Δευτέρα 14 Οκτ, 2019 | Επικοινωνία
trans gif

Σκότωσε δύο παιδάκια, τα έριξε στο πηγάδι και έλεγε πως «πήγαν στην στετέ τους»

  31/08/2019 15:26
Σκότωσε δύο παιδάκια, τα έριξε στο πηγάδι και έλεγε πως «πήγαν στην στετέ τους»

Σκότωσε δύο παιδάκια, τα έριξε στο πηγάδι και έλεγε πως «πήγαν στην στετέ τους»

  31/08/2019 15:26
Mένοικο 1906… Ένα διπλό φονικό δύο κοριτσιών έξι και τεσσάρων ετών, συνταράζει το χωριό Μένοικο της Επαρχίας Λευκωσίας. Η μητριά τους τα δολοφονεί ρίχνοντας τα στα σε πηγάδι και στη συνέχεια υποστηρίζει ότι τα έστειλε στη γιαγιά τους. Η μοίρα παίζει ωστόσο άσχημα παιχνίδια… Ένας νεκρός και δύο άτομα στη φυλακή.
 
Ο Δημήτρης Κουντούνης, 40 ετών τότε και πατέρας δύο κοριτσιών, της εξάχρονης Μαρίας και της τετράχρονης Ελένης, μετά το θάνατο της γυναίκας του, παντρεύεται με προξενιό την 15χρονη Μαρία.
 
Την τότε εποχή, στο χωριό κορόιδευαν την 15χρονη, η οποία δεν αγάπησε ποτέ τον σύζυγο της, αλλά ούτε και τα παιδιά του.
 
Στις 14 Ιουλίου, ο Δημήτρης φορτώνει το γαϊδούρι του με πατάτες και ξεκινά για τη Λευκωσία, έτσι ώστε να βγάλει τα προς το ζην. Λίγο αργότερα η 15χρονη σύζυγος του, βγαίνει από το σπίτι κρατώντας τις δύο κόρες του Δημήτρη.

Κατευθύνονται προς το σπίτι της Αννούς, δίπλα από το οποίο υπήρχε ένα πηγάδι και παραδίπλα ένα σπίτι στο οποίο διέμενε ένα ζεύγος μουσουλμάνων.
 
Ο άνδρας από το γειτονικό σπίτι βρίσκεται εκείνη την ώρα στην ταράτσα, όταν αντιλαμβάνεται τη Μαρία με τα δύο κοριτσάκια μπροστά στο πηγάδι που σε λίγη ώρα θα γινόταν ο υγρός τάφος των δύο κοριτσιών…
 
Τότε, η Μαρία αρπάζει την εξάχρονη και προσπαθεί να τη ρίξει στο πηγάδι, όμως η μικρή αντιστέκεται. Δεν μπορούσε όμως να φωνάξει, γιατί η παιδοκτόνος της είχε γεμίσει το στοματάκι της με χρυσόμηλα. Η Μαρία, κτυπά το κεφαλάκι του παιδιού στο γείσο του πηγαδιού και τελικά την ρίχνει στο πηγάδι.
 
Το όλο σκηνικό βλέπει η τετράχρονη αδελφή της, η οποία το βάζει στα πόδια, όμως η μητριά της την κυνηγά. Η τετράχρονη εκλιπαρεί την παιδοκτόνο, ωστόσο εκείνη ήταν αποφασισμένη. Κτυπά το παιδάκι με μια πέτρα στα χέρια και την πετά στο πηγάδι.
 
Όλο το σκηνικό εκτυλίχθηκε μπροστά στα μάτια αυτόπτη μάρτυρα που βρισκόταν στην ταράτσα του, αλλά δεν έβγαλε μιλιά. Άφησε δύο κοριτσάκια να χάσουν τη ζωή τους, παρακολουθώντας το φρικτό έργο της μητριά τους.
 
Η Μαρία μετά τη στυγερή δολοφονία, επιστρέφει στο σπίτι της και συνεχίζει τις δουλειές της. Όποιος ρωτούσε για τα κοριτσάκια, τους έλεγε «πήγαν στην στετέ τους».
 
Τα ίδια είπε και στον σύζυγο της, ο οποίος επέστρεψε λίγο μετά τις επτά το βράδυ στο σπίτι, κατάκοπος από τη δουλειά.
 
«Πού εν οι κορούδες», ρώτησε τη σύζυγο του. Εκείνη, με ολύμπια ψυχραιμία απαντά. «Επήρα τες στη μάνα σου. Αφού ξέρεις πως εν κάμνουν μαζί μου».
 
