Pavlov, ο άλλος ο Freud και ο τρίτος ο Piaget. Με έκανε βοηθό στο πανεπιστήμιο της Γενεύης και ήμουν για 18 χρόνια συνεργάτης του. 

Όταν δούλευα στο πανεπιστήμιο, έγραψα τρία βιβλία. Tο ένα ήταν για την θεωρία του Piaget και δύο για ψυχοπαιδαγωγικά θέματα. Όταν ήμουν υπεύθυνη στο τμήμα Ψυχολογίας, ένα από τα βιβλία που έγραψα είχε την εξής αφιέρωση, “σε όλα τα παιδάκια που υπέφεραν στο σχολείο, από την κακία και την άγνοια των μεγάλων”. Όταν παρουσίασα το βιβλίο σε μια κατάμεστη, από δασκάλους, αίθουσα, οι μισοί το αγόρασαν, λόγω της αφιέρωσης και άλλοι μισοί δεν το αγόρασαν, επίσης λόγω της αφιέρωσης.

Είμαι 65 χρόνια στην Ελβετία. Παντρεύτηκα έναν Πορτογάλο καθηγητή και κάναμε δύο παιδιά. Μέχρι πριν δέκα χρόνια έμενα μόνο τρεις μήνες το χειμώνα στην Κύπρο, επειδή κάνει πολύ κρύο στην Ελβετία. Από τότε που η οργάνωση πήρε διαστάσεις, μένω πιο πολύ εδώ».

Δράση κατά της Χούντας
«Το 1968 έγινε η Χούντα στην Αθήνα. Από την Γενεύη περνούσαν διάφοροι Έλληνες αυτοεξόριστοι. Ήμουν σε μια ομάδα, που βοηθούσαμε τους νεαρούς, που ταξίδευαν με ψεύτικα διαβατήρια.

 
Το 1985, όταν ήμουν 48 χρόνων, έγινε η επανάσταση στη Νικαράγουα. Όταν έπεσε ο δικτάτορας Σομόζα, ο αναλφαβητισμός στη χώρα ήταν 93%. Κάναμε ένα γκρουπ από το πανεπιστήμιο της Γενεύης, πήγαμε στο Υπουργείο Παιδείας της χώρας και ζητήσαμε να βοηθήσουμε. Μας ζήτησαν να κάνουμε δύο σχολεία. Τέτοια φτώχεια, δεν είδα ποτέ στη ζωή μου. Πήγαινα επί πέντε χρόνια, δύο μήνες κάθε καλοκαίρι. Έτσι έμαθα Ισπανικά.
 
«Ανακατώννουμαι για να μεν ντρέπομαι που ζω»
Καθώς αφηγείται την ιστορία της, κτυπά, για πολλοστή φορά, το τηλέφωνο. Κάποιος την ενημερώνει ότι την είδε στην τηλεόραση που μιλούσε για το sex trafficking. Της αναφέρει μια υπόθεση εμπορίας γυναικών και μεσολαβεί στην Αστυνομία, για να τη διερευνήσουν.
 
«Eπαναπαυόμαστε, θέλουμε να κάτσουμε στα βραστά μας. Λέμε “ούσσου να περάσουμε”. Σιχαίνομαι το ούσσου να περάσουμε. Καταλαβαίνω, όμως, αυτούς που το λαλούν. Ξέρεις πόσες φορές μου είπαν “τι νεκατώννεσαι;” Ανακατώνουμαι. Λεν μου “τραβά τα ο οργανισμός σου”. Δεν ξέρω αν τα τραβά, αλλά πιστεύω ότι είναι καθήκον μου να ανακατώνομαι. Για να μεν ντρέπομαι που ζω». (συγκινείται)
 
Η συζήτηση οδηγείται, πλέον, στην εμπορία προσώπων.
 
«Έπιασα πρόωρη σύνταξη το 2000. Άρχισα να έρχομαι στην Κύπρο τρεις μήνες το χειμώνα. Όταν ήμουν στη Γενεύη άκουγα, ένα γαλλικό ραδιόφωνο. Ένα πρωί, το 2006 άκουσα μια κυρία να παρουσιάζει το βιβλίο της. Ήταν πολλά θυμωμένη. Το βιβλίο λεγόταν “Βίζα για την κόλαση”. Ήταν μια γαλλίδα δημοσιογράφος στα Ηνωμένα Έθνη, που ζούσε στη Νέα Υόρκη. Την είχαν στείλει στη Λιβερία, επειδή υπήρχαν πληροφορίες ότι στα καμπαρέ έφερναν ανήλικους από την Αφρική και οι πελάτες ήταν κυανόκρανοι. Την έστειλαν με 200 αστυνομικούς και έκλεισε όλα τα καμπαρέ. Όταν πήγε πίσω, της είπαν να σιωπήσει. Αυτή δεν σιώπησε. Έγραψε ένα βιβλίο και τους ταρακούνησε. Όταν την άκουσα είπα “Κύριε ελέησον, μα δες πράματα που γίνονται στον κόσμο”. Τηλεφώνησα στον εκδοτικό οίκο και τη ζήτησα. Την φέραμε στη Γενεύη και μας έκανε μια διάλεξη. Μάζεψα φίλους και γνωστούς και κάναμε το πρώτο γκρουπ STOP (Stop Trafficking Of People) International.
 
Κύπρος, η καταραμένη νήσος
«Το Μάρτιο του 2007 ήρθα στην Κύπρο. Μια φίλη, η αείμνηστη Ζακλίν Καραγιώργη, μου διάβασε ένα άρθρο σε ένα γαλλικό περιοδικό με τίτλο “Κύπρος η καταραμένη νήσος”. Το έγραψε μια δημοσιογράφος που ήρθε στη Λεμεσό. Είχε συναντήσει δύο κοπέλες, που μόλις ξέφυγαν από τα καμπαρέ και είπαν την ιστορία τους. Συνάντησε και τον πατέρα Σάββα, που είχε τότε καταφύγιο. Λέω στην Ζακλίν ”αποκλείεται, αυτά τα πράματα γίνονται στην Αφρική, όχι στην Κύπρο”.
 
Τηλεφωνήσαμε στο περιοδικό και ζητήσαμε τη δημοσιογράφο. Μου είπε “ακόμη έγραψα λίγα. Πήγαινε να βρεις τον πατέρα Σάββα”.
 
Τον έψαξα... Δυσκολεύτηκα να τον βρω επειδή ήταν στη ρώσικη εκκλησία. Πήγαμε με τέσσερις φίλες μου στη Λεμεσό. Περιμέναμε να τελειώσει η λειτουργία. Στην αρχή ήταν επιφυλακτικός. Σε κάποια στιγμή, σηκώθηκε πάνω και λέει πάμε στο καταφύγιο. Στο δρόμο σταματήσαμε σε ένα σουπερμάρκετ και αγόρασε έξι ψωμιά.
 
Φτάνουμε στο καταφύγιο που ήταν στην Αγία Φύλα και είδαμε ένα σπίτι με ψηλά κάγκελα. Μέσα ήταν δύο μαντρόσκυλα, που μας υποδέχθηκαν με θυμωμένα γαβγίσματα. Τους μίλησε ο πάτερ Σάββας και σιώπησαν. Μπήκαμε σε ένα δωμάτιο, που υπήρχαν τρεις καναπέδες. Στη μέση, ήταν μια σοπούδα και γύρω, γύρω ήταν 28 κορούδες, ντυμένες καλοκαιρινά. Τους έδωσε τα ψωμιά. Οι κοπέλες ήταν από Μαρόκο, Βιετνάμ, Μολδαβία, Ρωσία και άλλες χώρες. Τον ρώτησα, πού τις βρήκε και απάντησε ότι εφύαν που τα καμπαρέ. Τον ρώτησα γιατί εν έτσι ντυμένες. Λέει μου “μα που να έβρω να τις ντύσω; Όταν φεύγουν είναι σχεδόν ολόγυμνες”. Του είπαμε ότι θα τον βοηθήσουμε. Την επομένη εστείλαμεν του ρούχα και 800 λίρες. (συγκινείται)
 
Έτσι άρχισε η συνεργασία μας με τον καταπληκτικό αυτό άνθρωπο. Τον Απρίλη πήγα στη Γενεύη. Μου τηλεφώνησε ότι τους διώχνουν από το καταφύγιο. Του είπαν από την Μητρόπολη, ότι δεν μπορούσαν να του το παραχωρούν άλλο, επειδή πλήρωναν πολύ ηλεκτρισμό. Τους είπα να βρουν σπίτι κι εγώ θα κανονίζω από τη Γενεύη να στέλνουμε χρήματα.
 