Ο Δημήτρης δεν ανησύχησε από τα λεγόμενα της συζύγου του και αφού έφαγε πήγε για ύπνο.

Την άλλη μέρα το πρωί, η Μαρία έστειλε τον Δημήτρη να μαζέψει ξύλα, γιατί θα ζύμωνε και θα φούρνιζε, όπως του είχε πει.
 
Ωστόσο μόλις ο Δημήτρης έφυγε από το σπίτι, η Μαρία μάζεψε τα πράγματα της και πήγε στον αδελφό της τον Κυπριανό, όπου του ανέφερε ότι την κυνηγά ο άντρας της για να τη δείρει. Έτσι του ζήτησε να την κρύψει μέχρι να του περάσει ο θυμός.
 
Λίγη ώρα αργότερα ο Δημήτρης είχε επιστρέψει στο σπίτι του, όπου αντιλήφθηκε την απουσία της συζύγου του και υπέθεσε ότι εκείνη είχε πάει στο αλώνι. Τότε αποφάσισε να μεταβεί στην μητέρα του, για να πάρει τα δύο του κοριτσάκια, χωρίς να γνωρίζει τι τον περίμενε.
 
Όταν έφθασε στο σπίτι της μητέρα του, εκείνη του είπε ότι δεν ήξερε που βρίσκονται τα παιδιά και ο Δημήτρης πάγωσε. Αφού έσπευσε στον κοινοτάρχη του χωριού, τον ενημέρωσε για την εξαφάνιση και στη συνέχεια έφυγαν μαζί, για να εντοπίσουν την Μαρία. Ο δρόμος τους οδήγησε στο σπίτι του αδελφού της. Ο Δημήτρης ανέφερε στη Μαρία όσα διαδραματίστηκαν από την ώρα που επέστρεψε στο σπίτι και εκείνη με περίσσια ψυχραιμία του απάντησε ότι, «τα παιδιά είναι στη γιαγιά τους.  Εγώ έχω να τα δω από χθες το πρωί. Νόμιζα πως εκεί είχαν πάει. Αφού το ξέρετε πως μαζί μου δεν θέλουν να μείνουν».
 
Παρότι ο Δημήτρης, ο αδελφός της και ο κοινοτάρχης την πίεζαν, αυτή επέμενε στους ισχυρισμούς της.
 
Τελικά χρειάστηκε να επιστρατευθεί η κουμπάρα της Μαρίας για να μαθευτεί η αλήθεια. «Πες μου εμένα που είναι τα παιδιά και δεν θα το πω πουθενά», της είπε η κουμπάρα της. Η Μαρία τελικά ομολόγησε τα όσα φρικτά διέπραξε… «Λάμνετε στο πηγάδιν της Αννούς τζαι θα τα έβρετε».
 
Η νεκροτομές στις σορούς, έδειξε  ότι τα κοριτσάκια πέθαναν από τις κακώσεις, πριν καταλήξουν στο πηγάδι, ενώ η Μαρία οδηγήθηκε σε απευθείας δίκη, όπου της επιβλήθηκε η θανατική ποινή. Ωστόσο, ο Κυβερνήτης εξαντλώντας όλη του την επιείκεια μετέτρεψε την ποινή σε ισόβια δεσμά, αφού φήμες που δεν επιβεβειώθηκαν, αλλά ούτε διαψεύστηκαν ποτέ, ήθελαν την Μαρία ήταν έγκυος.
 
Ο άντρας που είδε τη δολοφονία των δύο κοριτσιών από την ταράτσα του σπιτιού του και δεν μίλησε ποτέ, λίγους μήνες αργότερα πνίγηκε σε χείμαρρο που διέσχιζε το Μένοικο.
 
Το μαρτύριο της οικογένειας Κουντούνη δεν τέλειωσε τότε με την δολοφονία των δύο κοριτσιών και την καταδίκη της μητριάς τους.
 
Περίπου τρία χρόνια αργότερα, ο Δημήτρης Κουντούνης καταδικάστηκε σε φυλάκιση για το φόνο ενός συγχωριανού του, ο οποίος είχε παρενοχλήσει σεξουαλικά την αδελφή του.
 
Όσον αφορά τη Μαρία, μετά από χρόνια αφέθηκε ελεύθερη και βρήκε δουλειά στη Λευκωσία, ενώ έφυγε από τη ζωή στα τέλη της δεκαετίας του 1960.
 
*Την ιστορία καταγράφει στο βιβλίο του «Μηδείες και Κληταιμνήστρες», ο συγγραφέας Στέφανος Ευαγγελίδης
 
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: 
Για να σχολιάσετε κάντε κλικ εδώ
 
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Πίσω στην αρχή της σελίδας