Στέλλαμε 2 χιλιάδες ελβετικά φράγκα κάθε μήνα. Είπαμε θα είναι μέχρι το Δεκέμβρη που θα ανοίξει το κυβερνητικό καταφύγιο. Αντί να κλείσει το Δεκέμβρη του 2007, έκλεισε, όμως, τελικά το Δεκέμβρη του 2008».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ: «Μας ανάγκαζαν να κάνουμε σεξ στους καναπέδες και μας παρακολουθούσαν»
 
Πώς έκλεισαν τα καμπαρέ της Λεμεσού
«Μια μέρα το 2009, ήμουν στη Γενεύη. Μια κοπέλα από τη Νότιο Αμερική, έφυγε από το καμπαρέ και τη βάλαμε στο σπίτι μιας φίλης. Η κοπέλα μου τηλεφώνησε, πως δεν έβρισκε τη Ρίτα τη Σούπερμαν (επικεφαλής του γραφείου καταπολέμησης εμπορίας προσώπων της Αστυνομίας). Μου είπε “αύριο το μεσημέρι θα πάω στο καμπαρέ. Θα το σκάσει μια κοπέλα και θα τη φέρω στο σπίτι”. Της είπα να μην κάνει έτσι πράμα. Μου είπε ότι ήταν μία από δεκαέξι άλλες κοπέλες, που έφευγαν από τη Δομινικανή Δημοκρατία, για να πάνε στην Ισπανία. Έπεσαν όμως σε παγίδα και αντί στην Ισπανία, τις έφεραν Κύπρο. Από το αεροδρόμιο της Λάρνακας, τις πήραν κατευθείαν σε ένα καμπαρέ στη Λεμεσό και από κει τις διένειμαν σε έξι άλλα. Έπαθαν όλες σοκ. Άλλες το δέχθηκαν, άλλες όχι. Η κοπέλα που θα έφευγε, έκλαιε ασταμάτητα. Ήταν 30 χρόνων, παντρεμένη με δύο μωρά.
 
Ήταν να πεθάνω... Περίμενα όλο το απόγευμα του Σαββάτου. Κατά τις έξι έπιασεν με. Άκουα γοερά κλάματα. Η δική μας είπε μου “περίμενα έξω με τις ώρες και τελικά βγήκαν δύο κοπέλες”.  Άρχισαν να τρέχουν χωρίς να γυρίσουν πίσω. Μόλις κλείστηκαν στο σπίτι μου τηλεφώνησαν. Έπρεπε να τις μετακινήσουμε μήπως τις ακολούθησαν. Ήρθαν και τις πήραν στο καταφύγιο του πατρός Σάββα. Τα μεσάνυκτα, πήραν στο καταφύγιο ένα τηλεφώνημα από αξιωματικό της Αστυνομίας,του τμήματος αλλοδαπών και μετανάστευσης. Ζήτησε να πάρουν τις δύο κοπέλες πίσω στο καμπαρέ. Την επομένη οι κοπέλες έδωσαν κατάθεση.
 
Σε τρεις εβδομάδες αδειάσαμε έξι καμπαρέ και ελευθερώσαμε τις 16 Δομινικανές. Έκανε έφοδο η Αστυνομία». 
Οι φρικτές ιστορίες
Την ρωτώ, ποια ήταν η πιο φρικτή ιστορία, με την οποία ήρθε αντιμέτωπη.
 
«Όλες», απαντά αμέσως. «Η ιστορία που σας περιέγραψα πριν είναι τραγική. Αναγκάζαν τις κοπέλες να εκπορνεύονται δημόσια, διότι στρατιώτες έφταναν η ώρα 8 και μέχρι τις 10 έκαναν σεξ με τις κοπέλες, στη μεγάλη αίθουσα και εβλέπαν οι καπαρετζιήδες,
 
Η Οξάνα σκοτώθηκε. Μια κοπέλα την βίασαν ομαδικά δεκατρείς και αναγκάστηκαν να την πάρουν σε κλινική, διότι αιμορραγούσε. Τρομερό έννεν; Μια άλλη κοπέλα, ήταν παρθένα και την βίασαν κατά τρόπο άγριο και πήγε να πνιγεί στη θάλασσα. Μόλις που την πρόλαβαν. Τρομερό έννεν; Αυτό που διηγήθηκε προχτές η Χριστίνα, σε σας; Τρομερό έννεν;
 
Τις πρώτες 7 ιστορίες που άκουσα αρρώστησα. Έτσι έγραψα το βιβλίο “Άρωμα κόλασης” με τις ιστορίες τους».
 
Ακόμη και οι αστυνομικοί κλαίνε...
«Οι καπαρετζήδες και οι διακινητές, είναι όλοι το ίδιο. Πουλούν κοπέλες για λεφτά και τις βιάζουν για ευχαρίστηση. Είναι παλιανθρώποι και κτήνη, που πιστεύουν ότι μια γυναίκα είναι τίποτε.
 
Οι πελάτες, όμως, που βγαίνουν από όλα τα στρώματα της κοινωνίας; Εγώ τους χωρίζω σε τρεις κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία, είναι αυτοί που αποδέχονται τον αγοραίο έρωτα. Έχει πάρα πολλούς. Από αυτούς υπάρχουν και καλοί άνθρωποι. Όταν η κοπέλα τους λέει ότι δεν θέλει, την βοηθούν να φύγει και μάλιστα, με κίνδυνο της ζωής τους.
 
Η δεύτερη κατηγορία, είναι οι βιαστές. Είναι αυτοί που όταν οι κοπέλες τους λένε ότι τις εξαναγκάζουν απαντούν, “εγώ πλήρωσα και θα κάμω ότι θέλω”. Τις πετάσσουν πας το κρεβάτι και τις βιάζουν. Έχει κι από αυτούς πάρα πολλούς. Σε αυτή την κατηγορία, είναι και κάποιοι που θέλουν και παρέα. Καλούν τους φίλους τους και κάνουν μαζικούς βιασμούς.
 
Η τρίτη κατηγορία είναι η βασανιστές. Αγοράζεις κάποιον για να τον βασανίσεις. Και φαίνεται ότι γι’ αυτούς είναι μεγάλη ηδονή. Υποβάλλουν τις κοπέλες σε σεξουαλικά μαρτύρια, δέρνουν τες, μαστιγώνουν τες… Ακούουν τες να υποφέρουν και συνεχίζουν.
 
Κάθε χρόνο φιλοξενούνται στα καταφύγια περίπου 50 γυναίκες. Σώθηκαν εκατοντάδες τα τελευταία χρόνια. Δεν είναι, όμως, αρκετοί στο γραφείο της Ρίτας. Υπάρχουν μόνο δύο επιχειρησιακές ομάδες. Έπρεπε να έχουν δέκα. Δεν το παίρνουν στα σοβαρά ούτε οι κυπραίοι, ούτε η κυβέρνηση, ούτε η Αστυνομία. Οι μόνοι που το παίρνουν στα σοβαρά, είναι το γραφείο της Ρίτας, τα κοπέλια στο γραφείο καταπολέμησης εμπορίας προσώπων. Ξέρεις ότι πολλές φορές τηλεφωνούν μου αστυνομικοί και κλαιν; Δεν αντέχουν, αυτά που βλέπουν.» (συγκινείται)
 
Δεν επαρκούν τα καταφύγια
«Υπάρχουν δύο καταφύγια. Στο κρατικό δεν μπορούν να μένουν πολύ καιρό. Κανονικά πρέπει να μένουν ένα μήνα, αλλά τις κρατούν περισσότερο, μέχρι να μην κινδυνεύουν από τους διακινητές. Ώσπου να βρουν δουλειά, βοηθούμε εμείς να βρουν διαμερίσματα. Μια εποχή στο σπίτι μου είχα έξι κοπέλες.
 
Πριν τρία χρόνια, πήγα και είπα στην Υπουργό Εργασίας ότι πρέπει να κάνουμε ένα δεύτερο καταφύγιο για θύματα, που δεν μπορούσαν να μείνουν μόνες τους σε διαμερίσματα, αλλά πρέπει να βρίσκονται υπό κάποιαν επιτήρηση. Η Υπουργός συμφώνησε και έτσι μπορέσαμε και κάναμε κάπου στη Λευκωσία το open house».
 
Δεν επαρκούν τα χρήματα
«Μας δίνει χρήματα το Γραφείο Ευημερίας. Σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό νόμο τα θύματα εμπορίας, είναι υπό την αιγίδα του κράτους. Είναι το Γραφείο  Ευημερίας που έπρεπε να κάνει δεύτερο καταφύγιο. Το Γραφείο Ευημερίας έπρεπε να τις παίρνει στο γιατρό και τον ψυχολόγο. Όχι εμείς. Δεν το κάμνουν, όμως, επειδή δεν έχουν αρκετούς λειτουργούς.
 
Η κυρία Ζέτα Αιμιλιανίδου, η οποία είναι μια εξαιρετική υπουργός, πολύ ευαίσθητη και πολύ έξυπνη μου είπε “τη γραφειοκρατία την μισάς εσύ, την μισώ και εγώ”. Πληρώνει μας το ενοίκιο και τον ηλεκτρισμό. Εκτός από αυτά που δίνει το κράτος, υπάρχουν και καθημερινά έξοδα, στα σπίτια κλπ. Αυτά τα πληρώνουμε εμείς, όπως και τα φάρμακα των κοπέλων, επειδή τα θύματα εμπορίας δεν μπορούν να γραφτούν στο ΓεΣΥ.
 
Για να βγάζουμε λεφτά πουλούμε βιβλία, μπισκότα, κάμνουμε πάρτι και μας στέλνει χρήματα και η οργάνωση της Γενεύης. Οι εθελοντές αυξήθηκαν, αλλά είναι ακόμη λίγοι».
 
«Μας κυβερνά ο υπόκοσμος;»
«Όταν πήρα την σύνταξη μου άρχισα να γράφω αστυνομικά μυθιστορήματα με θέμα την εμπορία προσώπων, τα ναρκωτικά, την αρχαιοκαπηλία και όλα τούτα τα “ωραία” φαινόμενα που υπάρχουν σε κάθε κοινωνία.
 
Διερωτάται κάποιος, ποιοι είναι μπλεγμένοι και γιατί οι διωκτικές Αρχές μιας κυβέρνησης δεν καταφέρνουν να τα πατάξουν; Καμιά φορά διερωτώμαι και δεν είμαι η μόνη, αν στην πραγματικότητα μας κυβερνά ο υπόκοσμος. Όλα τα βιβλία, πωλούνται στο Γαλλικό βιβλιοπωλείο, παρόλο που είναι ελληνικά και όλα τα χρήματα δίνονται στο ταμείο της οργάνωσης.
 
Τους τελευταίους μήνες, άρχισα τη μετάφραση στα ελληνικά ενός βιβλίου που έγραψε Γάλλος αξιωματικός της αστυνομίας, ο οποίος ήταν τέσσερα χρόνια στην Κύπρο και συνεργάστηκε πολύ με την οργάνωσή μας. Το θέμα είναι τα προβλήματα ενός χωρισμένου νησιού, η εμπορία προσώπων και τα ναρκωτικά. Είναι βασισμένο σε ιστορικά γεγονότα.Σε ένα από τα κεφάλαια αναφέρει ότι στην Μαδαγασκάρη, κέντρο κάθε εγκληματικού εμπορίου, είναι το αεροδρόμιο.
 
Όταν έμαθα ότι ένας πολύ ικανός αξιωματικός της δικής μας αστυνομίας μετατέθηκε στο δικό μας αεροδρόμιο είπα, «αχ Θεέ μου μπας και το δικό μας αεροδρόμιο είναι σαν της Μαδαγασκάρης;»
Για να σχολιάσετε κάντε κλικ εδώ
 
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Πίσω στην αρχή της σελίδας